
https://www.facebook.com/panagiotis.daskaloudis?fref=nf
Η κυρά Βαγγιλή απού ένα διπλανό χουργιό, μνια πουλύ σκιφτικιά κι σουστιά γναίκα, είχει παντρηφτεί στου χουργιό μας κι είχαν κουπάδι γίδγια κι μαντρί. Είχαν πάρει κι έναν τσιόμπανουν, έναν καλόκαδρουν άθρουπουν απού ντουν έλιγαν Παντιλή.
Η Παντιλής ήταν ένας λιβιντάθρουπους, μι ένα μουστάκι τρανό ίσα μι δγιό πθαμές, κι τα μάτχια τ λαμπύρζαν. Αυτός κάνταν στου μαντρί όδει κει έτρουει κι όδει κει κμούνταν σι μνια καλιβούδα απού είχαν, χρόνουν κιρόν. Κει στου μαντρί, είχαν κι μπαχτσέν είχαν κι καμπόσα κουρβούλια κι δεν ντουν έλειπει τίπουτα απού ζαρζαβάτι κι του καλουκαίρι κι μιτά, έτρουει κι σταφύλια. Κάθι Κυριακή μουνάχα κατέβνει στου χουργιό για να πάρει ότι χρειάζουνταν για τα τουρβαδγιάσματα τ, κι πάειενει κι ζντη Βαγγιλή ένα καλάθι μι ζαρζαβάτι κι ένα καλάθι μι σταφύλια.
Συνέχεια ήταν λιγουμίλιτους, κι δε γιλούσει κι πουλύ κι μόλις έφτανει στου σπίτι ζ Βαγγιλή, ντη φώναζει μι μνια δυνατή φουνή, θαρρείς κι βρίσκουνταν στα μπαλκάμνια. Όλη η γειτουνιά ντουν έπειρνει χαμπάρι.
-Καλημέρα λέου καλημέρα κυρά Βαγγιλή….. Άντι ακόμα δε σκώθκατει, η ήλιους δγιο μπόια σκώθκει…..Τι κάντει μέσα μανταλουμένοι……Άντι ανοίξτει……
Η κυρά Βαγγιλή μαθμένη απού σ άλλεις φουρές, κανόνζει ντη Κυριακή του προυί να είνει στου πουδάρι νουρίς, γιατί ντου συμπαθούσει ντου τσιόμπανου του Παντιλή, που δούλιβει χωρίς σταματιμό στου μαντρί κι στου κουπάδι κι αγουνιούσει να πχιάσει κι αυτός κανα φράγγου στα χέργια τ για να ζήσει ντην οικουγένεια τ. Κι συνέχεια ότι ντην έφιρνει απού του μαντρί, όλα ήταν διαλιγμένα ένα πρους ένα, έτσι ντου άριζει να τα φέρνει, κι καταλάβινει ότι ακόμα πχιο πουλύ έτσι ιφχαρισντούνταν κι η Βαγγιλή. Κείνη ντη μέρα η Βαγγιλή, πλάλξει μάνι ζντη πόρτα κι του καλουσόρσει.
-Καλημέρα Παντιλή μας καλημέρα… Τι μας έφιρεις πάλι; Πουλλά είνει αυτά απού κφανείς κάθι φουρά απού έχρισει….Άσει κι καμνιά Κυριακή, μη φέρνεις….. Γω δε θα σι παριξηγήσου…. Μάσει όσα θέλς κι συ κι στείλτα κι ζντου ταϊφά σ….. Κι συ φτουχός άθρουπους είσει κι έχς να ζήεις γναίκα κι πιδγιά….
-Έλα Βαγγιλή κι μη τα λες όξου ζτου δρόμου αυτά κι μας ακούν όλνοι….. Έχει κόσμουν που αφκριέτει τι λέμει, ζλιάρδεις αθρώποι, που μένει του μάτι τς, που ιφκιρία γυρεύουν να σκατουφάν….. Πάρτα τώρα όλα αυτά που σι έφειρα, να πάου στου αχούρι να δέσου του πράμα κι συ βάνει καφέν να γίνητει…..
-Καλά Παντιλή….. Ντην άλλη φουρά που θα νέρτς, φέρει αν θέλες κι ένα ακόμα καλαθούδι σταφύλια για να δώσου κι ζ γειτόνσεις…..
-Μη στιναχουργιέσει για αυτό κι γω θα έχου ντην ένοια μ κι θα του θμηθώ….. Δεν θα του αστουχίσου….
Πήγει Παντιλής στου αχούρι, έδεισει του πράμα κι ως δω να κει, πήγει ζντη Βαγγιλή. Όδει κει κάνταν κι μνια γειτόνσα η Καλιόπη, για να πχιούν μαζί ντου προυινό καφέ να μουχαμπιτχιάσουν κι λίγου, τι λουγιό φαί θα φκιάξουν, πως θα πλέξουν, τι θα κιντήσουν. Κιά οι δγιό ήταν σουστές νοικουκυρές. Ήπχιαν ντου καφέ τς αυτές κι καταπόδι πήραν του καλάθι κι χώρσαν τα ζαρζαβατικά. Πήραν τα φασουλάκια που είχει φέρει κι κάνταν να τα καθαρίσουν για να κάνουν φαϊ για του μισημέρι. Η Παντιλής, πήρει του πουτηρούδι μι του κουινάκι απού ντουν έβανει η Βαγγιλή κι είπει:
-Άντι Βαγγιλή ζ υγειά σας κι ό,τι καλό λαχταρά η καρδγιά σ, να στου χαρίζει η Θιός. Άντι μι του καλό κι του Σταυρού μιθαύριου, να του χαρείτει κι σεις, να του χαρώ κι γω, γιατί θα έρτει κι η Λαμπρινούδα μ κι τα πιδγιά μαζί.
-Σι ιφχαριστούμει Παντιλή για τα καλά σ λόγια. Θιός να μας φλάει κι να μας βουθά όλνοι μας. Πότει όμους θα μας ντη φέρς κείνη ντη Λαμπρινούδα σ να ντη καμαρώσουμει κι μεις…..
-Θα ντη φέρου θα ντη φέρου, να ντη δγειτει κι σεις κι μι τα θκά σας τα μάτχια, να καταλάβτει πόσου αξίζει του μάλαμα μπρουστά ζ Λαμπρινούδα μ. Χρυσουχέρα είνει. Ότι φαϊ κι να κάνει απού ντ αυτά που μας χαρίζει Θιός, είνει να γλύφς τα δάχλα σ.
-Ε θα μας ντη φέρς τότεις τουΣταυρού να ντη δγιούμει κι απού κουντά.
-Ναι Βαγγιλή. Θα σας ντη φέρου για να δγείτει πόσου χρυσουχέρα είνει στου φαϊ. Πίτα απάν ζντου γάδαρου κάνει. Πλέκει τσουράπχια κι ταντέλεις, ιφαίνει ζντουν αργαλιό, πρώτη στου πλύσμου κι στου σκούπζμα κι στου ζύμουμα. Σι όλα είνει προυκουμένη. Να σας δείξει κι σας πόσου όμουρφα μαγειρεύει τα φασουλάκια, σ παπούδεις, πόσου καλά κάνει του ιμάμ μπαϊλντί….. να τρως κι να μη χουρταίνς.
-Καλά μας τα λες Παντιλή, αμά καλλίτιρα θα μας τα πει η ίδγια άμα θα μας ντη φέρς……είπει η Βαγγιλή.
-Ναι ναι σουστά….. Άντι τώρα να παγαίνου μι του καλό κι σας ιφχαριστώ. Γειά σου κυρά Βαγγιλή, γειά σου κι σένα Καλιόπη. Καλή αντάμουση να έχουμει του Σταυρού….
Η κυρά Βαγγιλή, τουρβάδγιασει ντου Παντιλή μι ότι είχει κι ότι καλλίτιρο βρήκει στου σπίτι, ντουν έβανει δγιο τρανά ψουμνιά, ιλιές, ζάχαρη, καφέν, χαλβάν κι ντουν έδουκει κι δγιό πακέτα τσιγαρόχαρτα κι μνια σακούλα κουμμένουν καπνόν. Ντουν έβανει κι δγιό σαπούνια κι ντουν έδουκει κι ένα προσόψι καθαρό για να σκουπίζειτει του προυί που θα νίβητει. Κι η Παντιλής, πήρει του πράμα απ τ αχούρι, φόρτουσε σ τουρβάδεις στου σαμάρι απ του πράμα κι κίνσει για ντουν ανήφουρου…..
Ντη μέρα του Σταυρού προυί προυί ήρτει κι η Λαμπρινούδα μι τα πιδγιά τς, για να δγει κι ντου Παντιλή. Άφσαν ότι ήφιραν στου μαντρί, άλλαξαν κι έβαναν καλά ρούχα όλνοι, φώρτουσει κι ένα καλάθι σταφύλια για ντη Βαγγιλή όπως ντην είχει τάξει ότι θα ντην έφιρνει, κι κατέφκαν όλνοι μαζί κι πήγαν ζ νακλησχιά. Θα μπίτσει η ακλησχιά πήγαν στου σπίτι ζ Βαγγιλής.
Εικεί, μόλις έφτασαν στου σπίτι, ήταν πάλι η Βαγγιλή μι ντη Καλιόπη κι πλάλξαν μάνι μάνι να σ καλουσουρίσουν. Η Παντιλής ξιφώρτουσει του καλάθι μι τα σταφύλια κι του άφσει κει ζ αυλή, κι η Βαγγιλή που είχει στα χέργια τς τρεις τσικουλάτεις, μπιρντέν σ έδουκει στα πιδγιά κι κείνα απού ντη χαρά τς, πλάλξαν μάνι μάνι παραπέρα κι έκατσαν κάτ απού ντη καριά ζτουν ίσκιου, σ ξιπουτύλξαν κι σ έτρουγαν. Καλουσώρσαν κιά οι δγιό γειτόνσεις ντου Παντιλή κι ντη Λαμπρινούδα κι η Βαγγιλή τράβξη πρώτη σια μέσα στου σπίτι κι καταπόδι οι μουσαφίρδεις. Η Καλιόπη όμους, θαν είδει του καλάθι μι τα σταφύλια, τα αλμπίσκει κι απού δω του είχει απού κει του είχει, πήρει ένα τσαμπί, πήγει πίσου απού ντη σκάλα κι άρχισει να τρώει σ ρώγεις μι σ χουφτιές, γλήγουρα γλήγουρα…..
Παντιλής, θα μάζιβει του σαμαρουσκίνι απ του πράμα, ντην είδει ντη Καλιόπη απού έτρουγει του σταφύλι θα λυσχιάρου κι είπει μουναχός τ…..
-Δγιές δγιές εικεί χάλια…… Τσιουρμπατζίδινεις τάχα, κι τα σταφύλια τα τρών άπλυτα…..
Πήγει στου αχούρι, έδισει τα πράματα κι μπήκει κι αυτός στου σπίτι. Εκεί η Βαγγιλή, αφού πιρίμινει μουσαφιργιά, είχει ιτοιμασίες καλές στου τραπέζι….. Είχει γλυκό ακθόνι, πχιτό μι τα κράνα, λουκούμνια, πισκουτάκια, πίτα, κι πέντι φέτεις ψουμί καθάργιου. Ήθιλει να σ ιφχαριστήσει, μι όλη ντη καρδιά τς. Έκασταν όλνοι γύρου στου τραπέζι, η Βαγγιλή άναψει ντη γκαζγιέρα για να κάνει ντου καφέν κι άρχισει να λέει….
-Μπράβου Παντιλή……να ντη χαίρησει ντη Λαμπρινούδα. Πρέπει να είνει άξια γναίκα κι πουλύ νοικουκυρά.
Η καημένη η Λαμπρινούδα, χαρά μιγάλη γιουμάτη, που τα μάτχια άστραφταν απού χαρά, ντην είπει…..
-Κυρά Βαγγιλή, πρώτη φουρά έρχουμει στου σπίτι σας. Να του χαίρηστει κι να του καμαρώντει, μι υγεία κι χαρά. Άς είσει καλά που μας αγαπάς τόσου πουλύ, σι ιφχαριστώ για ντου καλό σ ντου λόγου. Η Παντιλής μι είπει κι σι παίνησει πουλύ, για του πόσου καλά ντου φέρησει. Χτάζου κι άλλεις ξιπασμένεις απ ντη πόλη, που δε μας καταδέχουντει ιμάς σ χουργιάτσεις. Αλλά δε πειράζει, κι αυτές σ αγαπώ ιγώ. Όλνοι μας η ίδγιους η Θιός μας έκανει κι όλνοι μας θα πιθάνουμει μνια μέρα, τίπουτας μαζί μας δε θα πάρουμει. Όλνοι μας πρέπει να έχουμει ντη καρδγιά μας καθαρή κι να μη ζλεύουμει ου ένας ντουν άλλου. Ιγώ να μη σώσου πουτέ σι τέτχιου κακό.
-Μπράβου Λαμπρινούδα ντην είπει η Βαγγιλή μπράβου. Τα λες όμουρφα, αλλά τι να κάνουμει που όλα τα δάχλα στου χέρι δενείνει ίδγια. Θιός δε τα έκενει όλα ένα λουγιό. Κι άμα ντου κόσμου ντουν έκανσκει όλουν καλόν, πώς ιμείς θα ήξιραμει πχοιός είνει η κακός; Έτσι μας έκανει κι Θιός ιμάς, άλνοι καλοί άλνοι κακοί, άλνοι όμουρφοι, άλνοι άσχημοι, άλλεις χουντρές, άλλεις λιανές, κι τόσα άλλα παραδείγματα που αν κάτσουμει κι τα λέμει, μπίτζμα δεν έχουν.
Η Βαγγιλή, είχει πλύνει κι καναδγιό σταφύλια κι τα έβανει κι αυτά στου τραπέζι, κι η Καλιόπη έτρουγει απού καμνιά ρόγα κι τα κουκούτσχια απού σ ρόγεις τα έβγαζει απ του στόμα τς κι τα έβαζει σι ένα μικρό πχιατούδι. Τότεις ρώτσει η Καλιόπη ντου Παντιλή…..
-Για πέμει ρε κυρ Παντιλή…… Σεις στου χουργιό σας πως τα τρώτει τα σταφύλια….. μι τα κουκούτσχια;…..
Παντιλής χουρίς να ντραπεί για αυτό που θα ντη ήλιγει, είπει ζντη Καλιόπη…..
-Ιμείς στου χουργιό μας κυρά Καλιόπη, άμα θέλς να μάθς, τα τρώμει όπους τα έτρουγεις ισύ κρυφά πιτώρας πίσου απ ντη σκάλα που ήσαν, όταν του άρπαξεις απ του καλάθι γλήγουρα γλήγουρα, ντην ώρα που τα ξιφόρτουσα…..
Η Καλιόπη, κι αυτήνα δεν αντράπκει ούτει παρηξηγήθκει, αλλά αντίθιτα χαμουγέλασει κι ντουν είπει…..
-Σι πείρει του μάτι μ που μι είδεις ντην ώρα απού έτρουγα του σταφύλι, κι κάτι μουρμούρξεις για μένα….
-Ναι κυρά Καλιόπη….. Είπα ότι σεις οι τσιουρμπατζίδινεις, μι ντουν ίδγιου του τρόπου τρώτει τα σταφύλια όπους κι μεις…… Μον σεις απού τα τρώτει κι άπλυτα. Βλέπς η καλός η μύλους όλα τα αλέθει. Θα πρέπει να έχτει γιρά στουμάχια για να χζαμακώντει ότι βρείτει…..
Η Καλιόπη, ειπιδής δεν ντη σύμφιρνει του μουχαμπέτι, κοίταξει να του αλλάξει κι είπει……
-Κι συ ρε Παντιλή, δε μας είπεις, πώς ντη πήρεις ντη Λαμπρινούδα….. Απού αγάπη, μι προυξινιό, ντην έκληψεις…..
-Να συ πω κυρά Καλιόπη….. Ειμείς είμαστει αγράμματοι αθρώποι κι οι δγιό μας…..Ειμείς παρθήκαμει απού αγάπη κι απού τίπουτας άλλου. Τί του θέλς του προξηνιό κι τα άλλα….. Αυτά κάνουν κι καλό αλλά κάνουν κι κακό σ πχιο πουλλές φουρές. Μεις μι ντην αγάπη μουναχοί μας τα έφκιαξαμει, παντρέφκαμει, έκαναμει ντην ιφχή μας ζντου Θιό, μας έδουσει κι τρία πιδγιά κι είμαστει ιφχαριστιμένοι….. Παράπουνου δεν έχου απού ντη Λαμπρινούδα μ κι ντη χαίρουμει κι συνέχεια ντη καλουτχώ….
Η Καλιόπη, δε σταμάτσει του κούρτζμα κι πάλι τσιγκλούσει ντου Παντιλή…..
-Να….λέου, μήπους,…..μήπους λέου, έχς κανέναν κρυφό καημόν, κανά παράπουνου απού ντη γναίκα σ…… Δηλαδή, χουρίς παριξήγηση, θέλου να πώ ότι, σύ είσει άντρακλας δγιό μέτρα άθρουπους, ντόμπριους σκέτους, ινώ η Λαμπρινούδα, αδύνατη είνει, θα τιουτιουνιά χουρίς φύλλα…… θα έπρειπει να είνει λίγου πχιο παχιά, μι πχιο γιουμάτα στήθχια, να κνιούντει λίγου όταν πιρπατά, τα μάγλα τς να είνει πχιο φουσκουμένα κι τα μαλιά τς αλοιώς χτινζμένα κι όχι βουρλίδεις…..
Παντιλής ούτει σημασία έδουσει σι ότι ντουν είπει η Καλιόπη, ούτει ταράθκει απ ντη θέση τ. Πήρει μνια φέτα ψουμί στου χέρι κι είπει ζ Καλιόπη…..
-Κοίτα να δγεις Κυρά Καλιόπη….. Του βλέπς αυτό του άσπρου του καθάργιου του ψουμί;…… Ε λοιπόν, τα θκά σας τα μάτχια του βλέπουν όμουρφου πουλύ κι καλλίτιρου απού όλα τα ψουμνιά, γιατί έτσι του έχτει μαθμένου….. Άμα σας έφιρνα απ του θκό μας, του μισιρίτκου που τρώμει ιμείς, τότεις στα θκά μας τα μάτχια κείνου θα φαίνουνταν καλλίτιρου κι όχι αυτό δω για…. Κι για να στο κάνου πχιο λιανά για να του καταλάβς κυρά Καλιόπη, ιγώ ντη Λαμπρινούδα μ ντη βλέπου θαν άγαλμα, θαν άγγιλουν που λάμπει μπρουστά μ, κι ντη χαίρουμει όπους είνει. Έτσι μι αρέσει, αδύνατη όπου είνει, κι λέγει συ ότι θέλς….Για πάρει τα μάτχια μ να ντη δγεις, να καταλάβς τι λουγιό ουμουρφιά έχει μέσα τς, αυτήνα ντην ουμουρφιά που συ δεν μπουρείς να δγεις, κι τα δικά μ τα μάτχια χτάζουν….
Σ Λαμπρινούδας τα μάτχια έλαμπαν απού χαρά κι ιφχαρήστηση μι αυτά απού άγκει απ του στόμα σ Παντιλή κι σ Καλιόπς όλου κι κατσούφχιαζαν κι τόπους δε ντη χουρούσει κι καταλάβινει ότι Παντιλής είχει του δίκιου μι του μέρους τ. Κι η κυρά Βαγγιλή, που άγκει τι έλιγαν κι για να μπιτίσει του μουχαμπέτι μη λάχει κι παρηξηγηθούν Παντιλής κι η Καλιόπη, είπει κι αυτήνα ντη γνώμη τς……
-Καλά, σουστά κι όμουρφα τα λές κυρ Παντιλή. Καθένας μας μι τα μάτχια τ, βλέπει αλοιώς του ίδγιου του πράγμα, γιατί αθρώποι είμαστει, άλλουν ντουν έκαμει η Θιός έτσι κι άλλουν αλλοιώς. Ας είνει μιγάλη η χάρη τ, Σταυρού που είνει σήμιρα, ας καλουφωτίζει όλουν ντου κόσμου κι ας μας αξιώσει κι πάλι να ξανανταμουθούμει…..
Κι καταπόδι, αφού σκώθηκαν όλνοι απ του τραπέζι κι η Βαγγιλή έδουκει ζ Λαμπρινούδα ένα βάζου μι γλυκό, πέντη λουκμούδγια για τα πιδγιά κι πέντη φέτεις απ του καθάργιου του ψουμί, βγήκαν όλνοι μαζί μέχρι ντην αυλή…. Παντιλής καταπόδι, έλυσει τα πράματα απ του αχούρι, φώναξει κι τα πιδγιά, κι αφού όλνοι καβαλίκιψαν, τα πράματα, ιφχαρήστησαν κι χιρέτσαν ντη Βαγγιλή, κι αυτήνα σ ξιπρουβόδσει μέχρι όξου ζντου δρόμου……
ΠΡΩΤΗ ΣΕΡΡΩΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ
https://www.facebook.com/groups/894434493933404/permalink/979516738758512/
Η κυρά Βαγγιλή απού ένα διπλανό χουργιό, μνια πουλύ σκιφτικιά κι σουστιά γναίκα, είχει παντρηφτεί στου χουργιό μας κι είχαν κουπάδι γίδγια κι μαντρί. Είχαν πάρει κι έναν τσιόμπανουν, έναν καλόκαδρουν άθρουπουν απού ντουν έλιγαν Παντιλή.
Η Παντιλής ήταν ένας λιβιντάθρουπους, μι ένα μουστάκι τρανό ίσα μι δγιό πθαμές, κι τα μάτχια τ λαμπύρζαν. Αυτός κάνταν στου μαντρί όδει κει έτρουει κι όδει κει κμούνταν σι μνια καλιβούδα απού είχαν, χρόνουν κιρόν. Κει στου μαντρί, είχαν κι μπαχτσέν είχαν κι καμπόσα κουρβούλια κι δεν ντουν έλειπει τίπουτα απού ζαρζαβάτι κι του καλουκαίρι κι μιτά, έτρουει κι σταφύλια. Κάθι Κυριακή μουνάχα κατέβνει στου χουργιό για να πάρει ότι χρειάζουνταν για τα τουρβαδγιάσματα τ, κι πάειενει κι ζντη Βαγγιλή ένα καλάθι μι ζαρζαβάτι κι ένα καλάθι μι σταφύλια.
Συνέχεια ήταν λιγουμίλιτους, κι δε γιλούσει κι πουλύ κι μόλις έφτανει στου σπίτι ζ Βαγγιλή, ντη φώναζει μι μνια δυνατή φουνή, θαρρείς κι βρίσκουνταν στα μπαλκάμνια. Όλη η γειτουνιά ντουν έπειρνει χαμπάρι.
-Καλημέρα λέου καλημέρα κυρά Βαγγιλή….. Άντι ακόμα δε σκώθκατει, η ήλιους δγιο μπόια σκώθκει…..Τι κάντει μέσα μανταλουμένοι……Άντι ανοίξτει……
Η κυρά Βαγγιλή μαθμένη απού σ άλλεις φουρές, κανόνζει ντη Κυριακή του προυί να είνει στου πουδάρι νουρίς, γιατί ντου συμπαθούσει ντου τσιόμπανου του Παντιλή, που δούλιβει χωρίς σταματιμό στου μαντρί κι στου κουπάδι κι αγουνιούσει να πχιάσει κι αυτός κανα φράγγου στα χέργια τ για να ζήσει ντην οικουγένεια τ. Κι συνέχεια ότι ντην έφιρνει απού του μαντρί, όλα ήταν διαλιγμένα ένα πρους ένα, έτσι ντου άριζει να τα φέρνει, κι καταλάβινει ότι ακόμα πχιο πουλύ έτσι ιφχαρισντούνταν κι η Βαγγιλή. Κείνη ντη μέρα η Βαγγιλή, πλάλξει μάνι ζντη πόρτα κι του καλουσόρσει.
-Καλημέρα Παντιλή μας καλημέρα… Τι μας έφιρεις πάλι; Πουλλά είνει αυτά απού κφανείς κάθι φουρά απού έχρισει….Άσει κι καμνιά Κυριακή, μη φέρνεις….. Γω δε θα σι παριξηγήσου…. Μάσει όσα θέλς κι συ κι στείλτα κι ζντου ταϊφά σ….. Κι συ φτουχός άθρουπους είσει κι έχς να ζήεις γναίκα κι πιδγιά….
-Έλα Βαγγιλή κι μη τα λες όξου ζτου δρόμου αυτά κι μας ακούν όλνοι….. Έχει κόσμουν που αφκριέτει τι λέμει, ζλιάρδεις αθρώποι, που μένει του μάτι τς, που ιφκιρία γυρεύουν να σκατουφάν….. Πάρτα τώρα όλα αυτά που σι έφειρα, να πάου στου αχούρι να δέσου του πράμα κι συ βάνει καφέν να γίνητει…..
-Καλά Παντιλή….. Ντην άλλη φουρά που θα νέρτς, φέρει αν θέλες κι ένα ακόμα καλαθούδι σταφύλια για να δώσου κι ζ γειτόνσεις…..
-Μη στιναχουργιέσει για αυτό κι γω θα έχου ντην ένοια μ κι θα του θμηθώ….. Δεν θα του αστουχίσου….
Πήγει Παντιλής στου αχούρι, έδεισει του πράμα κι ως δω να κει, πήγει ζντη Βαγγιλή. Όδει κει κάνταν κι μνια γειτόνσα η Καλιόπη, για να πχιούν μαζί ντου προυινό καφέ να μουχαμπιτχιάσουν κι λίγου, τι λουγιό φαί θα φκιάξουν, πως θα πλέξουν, τι θα κιντήσουν. Κιά οι δγιό ήταν σουστές νοικουκυρές. Ήπχιαν ντου καφέ τς αυτές κι καταπόδι πήραν του καλάθι κι χώρσαν τα ζαρζαβατικά. Πήραν τα φασουλάκια που είχει φέρει κι κάνταν να τα καθαρίσουν για να κάνουν φαϊ για του μισημέρι. Η Παντιλής, πήρει του πουτηρούδι μι του κουινάκι απού ντουν έβανει η Βαγγιλή κι είπει:
-Άντι Βαγγιλή ζ υγειά σας κι ό,τι καλό λαχταρά η καρδγιά σ, να στου χαρίζει η Θιός. Άντι μι του καλό κι του Σταυρού μιθαύριου, να του χαρείτει κι σεις, να του χαρώ κι γω, γιατί θα έρτει κι η Λαμπρινούδα μ κι τα πιδγιά μαζί.
-Σι ιφχαριστούμει Παντιλή για τα καλά σ λόγια. Θιός να μας φλάει κι να μας βουθά όλνοι μας. Πότει όμους θα μας ντη φέρς κείνη ντη Λαμπρινούδα σ να ντη καμαρώσουμει κι μεις…..
-Θα ντη φέρου θα ντη φέρου, να ντη δγειτει κι σεις κι μι τα θκά σας τα μάτχια, να καταλάβτει πόσου αξίζει του μάλαμα μπρουστά ζ Λαμπρινούδα μ. Χρυσουχέρα είνει. Ότι φαϊ κι να κάνει απού ντ αυτά που μας χαρίζει Θιός, είνει να γλύφς τα δάχλα σ.
-Ε θα μας ντη φέρς τότεις τουΣταυρού να ντη δγιούμει κι απού κουντά.
-Ναι Βαγγιλή. Θα σας ντη φέρου για να δγείτει πόσου χρυσουχέρα είνει στου φαϊ. Πίτα απάν ζντου γάδαρου κάνει. Πλέκει τσουράπχια κι ταντέλεις, ιφαίνει ζντουν αργαλιό, πρώτη στου πλύσμου κι στου σκούπζμα κι στου ζύμουμα. Σι όλα είνει προυκουμένη. Να σας δείξει κι σας πόσου όμουρφα μαγειρεύει τα φασουλάκια, σ παπούδεις, πόσου καλά κάνει του ιμάμ μπαϊλντί….. να τρως κι να μη χουρταίνς.
-Καλά μας τα λες Παντιλή, αμά καλλίτιρα θα μας τα πει η ίδγια άμα θα μας ντη φέρς……είπει η Βαγγιλή.
-Ναι ναι σουστά….. Άντι τώρα να παγαίνου μι του καλό κι σας ιφχαριστώ. Γειά σου κυρά Βαγγιλή, γειά σου κι σένα Καλιόπη. Καλή αντάμουση να έχουμει του Σταυρού….
Η κυρά Βαγγιλή, τουρβάδγιασει ντου Παντιλή μι ότι είχει κι ότι καλλίτιρο βρήκει στου σπίτι, ντουν έβανει δγιο τρανά ψουμνιά, ιλιές, ζάχαρη, καφέν, χαλβάν κι ντουν έδουκει κι δγιό πακέτα τσιγαρόχαρτα κι μνια σακούλα κουμμένουν καπνόν. Ντουν έβανει κι δγιό σαπούνια κι ντουν έδουκει κι ένα προσόψι καθαρό για να σκουπίζειτει του προυί που θα νίβητει. Κι η Παντιλής, πήρει του πράμα απ τ αχούρι, φόρτουσε σ τουρβάδεις στου σαμάρι απ του πράμα κι κίνσει για ντουν ανήφουρου…..
Ντη μέρα του Σταυρού προυί προυί ήρτει κι η Λαμπρινούδα μι τα πιδγιά τς, για να δγει κι ντου Παντιλή. Άφσαν ότι ήφιραν στου μαντρί, άλλαξαν κι έβαναν καλά ρούχα όλνοι, φώρτουσει κι ένα καλάθι σταφύλια για ντη Βαγγιλή όπως ντην είχει τάξει ότι θα ντην έφιρνει, κι κατέφκαν όλνοι μαζί κι πήγαν ζ νακλησχιά. Θα μπίτσει η ακλησχιά πήγαν στου σπίτι ζ Βαγγιλής.
Εικεί, μόλις έφτασαν στου σπίτι, ήταν πάλι η Βαγγιλή μι ντη Καλιόπη κι πλάλξαν μάνι μάνι να σ καλουσουρίσουν. Η Παντιλής ξιφώρτουσει του καλάθι μι τα σταφύλια κι του άφσει κει ζ αυλή, κι η Βαγγιλή που είχει στα χέργια τς τρεις τσικουλάτεις, μπιρντέν σ έδουκει στα πιδγιά κι κείνα απού ντη χαρά τς, πλάλξαν μάνι μάνι παραπέρα κι έκατσαν κάτ απού ντη καριά ζτουν ίσκιου, σ ξιπουτύλξαν κι σ έτρουγαν. Καλουσώρσαν κιά οι δγιό γειτόνσεις ντου Παντιλή κι ντη Λαμπρινούδα κι η Βαγγιλή τράβξη πρώτη σια μέσα στου σπίτι κι καταπόδι οι μουσαφίρδεις. Η Καλιόπη όμους, θαν είδει του καλάθι μι τα σταφύλια, τα αλμπίσκει κι απού δω του είχει απού κει του είχει, πήρει ένα τσαμπί, πήγει πίσου απού ντη σκάλα κι άρχισει να τρώει σ ρώγεις μι σ χουφτιές, γλήγουρα γλήγουρα…..
Παντιλής, θα μάζιβει του σαμαρουσκίνι απ του πράμα, ντην είδει ντη Καλιόπη απού έτρουγει του σταφύλι θα λυσχιάρου κι είπει μουναχός τ…..
-Δγιές δγιές εικεί χάλια…… Τσιουρμπατζίδινεις τάχα, κι τα σταφύλια τα τρών άπλυτα…..
Πήγει στου αχούρι, έδισει τα πράματα κι μπήκει κι αυτός στου σπίτι. Εκεί η Βαγγιλή, αφού πιρίμινει μουσαφιργιά, είχει ιτοιμασίες καλές στου τραπέζι….. Είχει γλυκό ακθόνι, πχιτό μι τα κράνα, λουκούμνια, πισκουτάκια, πίτα, κι πέντι φέτεις ψουμί καθάργιου. Ήθιλει να σ ιφχαριστήσει, μι όλη ντη καρδιά τς. Έκασταν όλνοι γύρου στου τραπέζι, η Βαγγιλή άναψει ντη γκαζγιέρα για να κάνει ντου καφέν κι άρχισει να λέει….
-Μπράβου Παντιλή……να ντη χαίρησει ντη Λαμπρινούδα. Πρέπει να είνει άξια γναίκα κι πουλύ νοικουκυρά.
Η καημένη η Λαμπρινούδα, χαρά μιγάλη γιουμάτη, που τα μάτχια άστραφταν απού χαρά, ντην είπει…..
-Κυρά Βαγγιλή, πρώτη φουρά έρχουμει στου σπίτι σας. Να του χαίρηστει κι να του καμαρώντει, μι υγεία κι χαρά. Άς είσει καλά που μας αγαπάς τόσου πουλύ, σι ιφχαριστώ για ντου καλό σ ντου λόγου. Η Παντιλής μι είπει κι σι παίνησει πουλύ, για του πόσου καλά ντου φέρησει. Χτάζου κι άλλεις ξιπασμένεις απ ντη πόλη, που δε μας καταδέχουντει ιμάς σ χουργιάτσεις. Αλλά δε πειράζει, κι αυτές σ αγαπώ ιγώ. Όλνοι μας η ίδγιους η Θιός μας έκανει κι όλνοι μας θα πιθάνουμει μνια μέρα, τίπουτας μαζί μας δε θα πάρουμει. Όλνοι μας πρέπει να έχουμει ντη καρδγιά μας καθαρή κι να μη ζλεύουμει ου ένας ντουν άλλου. Ιγώ να μη σώσου πουτέ σι τέτχιου κακό.
-Μπράβου Λαμπρινούδα ντην είπει η Βαγγιλή μπράβου. Τα λες όμουρφα, αλλά τι να κάνουμει που όλα τα δάχλα στου χέρι δενείνει ίδγια. Θιός δε τα έκενει όλα ένα λουγιό. Κι άμα ντου κόσμου ντουν έκανσκει όλουν καλόν, πώς ιμείς θα ήξιραμει πχοιός είνει η κακός; Έτσι μας έκανει κι Θιός ιμάς, άλνοι καλοί άλνοι κακοί, άλνοι όμουρφοι, άλνοι άσχημοι, άλλεις χουντρές, άλλεις λιανές, κι τόσα άλλα παραδείγματα που αν κάτσουμει κι τα λέμει, μπίτζμα δεν έχουν.
Η Βαγγιλή, είχει πλύνει κι καναδγιό σταφύλια κι τα έβανει κι αυτά στου τραπέζι, κι η Καλιόπη έτρουγει απού καμνιά ρόγα κι τα κουκούτσχια απού σ ρόγεις τα έβγαζει απ του στόμα τς κι τα έβαζει σι ένα μικρό πχιατούδι. Τότεις ρώτσει η Καλιόπη ντου Παντιλή…..
-Για πέμει ρε κυρ Παντιλή…… Σεις στου χουργιό σας πως τα τρώτει τα σταφύλια….. μι τα κουκούτσχια;…..
Παντιλής χουρίς να ντραπεί για αυτό που θα ντη ήλιγει, είπει ζντη Καλιόπη…..
-Ιμείς στου χουργιό μας κυρά Καλιόπη, άμα θέλς να μάθς, τα τρώμει όπους τα έτρουγεις ισύ κρυφά πιτώρας πίσου απ ντη σκάλα που ήσαν, όταν του άρπαξεις απ του καλάθι γλήγουρα γλήγουρα, ντην ώρα που τα ξιφόρτουσα…..
Η Καλιόπη, κι αυτήνα δεν αντράπκει ούτει παρηξηγήθκει, αλλά αντίθιτα χαμουγέλασει κι ντουν είπει…..
-Σι πείρει του μάτι μ που μι είδεις ντην ώρα απού έτρουγα του σταφύλι, κι κάτι μουρμούρξεις για μένα….
-Ναι κυρά Καλιόπη….. Είπα ότι σεις οι τσιουρμπατζίδινεις, μι ντουν ίδγιου του τρόπου τρώτει τα σταφύλια όπους κι μεις…… Μον σεις απού τα τρώτει κι άπλυτα. Βλέπς η καλός η μύλους όλα τα αλέθει. Θα πρέπει να έχτει γιρά στουμάχια για να χζαμακώντει ότι βρείτει…..
Η Καλιόπη, ειπιδής δεν ντη σύμφιρνει του μουχαμπέτι, κοίταξει να του αλλάξει κι είπει……
-Κι συ ρε Παντιλή, δε μας είπεις, πώς ντη πήρεις ντη Λαμπρινούδα….. Απού αγάπη, μι προυξινιό, ντην έκληψεις…..
-Να συ πω κυρά Καλιόπη….. Ειμείς είμαστει αγράμματοι αθρώποι κι οι δγιό μας…..Ειμείς παρθήκαμει απού αγάπη κι απού τίπουτας άλλου. Τί του θέλς του προξηνιό κι τα άλλα….. Αυτά κάνουν κι καλό αλλά κάνουν κι κακό σ πχιο πουλλές φουρές. Μεις μι ντην αγάπη μουναχοί μας τα έφκιαξαμει, παντρέφκαμει, έκαναμει ντην ιφχή μας ζντου Θιό, μας έδουσει κι τρία πιδγιά κι είμαστει ιφχαριστιμένοι….. Παράπουνου δεν έχου απού ντη Λαμπρινούδα μ κι ντη χαίρουμει κι συνέχεια ντη καλουτχώ….
Η Καλιόπη, δε σταμάτσει του κούρτζμα κι πάλι τσιγκλούσει ντου Παντιλή…..
-Να….λέου, μήπους,…..μήπους λέου, έχς κανέναν κρυφό καημόν, κανά παράπουνου απού ντη γναίκα σ…… Δηλαδή, χουρίς παριξήγηση, θέλου να πώ ότι, σύ είσει άντρακλας δγιό μέτρα άθρουπους, ντόμπριους σκέτους, ινώ η Λαμπρινούδα, αδύνατη είνει, θα τιουτιουνιά χουρίς φύλλα…… θα έπρειπει να είνει λίγου πχιο παχιά, μι πχιο γιουμάτα στήθχια, να κνιούντει λίγου όταν πιρπατά, τα μάγλα τς να είνει πχιο φουσκουμένα κι τα μαλιά τς αλοιώς χτινζμένα κι όχι βουρλίδεις…..
Παντιλής ούτει σημασία έδουσει σι ότι ντουν είπει η Καλιόπη, ούτει ταράθκει απ ντη θέση τ. Πήρει μνια φέτα ψουμί στου χέρι κι είπει ζ Καλιόπη…..
-Κοίτα να δγεις Κυρά Καλιόπη….. Του βλέπς αυτό του άσπρου του καθάργιου του ψουμί;…… Ε λοιπόν, τα θκά σας τα μάτχια του βλέπουν όμουρφου πουλύ κι καλλίτιρου απού όλα τα ψουμνιά, γιατί έτσι του έχτει μαθμένου….. Άμα σας έφιρνα απ του θκό μας, του μισιρίτκου που τρώμει ιμείς, τότεις στα θκά μας τα μάτχια κείνου θα φαίνουνταν καλλίτιρου κι όχι αυτό δω για…. Κι για να στο κάνου πχιο λιανά για να του καταλάβς κυρά Καλιόπη, ιγώ ντη Λαμπρινούδα μ ντη βλέπου θαν άγαλμα, θαν άγγιλουν που λάμπει μπρουστά μ, κι ντη χαίρουμει όπους είνει. Έτσι μι αρέσει, αδύνατη όπου είνει, κι λέγει συ ότι θέλς….Για πάρει τα μάτχια μ να ντη δγεις, να καταλάβς τι λουγιό ουμουρφιά έχει μέσα τς, αυτήνα ντην ουμουρφιά που συ δεν μπουρείς να δγεις, κι τα δικά μ τα μάτχια χτάζουν….
Σ Λαμπρινούδας τα μάτχια έλαμπαν απού χαρά κι ιφχαρήστηση μι αυτά απού άγκει απ του στόμα σ Παντιλή κι σ Καλιόπς όλου κι κατσούφχιαζαν κι τόπους δε ντη χουρούσει κι καταλάβινει ότι Παντιλής είχει του δίκιου μι του μέρους τ. Κι η κυρά Βαγγιλή, που άγκει τι έλιγαν κι για να μπιτίσει του μουχαμπέτι μη λάχει κι παρηξηγηθούν Παντιλής κι η Καλιόπη, είπει κι αυτήνα ντη γνώμη τς……
-Καλά, σουστά κι όμουρφα τα λές κυρ Παντιλή. Καθένας μας μι τα μάτχια τ, βλέπει αλοιώς του ίδγιου του πράγμα, γιατί αθρώποι είμαστει, άλλουν ντουν έκαμει η Θιός έτσι κι άλλουν αλλοιώς. Ας είνει μιγάλη η χάρη τ, Σταυρού που είνει σήμιρα, ας καλουφωτίζει όλουν ντου κόσμου κι ας μας αξιώσει κι πάλι να ξανανταμουθούμει…..
Κι καταπόδι, αφού σκώθηκαν όλνοι απ του τραπέζι κι η Βαγγιλή έδουκει ζ Λαμπρινούδα ένα βάζου μι γλυκό, πέντη λουκμούδγια για τα πιδγιά κι πέντη φέτεις απ του καθάργιου του ψουμί, βγήκαν όλνοι μαζί μέχρι ντην αυλή…. Παντιλής καταπόδι, έλυσει τα πράματα απ του αχούρι, φώναξει κι τα πιδγιά, κι αφού όλνοι καβαλίκιψαν, τα πράματα, ιφχαρήστησαν κι χιρέτσαν ντη Βαγγιλή, κι αυτήνα σ ξιπρουβόδσει μέχρι όξου ζντου δρόμου……
ΠΡΩΤΗ ΣΕΡΡΩΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ
https://www.facebook.com/groups/894434493933404/permalink/979516738758512/

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου