Ο Κωνσταντίνος Ντέλλας μάς συστήνει τον Έλληνα Βρυκόλακα.
Πώς σου ήρθε ν’ ανακατευτείς με τους βρυκόλακες;Αυτό ξεκίνησε διαβάζοντας.
Μ’ αρέσει να διαβάζω ξένους περιηγητές που ήρθαν στην Ελλάδα πριν και μετά την
Επανάσταση και κατέγραφαν ημερολογιακά τις εντυπώσεις τους. Κάποια στιγμή έπεσα
στο κείμενο ενός καθολικού παπά, του Fransois Richard, με τον τίτλο «Αυτό που οι Έλληνες
ονομάζουν βουρκόλακες». Έψαξα κι άλλα κείμενα περιηγητών, αστικούς μύθους, τοπικές
εφημερίδες, λαογραφικές μελέτες και μέσα από αυτό το υλικό επιλέχθηκε η δομή της
παράστασης, που ξεκινάει με ποίημα – Βαλαωρίτης – τελειώνει με ποίημα – του νεκρού
αδερφού – και ανάμεσα υπάρχουν όλες οι απόψεις: και του Γάλλου ιερέα, ο οποίος
πιστεύει ότι υπάρχουν βρυκόλακες, αλλά και του βοτανολόγου περιηγητή που, ως
επιστήμονας, μιλάει για μαζική ψευδαίσθηση.
Μ’ αρέσει να διαβάζω ξένους περιηγητές που ήρθαν στην Ελλάδα πριν και μετά την
Επανάσταση και κατέγραφαν ημερολογιακά τις εντυπώσεις τους. Κάποια στιγμή έπεσα
στο κείμενο ενός καθολικού παπά, του Fransois Richard, με τον τίτλο «Αυτό που οι Έλληνες
ονομάζουν βουρκόλακες». Έψαξα κι άλλα κείμενα περιηγητών, αστικούς μύθους, τοπικές
εφημερίδες, λαογραφικές μελέτες και μέσα από αυτό το υλικό επιλέχθηκε η δομή της
παράστασης, που ξεκινάει με ποίημα – Βαλαωρίτης – τελειώνει με ποίημα – του νεκρού
αδερφού – και ανάμεσα υπάρχουν όλες οι απόψεις: και του Γάλλου ιερέα, ο οποίος
πιστεύει ότι υπάρχουν βρυκόλακες, αλλά και του βοτανολόγου περιηγητή που, ως
επιστήμονας, μιλάει για μαζική ψευδαίσθηση.
Εσύ έχεις κάτι μεταφυσικό μέσα σου ή προσεγγίζεις το θέμα ακαδημαϊκά;Θεωρώ
ότι έχω όλα τα στοιχεία μέσα μου, όπως ο καθένας. Είναι φορές που ψυχανεμίζομαι, που
ακούω το ένστικτό μου, άλλες φορές πάλι δουλεύω καθαρά με το μυαλό. Απ’ όλα είμαστε
όλοι. Γι’ αυτό ακριβώς δεν ήθελα να πάρει η παράσταση κάποια κατεύθυνση, αλλά να
σταθεί με σεβασμό απέναντι στο θέμα της. Όλα αυτά προκύπτουν από την αγωνία του
ανθρώπου να ονομάσει κάτι και από την αγωνία του κοινωνικού συνόλου να έχει έναν
κοινό εχθρό. Δεν επιδίωξα να κάνω ένα ντοκιμαντέρ, αλλά να βγει η αίσθηση του πράγματος.
Αλλά είναι και μια ευκαιρία να αφεθεί ο θεατής στο παραμύθι, να χαμογελάσει με
συμπάθεια, να φτιάξει εικόνες. Γι` αυτό και γίνεται το περπάτημα στο χώρο του θεάτρου.
ότι έχω όλα τα στοιχεία μέσα μου, όπως ο καθένας. Είναι φορές που ψυχανεμίζομαι, που
ακούω το ένστικτό μου, άλλες φορές πάλι δουλεύω καθαρά με το μυαλό. Απ’ όλα είμαστε
όλοι. Γι’ αυτό ακριβώς δεν ήθελα να πάρει η παράσταση κάποια κατεύθυνση, αλλά να
σταθεί με σεβασμό απέναντι στο θέμα της. Όλα αυτά προκύπτουν από την αγωνία του
ανθρώπου να ονομάσει κάτι και από την αγωνία του κοινωνικού συνόλου να έχει έναν
κοινό εχθρό. Δεν επιδίωξα να κάνω ένα ντοκιμαντέρ, αλλά να βγει η αίσθηση του πράγματος.
Αλλά είναι και μια ευκαιρία να αφεθεί ο θεατής στο παραμύθι, να χαμογελάσει με
συμπάθεια, να φτιάξει εικόνες. Γι` αυτό και γίνεται το περπάτημα στο χώρο του θεάτρου.
Αυτό το περπάτημα εμένα μου θύμισε λίγο το Πουθενά του Δημήτρη Παπαϊωάννου,
που με το έργο του εκείνο μας ξανασύστησε πριν τέσσερα χρόνια το ανακαινισμένο
Εθνικό Θέατρο και μας έδειξε τις τεχνικές δυνατότητες της σκηνής του. Κάπως έτσι
είδα και την παράστασή σας: οι βρυκόλακες ξεναγούν τους θεατές στο επί σειρά
ετών στοιχειωμένο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.Όχι, η λογική μας δεν ήτανε να δείξουμε
το θέατρο και τις δυνατότητές του. Άλλωστε το θέατρο έχει κι άλλους χώρους τρομερά
ενδιαφέροντες και θα μπορούσε όλη η παράσταση να γίνει on the road. Φτιάχτηκε όμως
έτσι ώστε αρχικά, να μη σε φέρει σαν θεατή σε δύσκολη θέση (δυσφορία, κλειστοφοβία) και,
κυρίως, να σου αφήνει την αίσθηση ότι όταν ξαναπάς στο θέατρο μπορεί κάπου στον
εξώστη να είναι κάποιος που να παρακολουθεί μαζί σου το έργο. Ήθελα οι θεατές να
φεύγουν με την αίσθηση ότι κάποιος τους κοιτάζει από το παράθυρο. Αυτή η αίσθηση είναι
για μένα πιο πολύτιμη από το να «τρομάξεις» το θεατή.
που με το έργο του εκείνο μας ξανασύστησε πριν τέσσερα χρόνια το ανακαινισμένο
Εθνικό Θέατρο και μας έδειξε τις τεχνικές δυνατότητες της σκηνής του. Κάπως έτσι
είδα και την παράστασή σας: οι βρυκόλακες ξεναγούν τους θεατές στο επί σειρά
ετών στοιχειωμένο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.Όχι, η λογική μας δεν ήτανε να δείξουμε
το θέατρο και τις δυνατότητές του. Άλλωστε το θέατρο έχει κι άλλους χώρους τρομερά
ενδιαφέροντες και θα μπορούσε όλη η παράσταση να γίνει on the road. Φτιάχτηκε όμως
έτσι ώστε αρχικά, να μη σε φέρει σαν θεατή σε δύσκολη θέση (δυσφορία, κλειστοφοβία) και,
κυρίως, να σου αφήνει την αίσθηση ότι όταν ξαναπάς στο θέατρο μπορεί κάπου στον
εξώστη να είναι κάποιος που να παρακολουθεί μαζί σου το έργο. Ήθελα οι θεατές να
φεύγουν με την αίσθηση ότι κάποιος τους κοιτάζει από το παράθυρο. Αυτή η αίσθηση είναι
για μένα πιο πολύτιμη από το να «τρομάξεις» το θεατή.
Έτσι, καθ’ οδόν, πρωτοπαρουσιάσατε το έργο και πέρυσι στο Μουσείο Μπενάκη;
Ναι, και εκεί ήταν συγκλονιστικό που παίζαμε ανάμεσα στις επιτύμβιες στήλες. Τώρα,
στον Πειραιά, ακριβώς επειδή πρόκειται για μια παράσταση site specific, δουλέψαμε
πολύ μέσα στο χώρο του θεάτρου. Το ζήσαμε. Και με το σκηνογράφο, που τώρα μένει
στο Λονδίνο, ήμασταν σε διαρκή επικοινωνία για να αποφασίσουμε ποια στοιχεία έπρεπε
να μείνουν από την παράσταση στο Μπενάκη και ποια όχι. Δε με ιντριγκάρει καθόλου
να πάρω μια κουμπωμένη παράσταση και να τη μεταφέρω απλά σε έναν άλλο χώρο.
Ναι, και εκεί ήταν συγκλονιστικό που παίζαμε ανάμεσα στις επιτύμβιες στήλες. Τώρα,
στον Πειραιά, ακριβώς επειδή πρόκειται για μια παράσταση site specific, δουλέψαμε
πολύ μέσα στο χώρο του θεάτρου. Το ζήσαμε. Και με το σκηνογράφο, που τώρα μένει
στο Λονδίνο, ήμασταν σε διαρκή επικοινωνία για να αποφασίσουμε ποια στοιχεία έπρεπε
να μείνουν από την παράσταση στο Μπενάκη και ποια όχι. Δε με ιντριγκάρει καθόλου
να πάρω μια κουμπωμένη παράσταση και να τη μεταφέρω απλά σε έναν άλλο χώρο.
Οι στολές που φοράς εσύ και οι άλλες δύο ηθοποιοί από ποια μέρη
της Ελλάδας προέρχονται;
Η μία είναι η στολή της Κερκυραίας νύφης, η άλλη είναι η αστική φορεσιά της βασίλισσας
Αμαλίας, και η δική μου είναι η αστική φουστανέλα των Αθηνών. Και οι τρεις στολές
είναι λευκές, αποχρωματισμένες, γιατί δεν ήθελα να υπάρχει μια κατευθυντήρια γραμμή,
αλλά τα κουστούμια να λειτουργούν σαν ένας καμβάς όπου ο θεατής φτιάχνει τις δικές του
εικόνες. Όπως εμείς βλέπουμε αποχρωματισμένα τα αγάλματα της αρχαιότητας και τα
έχουμε συνηθίσει λευκά, έτσι ήθελα να αποδοθεί και αυτό το σκοτεινό κομμάτι του βρυκόλακα,
που δεν έχει περάσει στη συνείδησή μας. Επηρεάστηκα επίσης και από τη λογική των
φαγιούμ, των αιγυπτιακών νεκρικών προσωπείων: οι μούμιες είναι λευκές και μόνο τα
πρόσωπα είναι χρωματισμένα. Ο ηθοποιός με τη λευκή φορεσιά ουσιαστικά ζωντανεύει
μια μούμια. Γι’ αυτό φτιάχτηκαν οι φορεσιές έτσι: να μην κολλάει το μάτι σου πουθενά,
αλλά να διαμορφώνεται μια αίσθηση.
της Ελλάδας προέρχονται;
Η μία είναι η στολή της Κερκυραίας νύφης, η άλλη είναι η αστική φορεσιά της βασίλισσας
Αμαλίας, και η δική μου είναι η αστική φουστανέλα των Αθηνών. Και οι τρεις στολές
είναι λευκές, αποχρωματισμένες, γιατί δεν ήθελα να υπάρχει μια κατευθυντήρια γραμμή,
αλλά τα κουστούμια να λειτουργούν σαν ένας καμβάς όπου ο θεατής φτιάχνει τις δικές του
εικόνες. Όπως εμείς βλέπουμε αποχρωματισμένα τα αγάλματα της αρχαιότητας και τα
έχουμε συνηθίσει λευκά, έτσι ήθελα να αποδοθεί και αυτό το σκοτεινό κομμάτι του βρυκόλακα,
που δεν έχει περάσει στη συνείδησή μας. Επηρεάστηκα επίσης και από τη λογική των
φαγιούμ, των αιγυπτιακών νεκρικών προσωπείων: οι μούμιες είναι λευκές και μόνο τα
πρόσωπα είναι χρωματισμένα. Ο ηθοποιός με τη λευκή φορεσιά ουσιαστικά ζωντανεύει
μια μούμια. Γι’ αυτό φτιάχτηκαν οι φορεσιές έτσι: να μην κολλάει το μάτι σου πουθενά,
αλλά να διαμορφώνεται μια αίσθηση.
Για τον τίτλο «ο Έλλην βρυκόλαξ» γιατί επέλεξες την καθαρεύουσα;
Γιατί ενέχει και το υποβλητικό στοιχείο και τη σκοτεινιά που βγάζει το συγκεκριμένο
θεμα, αλλά παράλληλα,
η υπερβολή και το πομπώδες ύφος κρύβουν το υπολανθάνον χιούμορ που ήθελα να βγει.
Όλες αυτές οι τραγικές καταστάσεις στην προσπάθεια εξόντωσης των βρυκολάκων, εκτός
από τρομερά τραγικές και σοκαριστικές, είναι και σε μεγάλο βαθμό αστείες.
Γιατί ενέχει και το υποβλητικό στοιχείο και τη σκοτεινιά που βγάζει το συγκεκριμένο
θεμα, αλλά παράλληλα,
η υπερβολή και το πομπώδες ύφος κρύβουν το υπολανθάνον χιούμορ που ήθελα να βγει.
Όλες αυτές οι τραγικές καταστάσεις στην προσπάθεια εξόντωσης των βρυκολάκων, εκτός
από τρομερά τραγικές και σοκαριστικές, είναι και σε μεγάλο βαθμό αστείες.
Ο Έλληνας βρυκόλακας διαφέρει από τους ξένους;Ο Έλληνας βρυκόλακας έχει
περισσότερο την έννοια της βασανισμένης ψυχής. Είναι φορές – λίγες βέβαια – που
οι βρυκόλακες εμφανίζονται με καλό σκοπό, όπως στη διήγηση του Γάλλου ιερέα, που
ο βρυκόλακας έρχεται και φτιάχνει τα παπούτσια στο τσαγγαράδικο. Ο Έλληνας
βρυκόλακας δεν είναι αερικό, όπως τα δυτικά βαμπίρ. Είναι γήινος. Εξάλλου πάντοτε
εμείς οι βαλκάνιοι είχαμε καλή σχέση με το χώμα.
περισσότερο την έννοια της βασανισμένης ψυχής. Είναι φορές – λίγες βέβαια – που
οι βρυκόλακες εμφανίζονται με καλό σκοπό, όπως στη διήγηση του Γάλλου ιερέα, που
ο βρυκόλακας έρχεται και φτιάχνει τα παπούτσια στο τσαγγαράδικο. Ο Έλληνας
βρυκόλακας δεν είναι αερικό, όπως τα δυτικά βαμπίρ. Είναι γήινος. Εξάλλου πάντοτε
εμείς οι βαλκάνιοι είχαμε καλή σχέση με το χώμα.
Πες μου για την ομάδα, το bouλouki.Είμαστε κάποιοι άνθρωποι που έχουμε
αναπτύξει και συνεχίζουμε να αναπτύσσουμε κοινούς κώδικες επικοινωνίας
και μπορούμε να συνεργαζόμαστε. Περνάμε πολλές ώρες μαζί.
αναπτύξει και συνεχίζουμε να αναπτύσσουμε κοινούς κώδικες επικοινωνίας
και μπορούμε να συνεργαζόμαστε. Περνάμε πολλές ώρες μαζί.
Στην παράσταση εμφανίζεστε τρεις ηθοποιοί.
Δεν είστε λίγοι για να αποκαλείστε μπουλούκι;/
Γενικά παίζω με την τριαδικότητα. Μ’ αρέσει ο αριθμός 3. Μ’ αρέσει να κρατιέται ο πυρήνας,
αλλά αν χρειαστεί να είμαστε περισσότεροι, θα είμαστε. Επίσης, μην ξεχνάμε ότι το bouλouki
δεν είναι μόνο οι ηθοποιοί. Υπάρχουν και άνθρωποι εκτός των ηθοποιών που δουλεύουν
πριν και κατά τη διάρκεια της παράστασης.
Δεν είστε λίγοι για να αποκαλείστε μπουλούκι;/
Γενικά παίζω με την τριαδικότητα. Μ’ αρέσει ο αριθμός 3. Μ’ αρέσει να κρατιέται ο πυρήνας,
αλλά αν χρειαστεί να είμαστε περισσότεροι, θα είμαστε. Επίσης, μην ξεχνάμε ότι το bouλouki
δεν είναι μόνο οι ηθοποιοί. Υπάρχουν και άνθρωποι εκτός των ηθοποιών που δουλεύουν
πριν και κατά τη διάρκεια της παράστασης.
Πότε πρωτοεμφανιστήκατε ως ομάδα;Ουσιαστικά, με τον «Έλληνα Βρυκόλακα»
γίνεται η πρώτη επίσημη αναφορά του ονόματος της ομάδας. Βέβαια το bouλouki, σαν ιδέα,
ξεκίνησε με τον «Ξεπεσμένο Δερβίση» του Παπαδιαμάντη, που έκανα στο Βρυσάκι.
Εκεί μου γεννήθηκε το όνομα γιατί όλος ο κόσμος του Δερβίση ήταν μέσα σε μία βαλίτσα.
Μες στη βαλίτσα υπήρχε ένα κασετόφωνο, ένας φακός, το κουστούμι, όλα. Εκεί ονομάστηκε
αυτό που είχα στο μυαλό μου. Το bouλouki έχει περισσότερο την έννοια της περιπλάνησης,
του ταξιδιού. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
γίνεται η πρώτη επίσημη αναφορά του ονόματος της ομάδας. Βέβαια το bouλouki, σαν ιδέα,
ξεκίνησε με τον «Ξεπεσμένο Δερβίση» του Παπαδιαμάντη, που έκανα στο Βρυσάκι.
Εκεί μου γεννήθηκε το όνομα γιατί όλος ο κόσμος του Δερβίση ήταν μέσα σε μία βαλίτσα.
Μες στη βαλίτσα υπήρχε ένα κασετόφωνο, ένας φακός, το κουστούμι, όλα. Εκεί ονομάστηκε
αυτό που είχα στο μυαλό μου. Το bouλouki έχει περισσότερο την έννοια της περιπλάνησης,
του ταξιδιού. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Γιατί bouλouki και όχι μπουλούκι;Η λέξη είναι τουρκική. Σκέφτηκα το ένα γράμμα
να είναι ελληνικό για να δίνει την αίσθηση του δανείου και της οικειοποίησης.
να είναι ελληνικό για να δίνει την αίσθηση του δανείου και της οικειοποίησης.
Εσύ από πού κατάγεσαι;H οικογένεια του πατέρα μου κατέβηκε από την Ήπειρο στη
Θεσσαλία και εγκαταστάθηκε στο χωριό Πρίνος, έξω από τα Τρίκαλα. Η οικογένεια της
μητέρας μου είναι ποντιακής καταγωγής, εγκατεστημένη στον οικισμό Σ.Σ. Μουριών,
στο Κιλκίς. Εγώ γεννήθηκα το 1976 στον Πειραιά και μεγάλωσα στην Ηλιούπολη.
Θεσσαλία και εγκαταστάθηκε στο χωριό Πρίνος, έξω από τα Τρίκαλα. Η οικογένεια της
μητέρας μου είναι ποντιακής καταγωγής, εγκατεστημένη στον οικισμό Σ.Σ. Μουριών,
στο Κιλκίς. Εγώ γεννήθηκα το 1976 στον Πειραιά και μεγάλωσα στην Ηλιούπολη.
Οι σπουδές σου;Έχω σπουδάσει θεολογία σε εκκλησιαστική σχολή. Αργότερα πήγα
στη δραματική σχολή του Διαμαντόπουλου. Ενώ σε πρώτο επίπεδο φαίνονται αντίθετα,
η θεολογία και το θέατρο έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους και είναι ωραίο να τα
ανακαλύπτεις: τα παγανιστικά κατάλοιπα στην ορθοδοξία, το εκκλησιαστικό τελετουργικό
που είναι βασισμένο στην τραγωδία κ.α. Όλο αυτό το υλικό όμως έχω ανάγκη να το
απομακρύνω από το φολκλόρ, μουσειακό, πεπερασμένο ύφος. Διδάσκω παραδοσιακούς
χορούς στο Λύκειο Ελληνίδων, κάνω παραστάσεις, αλλά πάντα έχω την ανάγκη η παράδοση
να υπάρξει σε μια γλώσσα σημερινή. Όλα αυτά τα στοιχεία και οι αναφορές με έκαναν να
προσεγγίσω το θέμα του Βρυκόλακα σφαιρικά και να βάλω στοιχήματα για το πώς θα το
εκλάβει ο θεατής. Όλα αυτά υπάρχουν μέσα μας, μιλάμε για ένα συλλογικό ασυνείδητο.
Πώς μπορεί δηλαδή μια εγκεφαλική προσέγγιση μέσα από την κίνηση να συνδυαστεί
με ήχους από ζουρνάδες και νταούλια που μας χτυπάνε καρδιακά, χωρίς απαραίτητα
να το καταλαβαίνουμε. Και μ’ αρέσει πάντα στις παραστάσεις να υπάρχει το υπόγειο
χιούμορ και το παιχνιδιάρικο στοιχείο. Μ’ αρέσει που ο καθένας ταυτίζεται σε διαφορετικά
πράγματα και σύμφωνα με τις αναφορές του και σύμφωνα με όσα ο ίδιος έχει ανάγκη και
δεν μπορεί να ονομάσει.
στη δραματική σχολή του Διαμαντόπουλου. Ενώ σε πρώτο επίπεδο φαίνονται αντίθετα,
η θεολογία και το θέατρο έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους και είναι ωραίο να τα
ανακαλύπτεις: τα παγανιστικά κατάλοιπα στην ορθοδοξία, το εκκλησιαστικό τελετουργικό
που είναι βασισμένο στην τραγωδία κ.α. Όλο αυτό το υλικό όμως έχω ανάγκη να το
απομακρύνω από το φολκλόρ, μουσειακό, πεπερασμένο ύφος. Διδάσκω παραδοσιακούς
χορούς στο Λύκειο Ελληνίδων, κάνω παραστάσεις, αλλά πάντα έχω την ανάγκη η παράδοση
να υπάρξει σε μια γλώσσα σημερινή. Όλα αυτά τα στοιχεία και οι αναφορές με έκαναν να
προσεγγίσω το θέμα του Βρυκόλακα σφαιρικά και να βάλω στοιχήματα για το πώς θα το
εκλάβει ο θεατής. Όλα αυτά υπάρχουν μέσα μας, μιλάμε για ένα συλλογικό ασυνείδητο.
Πώς μπορεί δηλαδή μια εγκεφαλική προσέγγιση μέσα από την κίνηση να συνδυαστεί
με ήχους από ζουρνάδες και νταούλια που μας χτυπάνε καρδιακά, χωρίς απαραίτητα
να το καταλαβαίνουμε. Και μ’ αρέσει πάντα στις παραστάσεις να υπάρχει το υπόγειο
χιούμορ και το παιχνιδιάρικο στοιχείο. Μ’ αρέσει που ο καθένας ταυτίζεται σε διαφορετικά
πράγματα και σύμφωνα με τις αναφορές του και σύμφωνα με όσα ο ίδιος έχει ανάγκη και
δεν μπορεί να ονομάσει.
Αυτό το μούσι έρχεται από τα χρόνια της θεολογίας;
Όχι, από το «Δερβίση». Εκεί το αγάπησα.
Όχι, από το «Δερβίση». Εκεί το αγάπησα.
«Ο Έλλην βρυκόλαξ»Σκηνοθεσία – διασκευή κειμένων: Κωνσταντίνος Ντέλλας
Παίζουν: Μαρία Μπαγανά, Κωνσταντίνος Ντέλλας, Έλενα Γεωργίου
Πρωτότυπη μουσική – επεξεργασία ήχου: Παναγιώτης Γεωργοκώστας
Ενδυματολογική επιμέλεια: Ντιάνα Νοτάρογλου
Παίζουν: Μαρία Μπαγανά, Κωνσταντίνος Ντέλλας, Έλενα Γεωργίου
Πρωτότυπη μουσική – επεξεργασία ήχου: Παναγιώτης Γεωργοκώστας
Ενδυματολογική επιμέλεια: Ντιάνα Νοτάρογλου
Τα δευτερότριτα ως τις 11 Φεβρουαρίου, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου