Την παρακάτω ιστορία που θα ακούσεις μπορείς και να την πάρεις για παραμύθι. Όμως έτσι συμβαίνει, και έτσι πρέπει να είναι με κάθε ιστορία απ’ τα παλιά, οπότε οι άνθρωποι ήσαν αληθινοί, γεμάτοι από καρδιά, ανδρεία και θέληση για ζωή.
Είναι ιστορία που δεν χρειάζεται να πας πολύ πίσω στο χρόνο ή να ταξιδέψεις σε μέρη μακρυνά για να την βρείς, καθώς ο ήρωάς της, ακόμα τώρα που τούτα τα λόγια γράφονται, είναι ανάμεσά μας. Αν θες να μεταφερθείς σε μια άλλη εποχή, αρκεί να μπείς σε ένα αυτοκίνητο και να πας μια βόλτα, κάτω στα ένδοξα μέρη της Λακωνίας. Εκεί θα βρείς πλούσιο και λαμπρό παρελθόν από κάθε εποχή της Ελληνικής ιστορίας, και θα θαυμάσεις σαν συνειδητοποιήσεις ότι αυτή η πορεία της Ελληνικής δόξας συνεχίζεται ως τις μέρες μας.
Γιατί εκεί, στο απομονωμένο Μοναστήρι της Παναγίας της Ζερμπίτσας σε μια πλαγιά του Ταϋγέτου, μόλις μπείς έχεις ήδη κάνει ένα μεγάλο βήμα σε τόπο και χρόνο διαφορετικό – τόπο ιερό και χρόνο σταματημένο. Εκεί, κάτω από έναν χιλιόχρονο πλάτανο, δίπλα σε μια αρχαία πηγή, θα δείς καθισμένο ένα γεροντάκι στα μέσα των ογδόντα του, λιγνό, καμπουριασμένο, με χιονάτη γενειάδα. Φαντάζει σαν κανένα αρχαίο καρυοφίλι, ακουμπισμένο σε ένα ντιβάνι με χειροποίητα κηλίμια απλωμένα πάνω του, στη σάλα ενός παλιού χωριάτικου αρχοντικού. Μι παλαιϊκή ασυνήθιστη ευωδιά κυριαρχεί στον αέρα. Η φωνή του είναι απαλή σαν του παιδιού. Το λεπτό του πρόσωπο, με ελαφρά γερμένο το κεφάλι στο πλάι, σε κοιτάει διαπεραστικά και έντονα, με τα γερασμένα αλλά λαμπερά και γλυκά του μάτια. Δεν αντέχεις και κοιτάς χάμω. Ίσως να μη σου γεμίσει το μάτι με την πρώτη αυτός ο ησύχιος, ταπεινός καλόγερος, ο Γέροντας Παύλος Ζησάκης. Κι όμως, το τώρα μπασμένο απ’ τα χρόνια κορμί του, στάθηκε άλλοτε πλάτανος σωστός που ορθωνόταν στα βουνά της Ηπείρου και του Ρούπελ. Μην ξαφνιαστείς όταν ακούσεις πως αυτό το ταπεινό γεροντάκι στα νιάτα του στάθηκε ένα από τα μεγαλύτερα θεριά που έβγαλε η Ήπειρος και το ’40.
Από τα λίγα λόγια που έχει κατά καιρούς εμπιστευτεί το ταπεινό του πνεύμα στους γύρω του και κυρίως στα πνευματικά του παιδιά, στάθηκε δυνατό να συνθέσουμε την παρακάτω ιστορία.
Στα ένδοξα, λοιπόν και θρυλικά χρόνια του σαράντα ο γέροντας αυτός βρισκόταν στον ανθό της νιότης του και είχε κατασταλάξει να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο στο Άγιο το Όρος. Όντας ανήλικος ακόμα, τρείς φορές πήγε στο Όρος και τρείς φορές τον πισωγύρισαν οι γονείς του, γιατί είχε άλλες τέσσερις ανύπαντρες αδελφές. Έτσι όταν ξέσπασε ο πόλεμος της 28ης τον επιστράτευσαν μαζί με τους άλλους να πάει να σηκώσει τουφέκι κατά των εισβολέων. Δυστυχώς, για την Πίνδο δεν έχει εκμυστηρευθεί πολλά πράγματα. Το σίγουρο είναι πως λοχαγό του πυροβολικού θα τον βρείς, τον Απρίλιο εκείνον του ’41, στο οχυρό του Ρούπελ. Από τα απόρθητα εκείνα φυλάκια, για έξι ολάκερες μέρες οι Έλληνες μαχητές άντεξαν στις κτηνώδεις αλλεπάλληλες επιθέσεις των νέων Ούννων. Όσα τεθωρακισμένα κι αν έστειλε ο Γερμανός στρατηγός, αδιάκοπη φωτιά και σίδερο έτρωγαν από τα πυροβόλα των οχυρών, σα μαστίγιο σκληρό Κι αυτές οι βουρδουλιές που έτρωγαν στην πλάτη τα μηχανοκίνητα ναζιστικά τέρατα αντιλάλησαν σε όλη την Ευρώπη. Η αντίσταση τους υπεράνθρωπη, ξεφεύγει από τα όρια της πραγματικότητας. Οι άνανδροι Ναζί, βλέποντας ότι δεν ήταν δυνατό να καταβάλλουν με αντρίκεια μέσα τέτοιους τιτάνες, που λες και είχαν αναστηθεί από χρόνια μυθικά, επιστράτευσαν το πιο μπαμπέσικο και δολιοτρόπο όπλο που έβγαλε η παραφροσύνη του περασμένου αιώνα. Χημικά αέρια. Από τους δεκατρείς πυροβολητές που είχε ο γενναίος Παύλος Ζησάκης στις διαταγές του, επέζησαν μόνο δύο και μαζί με αυτόν τρείς, όλοι τραυματισμένοι. Κι αυτοί ήταν οι μόνοι που βρέθηκαν ζωντανοί όταν οι Γερμανοί μπήκαν στο ψεκασμένο με δηλητήριο οχυρό τους, τη μέρα που με πισώπλατη, χειρότερη μπαμπεσιά οι αρχηγοί στη Θεσσαλονίκη υπέγραψαν την ιταμή παράδοση στους Ναζιστές. Ο Παύλος Ζησάκης ήταν σε άσχημη κατάσταση. Οι φωνητικές του χορδές για πάντα κατεστραμμένες από τα δηλητήρια αέρια και με ένα… βλήμα στην καρδιά.
Ο κυπαρίσσιος, μελαχρινός νεαρός πολεμιστής κείτεται αναίσθητος δίπλα στο πυροβόλο του και οι άλλοι δυο σε παρόμοια κατάσταση. Την ίδια ώρα στους επιζήσαντες των άλλων θρυλικών οχυρών, οι Γερμανοί επιτρέπουν την έξοδο σε παράταξη και τους αποδίδουν τιμές νικητών, γιατί δεν νικήθηκαν στο πεδίο της μάχης ποτέ, αλλά στο γραφείο κάποιου δειλού επιτελάρχη. Αυτοί ήταν οι επικοί ήρωες που στάθηκαν οι αληθινοί νικητές στο πεδίο της δόξας και που τους το αναγνώρισαν ακόμα και οι εχθροί τους.
Ο Παύλος Ζησάκης με τους δυο συντρόφους του, έγιναν τραυματίες πολέμου και οι Γερμανοί, καθώς όριζαν οι διεθνείς συνθήκες για τους αιχμαλώτους πολέμου, τους περιμάζεψαν και τους κουβάλησαν σε νοσοκομείο δικό τους στη Βουλγαρία, όπου θα ελάμβαναν ιατρική φροντίδα, ώστε να αναρρώσουν πλήρως. Εκεί στη Σόφια βρέθηκε ο νεαρός πολεμιστής, με πολλά τραύματα σε όλο του το σώμα, αλλά το πλέον σοβαρό ήταν ένα βλήμα σφηνωμένο στην καρδιά. Συνολικά δέκα τραύματα φέρει σε όλο του το σώμα μετά από τα δέκα χρόνια που χάρισε από τη ζωή του στην Πατρίδα.
Περίπου εξήντα χρόνια από τότε που τραυματίστηκε στο Ρούπελ κι όλοι οι καρδιολόγοι της Ελλάδας τρίβουν τα μάτια τους και σκίζουν τα πτυχία τους.
- Καλά ρε καλόγερε! Δε ντρέπεσαι να μας κοροϊδεύεις, πως ζείς με βλήμα στην καρδιά;!, αγανακτούν οι περισσότεροι μόλις το ακούνε.
- Ε, τι να κάνω εγώ; Έτσι το θέλησε ο Θεός παιδί μου! Ψέμματα να σου πω;!, απαντάει μακάρια ο ησύχιος γέροντας Παύλος.
Τότε όμως, το 1941, πίσω στην Κόνιτσα η μάνα του τον είχε για νεκρό. Πάνε έξι μήνες από τότε που ο πόλεμος είχε επισήμως τελειώσει και καμιά είδηση δεν είχε πάρει για τον γιό της, αν ζεί ή πέθανε, ο ελληνικός στρατός αγνοούσε τι είχαν απογίνει εκείνοι οι αιχμάλωτοι. Του έχει στήσει έναν σεμνό, ξύλινο σταυρό με το όνομα του πάνω γραμμένο, στο κηπαλάκι της και σήμερα βγήκε σαν κάθε μέρα να του κάνει ένα μνημόσυνο. Έχει φτιάξει κόλλυβα και με τα μάτια βρύσες, σιγοψέλνει τους κανόνες και κουνάει το μικρό λιβανιστήρι. Ξάφνου ακούει το πορτόνι της αυλής να τρίζει. Ποιος τολμά να την ενοχλήσει αυτή την πένθιμη στιγμή; Μια ισχνή παραμορφωμένη φωνή ακούγεται – λες και έρχεται από τον κάτω κόσμο:
- Μάνα μου! Γύρισα!...
Στο αντίκρυσμα του μελαχρινού νεαρού, ψηλόλιγνου σαν κυπαρίσσι, η καψερή μάνα πέφτει λιπόθυμη.
Ο νεαρός ακόμα Παύλος επέστρεψε στον τακτικό στρατό και έδρασε κατά την Αντίσταση ως αξιωματικός ενώ έφτασε κι ως τον βαθμό του ταγματάρχη. Και γι’ αυτήν την περίοδο λίγα θα σου εκμυστηρευθεί και έτσι δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα από τον ίδιο. Σίγουρα θα σκάρωσε διάφορα θαυμαστά και στην Αντίσταση, αλλά και μετά το 1944, δυστυχώς δεν σταμάτησε να πολεμά. Όμως, και για να φανεί πως αυτή η ιστορία είναι αληθινή και αντικειμενική, να ένα άλλο από τα κατορθώματά του που το διηγείται ένας από τους συγχωριανούς του στην Κόνιτσα. Είχε ξεσπάσει ο αδερφοκτόνος πόλεμος και είχε κληθεί να κάνει το χρέος του ως ταγματάρχης του τακτικού στρατού εναντίον της ύπουλης απειλής του ανθέλληνα κομμουνισμού. Ήταν η εποχή όπου έπρεπε να φυλάς και το σπίτι και την φαμελιά σου μοναχός σου. Ετούτος, λοιπόν, ο ακαταμάχητος και ακούραστος πολεμιστής κάθισε να φυλάει το χωριό του και τους συγχωριανούς του στην Κόνιτσα. Όπως λένε ακόμα οι ντόπιοι, «όσο καλά ήξερε να κρατάει το σταυρό και το λιβανιστήρι, τόσο καλά ήξερε και να παίζει με το περίστροφο».
Κάποια φορά ακούστηκε πως τρακόσοι κομμουνιστές συμμορίτες έρχονταν προς την Κόνιτσα. Ήταν σίγουρο: θα έκαιγαν, θα λεηλατούσαν την πόλη και θα έσφαζαν τους κατοίκους, όπως έκαναν και όπου αλλού τύχαινε να πατήσουν το πόδι τους . Ο ταγματάρχης Παύλος Ζησάκης είχε πενήντα τακτικούς στρατιώτες. Στην κρίσιμη, αποφασιστική στιγμή το μυαλό του ξυράφι και η αντίδραση του καίρια. Βάζει τους πενήντα δικούς του να ανάψουν από μια μεγάλη φωτιά ο καθένας γύρω από την πόλη, ώστε να φαίνονται από μακρυά. Η καβαλαρία πάνω που καταφθάνει, αντικρίζοντας το θέαμα από μακρυά. Καπνούς και ψηλές φωτιές.
- Τι γίνεται εκεί ωρέ σύντροφοι;
- Μάλλον θα μας προφτάξανε άλλοι που πάνε πιο μπροστά!
Έτσι είπαν και έστριψαν για άλλη μεριά. Η Κόνιτσα γλύτωσε από βέβαιη καταστροφή και με το τέχνασμα αυτό, ο Παύλος Ζησάκης απέτρεψε άλλη μια μάταιη αδερφική συμπλοκή, άλλη μια αιματοχυσία.
Τελικά ύστερα από δέκα σκληρά χρόνια πολέμου, αφού πια είχε τελειώσει και ο συμμοριτοπόλεμος, ο γέροντας γύρισε επιτέλους στο αγαπημένο του Άγιο Όρος όπου έγινε μοναχός και ασκήτεψε πολλά χρόνια μόνος του και αργότερα, ύστερα από χρόνια, έγινε και ηγούμενος στην Μεγίστη Λαύρα. Οι κάτοικοι της πόλης της Κόνιτσας, όμως, για να θυμούνται την σωτήρια δράση του γέροντα, του αφιερώσανε μια πλατεία στην Κόνιτσα. Πλατεία πατρός Παύλου Ζησάκη.
Και όντως ο π. Παύλος κατάγεται από αυτήν την πόλη-φυτώριο σύγχρονων αγίων φωτισμένων πατέρων της Εκκλησίας. Ανήκει στην γενιά εκείνη που ανέδειξε τον γέροντα Παΐσιο και τον γέροντα Πορφύριο. Με τον πρώτο ήταν γειτονόπουλα και παιδικοί φίλοι στην Κόνιτσα. Ενώ αργότερα, ως μοναχός, ο γέρων Παΐσιος διάλεξε τον μεγαλύτερο σε ηλικία γέροντα Παύλο ως πνευματικό του οδηγό και εξομολόγο. Όλα αυτά όμως τα κρατά προσεκτικά κρυφά ο ταπεινός αυτός γέροντας και όντως πολλοί λίγοι τα γνωρίζουν. Είναι αλήθεια πως ο Θεός τον έχει προορίσει να επιτελεί το έργο του και την διακονία του στην αφάνεια. Όσοι όμως τον γνωρίζουν δεν τους μένει άλλη επιλογή παρά να δοξολογούν τον πάνσοφο και πανάγαθο Θεό που ακόμα μας λυπάται και αφήνει τέτοιους αγίους ανθρώπους να ζουν ανάμεσά σε μας τους αμαρτωλούς και να μας ευλογούν με την παρουσία τους.
Ετούτη είναι η ιστορία του νέου Οδυσσέα, που περιπλανήθηκε δέκα ολάκερα χρόνια έξω από την πνευματική του πατρίδα. Μοναδικό του παράπονο το ότι τον πήραν με το ζόρι, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, έξω από το Περιβόλι της Παναγίας και μακρυά από την Κυρά του. Κι έτσι έγινε κι αυτός άλλος ένας στην μεγάλη σειρά που ξεκινά από πολύ πίσω. Πάει από τον Αχιλλέα, Θεμιστοκλή, Λεωνίδα, Μεγαλέξαντρο, Βασίλειο Βουλγαροκτόνο, Νικηφόρο Φωκά, Διγενή Ακρίτα, το Μαρμαρωμένο Βασιλιά ως και τους Σουλιώτες, Μανιάτες, Σφακιανούς, Λάμπρο Κατσώνη, Κολοκοτρώνη, Μακρυγιάννη κι όλο το εικοσιένα. Έτσι μόνο για να ξέρουμε εμείς οι τωρινοί που βρισκόμαστε, τι κάνουμε και τι θα έπρεπε να κάνουμε.
Διαβάζοντας αυτήν την θαυμαστή ιστορία αγαπητέ αναγνώστη, θα καταλάβεις πως είναι αλήθεια ότι τους μωρούς και τους φτωχούς διαλέγει ο Παντοδύναμος για να τους κάνει μεγάλους και ξακουστούς. Και έτσι θαυμάζοντάς τους να αναφωνήσεις κι εσύ: «Ως εμεγαλύνθει τα έργα σου Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας».
Ιωάννης Δανδουλάκης
Ανάρτηση από:dimiourgia-epikinonia.blogspot.gr

3 σχόλια:
Είσαι απίστευτος τελικά..λέω που το ξέρω αυτό μόλις είδα τον τίτλο αλλά θυμήθηκα αμέσως ότι είναι του φίλου μας του Γιάννη..θα χαρεί πολύ που θα το δεί..
Καίτη προσπαθούμε σαν blog
τους φίλους που μας στηρίζουν
με τα σχόλια τους και την φιλία τους να τους το δείχνουμε...
Έτσι και αλλιώς..με ή χωρίς σχόλια.
Το δικό μου moto είναι:Η γνώση και η επικοινωνία είναι δημόσιο αγαθό και πρέπει να το προσφέρουμε στον συνάνθρωπο μας χωρίς δόλο και συμφέρον.
Αν θέλουμε να έχουμε φίλους και να μας εκτιμούν όπως εσείς.
Καλημέρα αγαπητοί μου φίλοι! Μόλις σήμερα είδα αυτήν την αναδημοσίευση και χαίρομαι ιδιαίτερα! Σας ευχαριστώ πολύ. Όμως ταυτόχρονα πρέπει να σας ενημερώσω ότι μόλις προχθές ο μακάριος αυτός γέροντας κοιμήθηκε. Μόλις χθες παραβρέθηκα στην εξόδιο ακολουθία και τα συναισθήματα είναι πολλά και βαριά ακόμα. Κάποια στιγμή όμως θα ξαναγράψω κάτι για αυτόν όχι για κανένα άλλο λόγο αλλά για την μνήμη του δικού του ονόματος και μόνο.
Δημοσίευση σχολίου