Αφιέρωμα στην ταλαντούχα
Σπεράντζα Βρανά
Παύλος ο καλός ο μαθητής…….
| Με τον σύζυγό της Παύλο Πατάκα το 1972 |
![]() |
| 2 Σπεράντζα Βρανά Τάκης Χρυσικάκος Μαρία Τζομπανάκη |
![]() |
|
Χυμώδης και αντράκι όπως πάντα
|
![]() |
| Εδώ με την Ρένα Βλαχοπούλου |
Την πρόδωσε
η καρδιά της. Ηταν 81 ετών.Μέχρι τέλους υπήρξε η χαρά της ζωής. Ανθρωπος, όπως
έλεγε, με «άρρωστη αισιοδοξία». Με το ίδιο νάζι και σκέρτσο που τη μάθαμε στο
σινεμά και την επιθεώρηση. Με το ίδιο χαμόγελο. Πληθωρική,
αυτοσαρκαστική.«Αντράκι ήμουνα και είμαι και θα είμαι όσο ζω», συνήθιζε να
λέει. «Στον χαρακτήρα, στην ντομπροσύνη, στο να λέω τα σύκα σύκα και τη σκάφη
σκάφη και να μην αλλάζω γνώμη». Οσοι τη γνώρισαν το επιβεβαιώνουν. Οπως και το
ότι η Σπεράντζα -όνομα και πράγμα- υπήρξε ο ορισμός της ανεξάρτητης γυναίκας,
έτη φωτός μπροστά από την εποχή της, που διεκδίκησε ενεργό ρόλο μέσα από την
απελευθερωμένη σεξουαλικότητά της.«Ημουν ατίθασο πλάσμα», παραδεχόταν, «γι'
αυτό και έφαγα πάρα πολύ ξύλο από τη μαμά μου. Κανένας δεν μπόρεσε να με
τιθασεύσει έως σήμερα».
Εως το τέλος της ζωής της υπήρξε πνευματικά ακμαία. Παρότι ένα τροχαίο, αρχές του 2000, την είχε καθηλώσει, συνέχιζε να είναι δραστήρια. Πέρσι σηκώθηκε και ξαναβγήκε, έστω με μπαστούνια, στο Ηρώδειο για το αφιέρωμα στην παλιά επιθεώρηση του Σταμάτη Κραουνάκη «Χ ΣΚΗΝΗΣ. Αυτά που κάψαν το σανίδι». Ξανατραγούδησε μια παλιά επιτυχία της, «Το τραμ το τελευταίο», έστω και από τη θέση της στις κερκίδες.
|
Η θεατρίνα
|
Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1928. «Παιδί» των
μπουλουκιών, δοκιμάστηκε στο πλευρό όλων των μυθικών τεράτων του ελληνικού
κινηματογράφου και της επιθεώρησης, στην πρόζα, τη μουσική κωμωδία και την
οπερέτα. Σαράντα χρόνια υπηρέτησε με πάθος την επιθέωρηση, είδος με το οποίο
κάνει και την πρώτη επαγγελματική της εμφάνιση το 1948.Τότε ο Σακελλάριος και ο
Γιαννακόπουλος ετοίμαζαν μια επιθεώρηση με νέα ταλέντα στο «Μετροπόλιταν». Ο
Γκιωνάκης τούς μίλησε για τη Σπεράντζα. «Το μεγάλο σου προσόν είναι η φοβερή
ζωντάνια», της είπε ο Σακελλάριος. «Αλλά πρέπει να βρεις έναν τύπο». Και της
έδωσε στην περίφημη επιθεώρηση «Ανθρωποι άνθρωποι» τη μάγκισσα. «Τέτοιοι ρόλοι
δεν μου πήγαιναν ούτε στο σώμα, που ήταν πάρα πολύ θηλυκό, ούτε στην
ψυχοσύνθεση. Γιατί οι μάγκισσες τότε ήτανε πάρα πολύ βαριές. Αλλά εγώ την έκανα
σπεραντζέικη», καμάρωνε.
Υπήρξε για δεκαετίες πρωταγωνίστρια στην επιθεώρηση,
ερμηνεύοντας μερικές από τις μεγαλύτερες μουσικές επιτυχίες της («Αυτό το μάμπο
το μπραζιλέιρο», «Η βαλίτσα», το «Τραμ το τελευταίο»), από το Αλσος Παγκρατίου
ώς το θέατρο «Μπουρνέλη». Υπήρξε επίσης συνθιασάρχης με τους Βασ. Αυλωνίτη, Ν.
Σταυρίδη, Ρένα Βλαχοπούλου, Θανάση Βέγγο, Στάθη Ψάλτη.
«Πρωταγωνίστρια
στην επιθεώρηση έγινα χωρίς να ξέρω -όχι κλακέτες και σπαγκάτ- ούτε τάνγκο! Πώς
να γίνω πρωταγωνίστρια; Με μια σκατοφωνούλα που είχα; Εκανα όμως επιτυχία για
το ταμπεραμέντο μου», ήταν η εξήγηση που έδινε. «Οταν ανέβαινα στη σκηνή,
παίρνανε τα σανίδια φωτιά. Αυτή είμαι και τώρα ακόμα. Μιλάω, και μου λένε
"τσακώνεσαι"».
![]() |
| vrana orfeas thiasos |
Αποσύρθηκε από τη σκηνή το 1985 και άρχισε να
συγγράφει το ένα βιβλίο μετά το άλλο. Την αυτοβιογραφία της «Τολμώ» («γιατί λέω
θα γεράσω και θα τα ξεχάσω»), βιβλία για την επιθεώρηση, για τα μπουλούκια,
αλλά και μυθιστορήματα: «Ο οργασμός του Μπράβο», «Επιθεώρηση καψούρα μου», «Η
ζωή μου στα μπουλούκια», «Η γοητεία της πόρνης», «Τρούμπα», «Τίμιο Μπορντέλο»,
«Απορίες», «Πιπεράτα αυθεντικά», «Πώς πάχυνα κάνοντας δίαιτα», «Ο επιβήτορας».
![]() |
| ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΙΩΝΑΚΗΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, ΣΠΕΡΑΤΖΑ ΒΡΑΝΑ, ΜΙΜΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ. ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΦΥΓΕΙ. |
Εφυγε έχοντας χορτάσει τη ζωή με το... κουτάλι. Μετά
τον πρώτο βραχύ γάμο της στα 16 της, σχέσεις ζωής γι' αυτήν ήταν ο δεσμός της
με τον Κώστα Βουτσά, αλλά και ο 40χρονος γάμος της με τον Παύλο Πατάκα, με τον
οποίο περιόδευσε ως τραγουδίστρια σε κέντρα του εξωτερικού. Είχε έναν
υιοθετημένο γιο.
Η Σπεράντζα
Βρανά άφησε το στίγμα της σε 65 ταινίες.Το κινηματογραφικό
ντεμπούτο της έγινε το '50 στην ταινία «Ελα στο θείο», του Ν. Τσιφόρου.
Τελευταία της εμφάνιση ήταν στο «Safe sex» (1999), των
Ρέππα-Παπαθανασίου. Επαιξε επίσης στις: «Σωφεράκι» (1953), του Γ. Τζαβέλλα,
«Ωραία των Αθηνών» (1954), του Ν. Τσιφόρου, «Κάλπικη λίρα» (1955), του Γ.
Τζαβέλλα, «Δεν μπορούν να μας χωρίσουν» (1965), του Χρ. Κυριακόπουλου
κ.ά.
ΑΠΟ
http://allotino.pblogs.gr
Μία
εβδομάδα πριν ξεφύλλιζα τα βιβλία της, ψάχνοντας λεπτομέρειες για την Καίτη
Μπελίντα. Τα βιβλία της Σπεράντζας Βρανά όμως δεν σε αφήνουν εύκολα: στεκόμουν
σε άλλα γεγονότα της δικής της καλλιτεχνικής και προσωπικής ζωής, γραμμένα με
την αφοπλιστική της ειλικρίνεια και ευθύτητα, και κολλούσα. Πού να το
φανταζόμουν ότι μία εβδομάδα μετά η Σπεράντζα Βρανά θα γινόταν το βασικό θέμα
μιας ανάρτησής μου. Η μεγάλη πρωταγωνίστρια της επιθεώρησης πέθανε σήμερα τα
ξημερώματα, ήρεμα, στον ύπνο της.
| Η Σπεράντζα Βρανά, η Καίτη Μπελίντα και η Χρυσούλα Ζώκα παίζουν χαρτιά στα καμαρίνια του Ακροπόλ |
| Καλοκαίρι του 1967 στη Θεσσαλονίκη. Η Σπεράντζα Βρανά στη σκηνή με τον Βασίλη Αυλωνίτη |
Τα πρώτα χρόνια και τα
μπουλούκια
Η
Ελπίδα Χωματιανού γεννήθηκε στο Μεσολόγγι, μάλλον το 1928. Στα βιβλία της δεν
υπάρχει η ακριβής χρονολογία αλλά από τη διήγησή της προκύπτει ότι γεννήθηκε
αυτή τη χρονιά (βέβαια, αναφέρει επίσης ότι ήταν συμμαθήτρια του Μάνου
Χατζιδάκι—που γεννήθηκε το 1925—και της Άννας Συνοδινού—που γεννήθηκε το 1927.
Άρα τα πράγματα είναι μάλλον κάπως συγκεχυμένα... Στο Τολμώ περιγράφει
τα πολύ δύσκολα παιδικά και νενανικά της χρόνια: οι γονείς της χώρισαν νωρίς
και ο πατέρας της πέθανε όταν εκείνη ήταν 7 χρόνων, η μικρή Ελπίδα μεγάλωσε
στην Αθήνα με τη μητέρα της, την οποία έχασε το 1942, μέσα στην Κατοχή. Αμέσως
μετά βρέθηκε στο Μεσολόγγι για να ζητήσει βοήθεια από τους συγγενείς του πατέρα
της της (η αδελφή της μητέρας της στην Αθήνα είχε ήδη αρνηθεί να την
περιθάλψει), αλλά φαίνεται πως ένα έφηβο κορίτσι ήταν μεγάλο βάρος για
όλους/ες.
Στο «κανονικό» αθηναϊκό θέατρο θα
μπει θριαμβευτικά το καλοκαίρι του 1948. Ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος
Τσαγανέας αποφασίζουν να ανεβάσουν επιθεώρηση στη θερινή Λυρική Σκηνή που
μετονομάζουν σε «Μετροπόλιταν». Η ιδέα τους είναι να παρουσιάσουν ένα θίασο που
θα στελεχώσουν νέα ταλέντα. Τα μόνα «μεγάλα» ονόματα είναι ο Ορέστης Μακρής και
ο Χρήστος Τσαγανέας, ο οποίος γνώρισε μεγάλη επιτυχία τις προηγούμενες σεζόν με
τον ρόλο του τρελού στην κωμωδία Οι Γερμανοί ξανάρχονται, ερμηνεύοντας
τον περίφημο μόνολογο «Άνθρωποι, άνθρωποι, προς τι το μίσος και ο
αλληοσπαραγμός». Ο εμφύλιος βρίσκεται στην κορύφωσή του και τα λόγια αυτά
δίνουν τον τίλο στην πρώτη επιθεώρηση του «Μετροπόλιταν». Οι
Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος έχουν δει τη Σπεράντζα σε μια παράσταση για
στρατιώτες, γοητεύονται από το μπρίο και τη ζωνάντια της (έχει στο μεταξύ
ξεκινήσει να παίζει επιθεώρηση και να εμφανίζεται ως «Σπεράντζα»—σκέτο) και της
προτείνουν να πάρει μέρος στο Άνθρωποι, άνθρωποι. Τα άλλα νέα ταλέντα
του θιάσου είναι ο Μίμης Φωτόπουλος (στο σόλο του λανσάρει την ιστορική φράση «Θα
κάαααααθεσαι...» που θα τον ακολουθεί μέχρι τον θάνατό του), ο Ντίνος
Ηλιόπουλος, η Ειρήνη Παππά, ο Νίκος Ρίζος, η Σμαρούλα Γιούλη, η Λιάνα Βιτσώρη
(σύζυγος του Γιώργου Οικονομίδη), η Νίκη Ντέμις (γνωστή «γυναικάρα» του
μουσικού θεάτρου), ο Περικλής Χριστοφορίδης, η Άννα Φυλλίδου, η Μαίρη
Νικολαΐδου (αδελφή της δημοφιλούς τραγουδίστριας Κούλας Νικολαΐδου) και
άλλοι/ες που δεν έκαναν αργότερα σπουδαία καριέρα.
Σ’ αυτή την επιθεώρηση λοιπόν, η
Σπεράντζα αποκτά το επίθετο «Βρανά» και εμφανίζεται στην έναρξη σ’ ένα ντουέτο
με τη Λιάνα Βιτσώρη, ενώ στο φινάλε του έργου, που είναι ένα αφιέρωμα στα παλιά
επιθεωρησιακά τραγούδια, της δίνουν να ερμηνεύσει την παλιά επιτυχία της Ζαζάς
Μπριλάντη «Αχ Μαρί». Είναι τόση η επιτυχία της που οι εφημερίδες γράφουν μετά
την πρεμιέρα ότι η Σπεράντζα είναι η καινούρια Ζαχά Μπριλάντη. Ωστόσο, η πιο
χαρακτηριστική της εμφάνιση σ’ αυτό το έργο είναι σε ένα κουιντέτο με τους
Φωτόπουλο, Ρίζο, Φυλλίδου και Φιλιππόπουλο: ήταν το «Τραμ το τελευταίο» το σκετσονούμερο
που κορυφωνόταν με το κλασικό αρχοντορεμπέτικο—που ήταν και το πρώτο
αρχοντορεμπέτικο που γράφτηκε. Συνθέτης ο Μιχάλης Σουγιούλ, που εγκαινίασε με
το «Τραμ» αυτό το νέο, δημοφιλέστατο είδος. Το νούμερο ξεκινούσε με τη
Σπεράντζα να λέει στη Φυλλίδου «Προχώρα, ρε Άρτεμις, και φτάσαμε...» και
παρουσίαζε τις προσπάθειες δυο ζευγαριών να πείσουν έναν ταξιτζή
(Φιλιππόπουλος) να τους μεταφέρει δωρεάν στα σπίτια τους. Φυσικά οι προσπάθειές
τους δεν είχαν αποτέλεσμα και έτσι τα δυο ζευγάρια κατέληγαν στο τραμ... Το
θρυλικό αυτό τραγούδι πέρασε στην τότε δισκογραφία με γνωστούς τραγουδιστές της
εποχής (Μαρούδας, Πολυμέρης), ενώ η Σπεράντζα Βρανά το τραγούδησε αρκετές φορές
σε τηλεοπτικές εκπομπές στα χρόνια του του ’90. Μια από αυτές τις εκτελέσεις
συμπεριλήφθηκε και στον μοναδικό μεγάλο δίσκο της που κυκλοφόρησε το 1993.
Ας επιστρέψουμε όμως στα θεατρικά
βήματα της Σπεράντζας, η οποία διαμορφώνει το καλοκαίρι αυτό τον τύπο της
μάγκισσας, με ιδανικούς παρτενέρ τον Φωτόπουλο και τον Ρίζο. Μετά τη μεγάλη
επιτυχία που γνωρίζει στο «Μετροπόλιταν» εκείνο το καλοκαίρι, την καλεί ο
Βασίλης Μπουρνέλλης για να εμφανιστεί στο θέατρο «Παπαϊωάννου». Εγκαινιάζουν
έτσι μια συνεργασία που θα διαρκέσει (με κάποια διαλείμματα) 18 χρόνια, ώς το
1966, και θα χαρίσει στη Σπεράντζα τις μεγαλύτερες επιθεωρησιακές της
επιτυχίες. Τη σεζόν 1948-49 ανήκαν μεγάλα ονόματα στον θίασο του Μπουρνέλλη: η
Ηρώ Χαντά, ο Πέτρος Κυριακός, η Μπέμπα Δόξα, ο Κώστας Δούκας, ο Κώστας
Μανιατάκης, και πολλά μικρότερα ονόματα, ανάμεσά τους και η Μάγια Μελάγια που
δυο χρόνια πριν είχε ξεκινήσει τη δική της τραγουδιστική καριέρα. Βρανά και
Μελάγια γίνονται στενές φίλες, μια δυνατή φιλία που κράτησε μέχρι τον θάνατο
της Σπεράντζας...
Επιστρέφοντας από την περιοδεία,
συνεργάζεται και πάλι με τον Μπουρνέλλη στο θέατρο «Ακροπόλ». Βρισκόμαστε στο
καλοκαίρι του 1952, και καταγράφουμε την πρώτη συνεργασία της Σπεράντζας Βρανά
με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Μεγάλος θίασος με τον Αυλωνίτη, την Ντιριντάουα, τη
Ρένα Ντορ, τον Κούλη Στολίγα, την Μπέμπα Δόξα, την Μπελίντα, τη Μάγια Μελάγια,
τον Νίκο Ρίζο, και τόσους άλλους και τόσες άλλες... Μιλήσαμε και στην ανάρτηση
για την Καίτη Μπελίντα για τη θρυλική τριφωνία των Βλαχοπούλου-Βρανά-Μπελίντα
με τις τρεις σεμνές κυρίες που μεταμορφώνονται σε μοντέρνες γυναίκες της
εποχής. Εκτός από αυτό το νούμερο, η Σπεράντζα έχει και ένα ντουέτο με την
Μπέμπα Δόξα, τις «Δυο καρδιές», νούμερο που προοριζόταν για τη Ρένα και την
Μπελίντα, αλλά εκείνες το αρνήθηκαν και έτσι δόθηκε η ευκαιρία στη Σπεράντζα
(αλλά και στην Μπέμπα Δόξα, που ήταν ήδη πρωταγωνίστρια) να κάνουν μεγάλη
επιτυχία: η Δόξα είναι η ρομαντική καρδιά, με αναφορές στο χτες, ενώ η
Σπεράντζα είναι η μάγκικη καρδιά του σήμερα...
Σε κάθε επιθεώρηση θα έχει πλέον
το σόλο της και βέβαια συνεχίζει τα θρυλικά της ντουέτα με τον Νίκο Ρίζο—«Ο
Παμείνος» (όπου λέει την κλασική φράση: «Αυτός είναι ο Παμείνος για έστειλε
δείγμα;»), «Σιγά Μανώλη, σιγά»—και τον Κυριάκο Μαυρέα («Η λατέρνα»)... Είναι η
ρενομέ μάγκισσα των θιάσων, είναι η ρενομέ σέξυ πρωταγωνίστρια. Πολύ σύντομα,
στις αποθεώσεις των επιθεωρήσεων, η Σπεράντζα αρχίζει να εμφανίζεται με μαγιό
(μέχρι τότε μόνο η πρώτη χορεύτρια, η Χρυσούλα Ζώκα ή η Λίντα Άλμα,
εμφανίζονταν με μαγιό, οι υπόλοιπες πρωταγωνίστριες εμφανίζονταν με τουαλέτες).
Ο ανδρικός πληθυσμός ξετρελαίνεται μαζί της, λαμβάνει εκατοντάδες γράμματα από
στρατιώτες, πολιορκείται από θαυμαστές—αλλά και θαυμάστριες...—ενώ ο Γιώργος
Μουζάκης, την προειδοποιεί ότι δεν θα παίρνει το χειροκρότημα που της αξίζει
γιατί οι άντρες θεατές θα έχουν τα χέρια στις τσέπες τους...
Στο μεταξύ έχει μπει στη ζωή της
και ο κινηματογράφος. Η πρώτη της ταινία ήταν το Έλα στον θείο του Νίκου
Τσιφόρου που γυρίστηκε το 1950 από τη Φίνος Φιλμ. Σ’ αυτά τα πρώτα χρόνια της
κινηματογραφικής της καριέρας γυρίζει τις σημαντικότερες ταινίες της: το Σωφεράκι
του Γιώργου Τζαβέλλα (Φωτόπουλος: «Να τα βάψω μαύρα;» Βρανά: «Ολόμαυρα»),
την Ωραία των Αθηνών του Νίκου Τσιφόρου με τη Βασιλειάδου και τον
Αυλωνίτη (εδώ τραγουδάει τις θρυλικές επιτυχίες του Μουζάκη «Η βαλίτσα» και
«Αυτό το μάμπο το μπραζιλέρο», που τότε δισκογράφησε η Μάγια Μελάγια), και
βέβαια την Κάλπικη λίρα του Γιώργου Τζαβέλλα, ταινία που θα γνωρίσει
διεθνή αναγνώριση. Η Σπεράντζα και ο Φωτόπουλος αντιπροσωπεύουν το μουσικό
θέατρο στην ταινία και θριαμβεύουν ως κοκότα και ζητιάνος... Η ίδια ομολογούσε
πως δεν αγάπησε ποτέ τον κινηματογράφο, η καρδιά της ήταν δοσμένη στο θέατρο.
Συνέχισε πάντως να πρωταγωνιστεί σε ταινίες τα επόμενα 30 χρόνια: οι συμμετοχές
της ξεπερνούν τις 50, ωστόσο οι περισσότερες από αυτές είναι «δεύτερες»
ταινίες. Πιο σημαντική από τις υπόλοιπες ταινίες της είναι ο Σκληρός άντρας του
Γιάννη Δαλιανίδη, με τον Κώστα Χατζηχρήστο, στην οποία η Σπεράντζα εμφανίζεται
ως γκεστ σταρ, στη φυλακή, και σχεδόν κλέβει την παράσταση από τον
συγκρατούμενό της Χατζηχρήστο... Και βέβαια, δεν ξεχνάμε την τελευταία της
κινηματογραφική εμφάνιση, το 1999, στο Safe Sex των
Θανάση Παπαθανασίου-Μιχάλη Ρέππα, όπου υποδύεται απολαυστικά την ιδιοκτήτρια
ενός sex shop κάπου στην Ομόνοια...
Στο ζενίθ
Ας επιστρέψουμε όμως στο θέατρο.
Τη σεζόν 1954-55 η Σπεράντζα Βρανά συναντά και πάλι τη Ρένα Βλαχοπούλου στο
θέατρο «Κυβέλης», στις επιθεωρήσεις Το τραγούδι της Αθήνας, Ομόνοια Πλας και
στη μουσική κωμωδία Ραντεβού στο καμπαρέ. Πλέον η Ρένα εμφανίζεται και
ως ηθοποιός και η Σπεράντζα καμαρώνει την επιτυχία της καλής συναδέλφου και
φίλης της. Δεν ήταν βέβαια τόσο στενές φίλες όσο ήταν
η Σπεράντζα με τη Ρένα Ντορ ή τη Μάγια Μελάγια, αλλά συνυπήρξαν για πολλά
χρόνια στα καμαρίνια των θεάτρων του Μπουρνέλλη. Τη σεζόν 1955-56 συναντιούνται
στο «Ακροπόλ» που λειτουργεί για πρώτη φορά ως χειμερινό θέατρο. Το πρώτο έργο
της σεζόν είναι το Τζώννηδες και καουμπόυ. Η Σπεράντζα αποθεώνεται στην
πρεμιέρα του έργου όταν το κοινό της φωνάζει «Πες μας κάτι δικό σου» κι εκείνη
τραγουδάει μόνη της στην πασαρέλα του θεάτρου το «Απόψε φίλα με» του Μανώλη
Χιώτη, διασκευασμένο σε μπλουζ από τον Μουζάκη: «Είναι η πιο μεγάλη μου
στιγμή», γράφει. Νιώθει πως βρίσκεται στο ζενίθ της καριέρας της και ο
Μπουρνέλλης την έχει για το πιο «ταμειακό» του στοιχείο. Δεύτερο έργο της σεζόν
το «Άσπρο-μαύρο και ζερό». Παράλληλα με το θέατρο «ντουμπλάρει» και σε κέντρα
όπου πραγματοποιεί δεκάλεπτες εμφανίσεις με ένα νούμερο μόνο και αμείβεται με
μεγάλα ποσά. Τον επόμενο χειμώνα, 1956-57, πάλι στο «Ακροπόλ» η Ρένα και η
Σπεράντζα συναντιούνται στις επιθεωρήσεις Αλήθειες και ψευτιές και Σιγά
και με το μαλακό. Η Ρένα αποχωρεί για λίγο καιρό από τις επιχειρήσεις του
Μπουρνέλλη, για να επιστρέψει τη σεζόν 1958-59. Την ίδια σεζόν όμως αποχωρεί η
Σπεράντζα που με τις ευλογίες του Μπουρνέλλη περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα και
γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στην πρώτη της επαφή με το κοινό της επαρχίας.
Επιστρέφει στην Αθήνα και
επανεμφανίζεται στο «Ακροπόλ», το καλοκαίρι του ’59, στην επιθεώρηση Τριάντα
κότες κι ένας κόκορας. Σ’ αυτή την επιθεώρηση πλέκεται το ειδύλλιό της με
τον Κώστα Βουτσά που τότε πραγματοποιούσε τα πρώτα του δειλά βήματα στο θέατρο
και τον κινηματογράφο. Ο θυελλώδης δεσμός τους κρατάει για τέσσερα χρόνια. Σ’
αυτά τα χρόνια η Σπεράντζα θεατρικά μένει πιστή (με εξαίρεση μια τουρνέ) στις
επιχειρήσεις του Μπουρνέλλη. Ακροπόλ, Παπαιωάννου και θέατρο Εθνικού Κήπου που
για πρώτη φορά στεγάζει μουσικό θίασο το καλοκαίρι του ’62. Σ’ αυτό το θέατρο,
δυο χρόνια μετά, το καλοκαίρι του ’64 συναντιούνται και πάλι Βρανά και
Βλαχοπούλου. Τα ονόματά τους βρίσκονται πλέον στη φίρμα του θιάσου: θίασος
Χρήστου Ευθυμίου-Ρένας Βλαχοπούλου-Καίτης Μπελίντα-Γιάννη Γκιωνάκη και η
Σπεράντζα Βρανά. Γυναίκες και λουλούδια ο τίτλος της επιθεώρησης που
γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Ο θίασος συνεχίζει τον χειμώνα 1964-65 στο Ακροπόλ (20
θέατρα μαζί, Η δημοκρατία χορεύει), το καλοκαίρι επιστρέφει στον Εθνικό
Κήπο (Γκάρντεν πάρτυ) και τον χειμώνα 1965-66 πάλι στο Ακροπόλ. Η
πρώτη επιθεώρηση που παρουσιάζουν, Αυλή και πεζοδρόμιο, είναι
ένας σημαντικός σταθμός στην καριέρα της Σπεράντζας Βρανά, γιατί είναι η
τελευταία φορά που συνεργάζεται με τον Βασίλη Μπουρνέλλη και το θέατρο
«Ακροπόλ». Αφορμή για να διακόψει τη συνεργασία τους ήταν ένα ασήμαντο γεγονός,
όπως γράφει και η ίδια, ένας καβγάς στα καμαρίνια όπου έπαιζε χαρτιά με τη Ρένα
και την Μπελίντα... Νιώθει θιγμένη και υποβάλλει παραίτηση. Ο Μπουρνέλλης δεν
θέλει να την αφήσει να φύγει, αλλά εκείνη επιμένει. Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος
της, έλεγε η ίδια. Από τότε ξεκίνησαν μια σειρά από περιπέτειες που αναγκάζουν
αυτή την πιστή υπηρέτρια της επιθεώρησης να... απιστήσει.
Ο γάμος και η νέα εποχή
Συνεργάζεται αρχικά με το θέατρο
«Βέμπο», το καλοκαίρι του ’66. Το ίδιο καλοκαίρι παντρεύεται τον τραγουδιστή
Παύλο Πατάκα. Αν και τον είχε γνωρίσει στα χρόνια του ’50 στις επιθεωρήσεις του
«Ακροπόλ» τον «ανακάλυψε», όπως γράφει, τον Σεπτέμβριο του 1963, όταν χώρισε με
τον Κώστα Βουτσά. Κουμπάρα του ζεύγους η Καίτη Μπελίντα ενώ τη Σπεράντζα
οδήγησε στην εκκλησία η Ρένα Ντορ. Η Σπεράντζα και ο Παύλος έζησαν αγαπημένοι
ως τη μέρα που έφυγε ο Παύλος, την άνοιξη του 2008. Τη φρόντισε όσο ελάχιστοι
σύζυγοι φροντίζουν τις γυναίκες τους (η Μάγια Μελάγια έλεγε ότι μόνο ο Γιώργος
Λαφαζάνης είχε δείξει αντίστοιχη φροντίδα για τη Ρένα Βλαχοπούλου)...
Στο μουσικό θέατρο αρχίζει να
διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα, καθώς μπαίνουν πλέον ηθοποιοί που
γίνονται γνωστοί/ές από τον κινηματογράφο και έχουν πολλές απαιτήσεις (αρχίζει
η εποχή του «Πού θα μπει το όνομά μου;», κάτι που στα χρόνια του ’50 δεν
συζητιόταν ποτέ, ούτε από τα πιο μεγάλα ονόματα...). Η Σπεράντζα περιγράφει
διάφορες τέτοιες φαιδρές καταστάσεις που υπονόμευαν την επιτυχία των
παραστάσεων και τη συνεργασία των ηθοποιών, όπως συνέβη, για παράδειγμα τη
σεζόν 1967-68, στο μιούζικαλ Γιεγιέδες και μπουζούκια, που πάντως
γνώρισε μεγάλη επιτυχία, με έναν μεγάλο θίασο: Μπελίντα, Βρανά, Μηλιάδης,
Στολίγκας, Ζωζώ Σαπουντζάκη (με την οποία η Βρανά φαίνεται ότι κοντραρίστηκε
αρκετές φορές στις κατά καιρούς συναντήσεις τους...), Τόλης Βοσκόπουλος...
Εκείνη τη σεζόν γίνεται πρόταση στη Σπεράντζα και στον σύζυγό της να αρχίσουν
να τραγουδούν στην μπουάτ Κατακόμβη. Δεκαπέντε χρόνια πριν, όταν της είχαν
προτείνει να τραγουδάει σε κέντρο είχε εξοργιστεί. Τώρα όμως δέχεται, και η
επιτυχία της είναι τόσο μεγάλη που τελικά συνεχίζει να τραγουδάει όχι μόνο στην
Αθήνα αλλά και στο εξωτερικό, από τον Καναδά ώς τη Νότιο Αφρική! Μέχρι το 1976
μοιράζει τον χρόνο της σε μπουάτ/κέντρα και σε επιθεωρησιακά θέατρα (όπου όμως
διαρκώς συναντά προβλήματα σχετικά με τη «μαρκίζα»...)
Το 1976 ο Παύλος Πατάκας εγκαταλείπει το τραγούδι και η Σπεράντζα
Βρανά δοκιμάζει τις δυνάμεις της σε δυο νέους χώρους: την τηλεόραση και την πρόζα.
Και για τα δυο υπεύθυνος είναι ο Κώστας Πρετεντέρης που αρχικά της κάνει
πρόταση να παίξει στον Ονειροπαρμένο, τη μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία του
Κώστα Βουτσά, και έπειτα την πείθει, με πολύ κόπο, να εμφανιστεί στην κωμωδία Καρέ
του έρωτα με τον θίασο του Κώστα Καρρά. Η επιτυχία της είναι μεγάλη και η
Σπεράντζα γνωρίζει τον κόσμο της πρόζας. Η αλήθεια είναι όμως πως της λείπει η
επιθεώρηση και γι’ αυτό δυσκολεύεται να αρνηθεί τις επιθεωρησιακές προτάσεις
που της γίνονται. Τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει και αυτό τη θλίβει. Η
επιθεώρηση που η ίδια αγάπησε και δόξασε παρακμάζει. Μπορεί τα επιθεωρησιακά
θηρία να είναι ακόμα σε δράση, αλλά τα κείμενα δεν είναι αντάξιά τους.
Επιπλέον, έχει εμφανιστεί η Ελεύθερη Σκηνή που έχει ανοίξει καινούριους δρόμους
στο μουσικό θέατρο και οι παλιοί/ές αντιιμετωπίζουν με αμηχανία τη νέα
κατάσταση... Η Σπεράντζα Βρανά, μεγάλη θαυμάστρια του Σταμάτη Φασουλή, της
Άννας Παναγιωτοπούλου και των υπόλοιπων «παιδιών» της Ελεύθερης Σκηνής
παρακολουθεί όλες τις παραστάσεις τους και τους στηρίζει με γενναιοδωρία.
Αποχώρηση
Σημαντικότερες εμφανίσεις της στα
τελευταία χρόνια της θεατρικής της καριέρας είναι ίσως Τα παιδιά της πιάτσας
του Νίκου Τσιφόρου στο Ρεξ (όπου όμως αντιμετωπίζει προβλήματα με τον
άλλοτε καλό της συνεργάτη Νίκο Ρίζο) και η επιθεώρηση 40 χρόνια Τσιτσάνης στο
Κηποθέατρο της Οδού Μαυροματαίων, με έναν μεγάλο θίασο, τον ίδιο τον Τσιτσάνη
και τον Μανώλη Μητσιά. Στις τελευταίες της εμφανίσεις αξιοποιεί τον τύπο της
μάγκισσας ακόμα και σε πιο... ώριμη ηλικία. «Είμαι πλέον μια ώριμη γκόμενα»,
σχολιάζει...
Η Σπεράντζα συγγραφέας
Στο
μεταξύ έχει ήδη αρχίσει να γράφει τα βιβλία της. Το 1981 γράφει το Τολμώ στο
οποίο ασχολείται κυρίως με τα γεγονότα της προσωπικής της ζωής και αναφέρεται,
δίχως πολλές λεπτομέρειες, και στα θεατρικά της βιώματα. Μετά την τεράστια
επιτυχία του Τολμώ, εκδίδει το... «συμπλήρωμά του», Τα μπουλούκια, το
θέατρο κι εγώ, που παρουσιάζει αναλυτικά τα θεατρικά της βήματα από την
περίοδο των μπουλουκιών μέχρι το ζενίθ της καριέρας της, το 1955. Συνέχεια
αυτού του βιβλίου είναι το Επιθεώρηση καψούρα μου που περιέχει εκτός από
τα θεατρικά της βήματα και τις συζητήσεις της με τους πρωταγωνιστές και τις
πρωταγωνίστριες που συνάντησε στην καριέρα της. Απολαυστικές εξομολογήσεις και
αναμνήσεις ανθρώπων της επιθεώρησης, από τις αδελφές Καλουτά, τη Ρένα Ντορ και
τον Κώστα Χατζηχρήστο μέχρι τον Στάθη Ψάλτη και τη Νατάσα Γερασιμίδου. Ανάμεσά
τους φυσικά και η Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία είναι παρούσα «με συναδεφλική
αλληλεγγύη» όπως γράφουν οι εφημερίδες, και στην επίσημη παρουσίαση του
βιβλίου. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αυτές οι συνεντεύξεις της Σπεράντζας.
Πέρα από τα γεγονότα που εξιστορούν οι ηθοποιοί (η ιστορική ακρίβεια των οποίων
δεν είναι πάντα εύκολο να επαληθευτεί), είναι σημαντικό να διαβάζουμε πώς
έβλεπαν τη δουλειά τους και την επιθεώρηση άνθρωποι τόσο διαφορετικών γενιών και
καταβολών. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν οι συζητήσεις της Σπεράντζας με τον
Στ. Φασουλή και την Α. Παναγιωτοπούλου που αντιπροσώπευαν τότε το νέο είδος...Η Σπεράντζα συνέχισε να γράφει
βιβλία, τα οποία όμως δεν ήταν πλεόν τόσο συναρπαστικά όσο τα πρώτα. Κάποια από
αυτά επαναλάμβαναν γεγονότα και πληροφορίες από τα τρία πρώτα (Πιπεράτα
θεατρικά ανέκδοτα ή Ο οργασμός του μπράβο που πρόκειται για μια
πρόχειρη και μη δεδηλωμένη επανέκδοση του Επιθεώρηση καψούρα μου), άλλα
είναι πιο εξομολογητικά (Πώς πάχυνα κάνοντας δίαιτες) ή δείχνουν
τη διάθεσή της να δοκιμαστεί και σε άλλα είδη γραφής, όπως το μυθιστόρημα (Το
τίμιο μπορντέλο). Ωστόσο, όπως είπα και στην αρχή, είναι τόσο σημαντική η
προσφορά της με τα τρία πρώτα βιβλία της που μπορούμε να παραβλέψουμε τις
αδυναμίες των τελευταίων.
Στα MME…
Εκτός από τα βιβλία της,
πολύτιμες πηγές για τη μελέτη της επιθεώρησης ήταν και η ραδιοφωνική εκπομπή
της Σπεράντζας Βρανά Ας επιθεωρησιολογήσουμε. Την παρουσίαζε, με τη
συνεργασία του Άγγελου Πυριόχου και του Πάνου Χατζηκουτσέλη, από το 1989 ως το
1991 στον 9,84. Σ’ αυτήν αναβίωνε παλιά επιθεωρησιακά νούμερα, τόσο δικά της
όσο και άλλων πρωταγωνιστών/τριών, προσφέροντας στους τυχερούς και τις τυχερές
που την άκουγαν διασκέδαση αλλά μοναδικά ντοκουμέντα... Ελπίζω αυτή η εκπομπή
να υπάρχει στα αρχεία κάποιων ανθρώπων που θα την αξιοποιήσουν όπως της αξίζει.
Με τον ερχομό της ιδιωτικής
τηλεόρασης η Σπεράντζα Βρανά πύκνωσε τις εμφανίσεις της στις μικρές μας οθόνες.
Ήταν πάντα παρούσα στα αφιερώματα στην επιθεώρηση του χτες. Δεν κουραζόταν ποτέ
να διηγείται τις εμπειρίες της από τα χρόνια του «Ακροπόλ», περιστατικά με τις
μεγάλες μορφές του χτες αλλά και πιπεράτα ανέκδοτα και παρασκήνια, όσο πιο
καλυμένα μπορούσε... Μετά το 2000 έγινε μόνιμη συνεργάτις πρωινών και
μεσημεριανών εκπομπών, όχι πλέον σε θέματα καλλιτεχνικά, αλλά σε θέματα
σχέσεων, δίνοντας συμβουλές σε τηλεθεατές και τηλεθεάτριες... Ωστόσο η
πραγματικά μεγάλη της αγάπη παρέμενε η επιθεώρηση: έψαχνε διαρκώς να ανακαλύψει
παλιά κείμενα, να διασώσει ντοκουμέντα. Κάποια στιγμή ονειρευόταν να αναβιώσει
την επιθεώρηση που αγάπησε και υπηρέτησε με τους σημερινούς θεατρικούς όρους,
γράφοντας η ίδια τα κείμενα και σκηνοθετώντας τα. Τελικά αυτό δεν ευοδώθηκε...
Στα τελευταία χρόνια της ζωής της
αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα, έπειτα από ένα τροχαίο ατύχημα, ωστόσο, δεν
σταμάτησε να πηγαίνει στο θέατρο, συνήθως παρέα με τη Μάγια Μελάγια ή τον
Άγγελο Πυριόχο. Κάποια στιγμή τα προβλήματα με τα πόδια της την καθήλωσαν σε
αναπηρικό καροτσάκι. Αυτό όμως δεν την πτόησε τον Ιούνιο του 2008, όταν ο
Σταμάτης Κραουνάκης της πρότεινε να εμφανιστεί στην παράσταση Χ-Σκηνής: Αυτά
που κάψαν το σανίδι στο Ηρώδειο. Καθισμένη στον θώκο, τραγούδησε, ελαφρώς
τρακαρισμένη στην αρχή, το «Τραμ το τελευταίο» αλλά και το «Μονοπάτι», ενώ με
τη βοήθεια μιας κάμερας η εικόνα της προβαλλόταν ταυτόχρονα στους τοίχους του
Ηρωδείου. Το κατάμεστο Ηρώδειο τη χειροκροτούσε όρθιο και τις δυο βραδιές.
Συγκινημένος ο κόσμος φώναζε, μαζί με τον Κραουνάκη, «Γεια σου, Σπεράντζα, γεια
σου κούκλα!»
Η Σπεράντζα έλεγε πως έβλεπε
σημαδιακά όνειρα. Το 1951 είδε ένα όνειρο που της αποκάλυπτε ότι θα πέθαινε
είτε το 1991 είτε στα 91 της χρόνια. Τελικά έφυγε πιο νωρίς από ό,τι η ίδια
περίμενε. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Ήταν όμως μέχρι το τέλος κεφάτη, είχε
δημιουργική διάθεση και βέβαια αυτό το αστείρευτο, πιπεράτο χιούμορ που
γνωρίσαμε από τις ερμηνείες της και τη γραφή της. Μπορεί να μη θύμιζε πια το
σύμβολο του σεξ που λάτρεψαν οι άντρες του ’50 και του ’60, παρέμεινε όμως ως
το τέλος μάγκισσα... Όπως έγραψε ο συν-blogger jb στο blog του bosko, η Σπεράντζα είχε
ως το τέλος «την αυτοπεποίθηση του θηριοδαμαστή και την κατανόηση του
εξομολόγου, τη μαγκιά χωρίς τη χυδαιότητα, τη βαθειά γλύκα πού ‘χει το
νεράντζι, την επικίνδυνη λάμψη πού ‘χει το αψέντι...»
Αποσπάσματα από το βιβλίο που δεν πρόλαβε να εκδώσει
«Οι μελανζέ» επρόκειτο να είναι ο τίτλος του βιβλίου που είχε γράψει και επιθυμούσε να δει εκδομένο μέχρι τα Χριστούγεννα η ηθοποιός που έφυγε πριν από λίγο καιρό από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών. Τη λέξη «μελανζέ» χρησιμοποιούσε η ίδια, αναφερόμενη στους ομοφυλόφιλους, και οι χωρισμοί, τα πάθη και η ζωή τους είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το εν λόγω βιβλίο. Οι άνθρωποι που «ζωγραφίζει» αλλά δεν αναφέρει με ονόματα στο έργο αυτό η Σπεράντζα Βρανά, ήταν από το χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου, και συχνά «της μιλούσαν για τους έρωτές τους, ενώ εκείνη τους πρόσφερε τον ώμο της για αποκούμπι», όπως εξήγησε σε δημοσιογράφο της εφημερίδας «Espresso» η εκδότρια Αναστασία Παπαδημητρίου.
Χειρόγραφα αποσπάσματα αυτού του βιβλίου βρήκε- όπως αναφέρει η εφημερίδα - ο θετός γιος της, Νίκος Χωματιανός, ο οποίος και σκέφτεται να εκδώσει το βιβλίο- αφού πρώτα βρει όλες τις χειρόγραφες σημειώσεις της μητέρας του. Ακολουθεί ο πρόλογος και ένα κομμάτι της εισαγωγής- τα οποία ο κ. Χωματιανός παραχώρησε στην «Espresso»:
Επίσης, αν προσέξουμε τους γύρω μας καλά, θα διαπιστώσουμε ότι και αυτοί έχουν στοιχεία… μελανζέ. Ναι, έχουν όλοι. Μόνο που σε κάθε άνθρωπο το στοιχείο… μελανζέ εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο. Αλλος σκέφτεται μελανζέ, άλλος ενεργεί μελανζέ, όχι πάντα με στόχο το σεξ. Βέβαια, οι μελανζέ πράξεις είναι πάντα αντίθετες με το φύλο ή τη θέση του προσώπου. Το τι πράττει… Είναι δηλαδή μια ανωμαλία. Ανθρωπος χωρίς κανένα μελανζέ στοιχείο δεν… λέει. Καλά δεν λέει καθόλου. Για αυτό λοιπόν…
Οι μελανζέ, όπως τους λέω εγώ, είναι οι ομοφυλόφιλοι, οι γκέι, όπως τους λένε σήμερα, οι π…δες, όπως τους έλεγαν χθες. Βέβαια, πρέπει να εξηγήσω πως κάθε χαρακτηρισμός έχει κάπως διαφορετική έννοια, Δηλαδή, η λέξη ομοφυλόφιλοι συμπεριλαμβάνει όλους όσους δεν είναι νορμάλ. Δηλαδή, φυσιολογικοί. Π. χ. ο άντρας να θέλει γυναίκα, η γυναίκα άντρα κ.λπ.
Μετά, η λέξη γκέι είναι κάπως διφορούμενη. Δηλαδή, μελανζέ. Δηλαδή, επαμφοτερίζον. Δηλαδή, και έτσι και αλλιώς. Και η λέξη π…δες είναι άλλο. Εχει μία έννοια που πάει παντού. Έχουμε ακούσει και έχουμε πει κι εμείς: “αυτός ο άνθρωπος είναι κακός π…της” και αυτό πάει και σε άντρα και σε γυναίκα και σε παιδί.
Οπου συναντάμε κάποιον που δεν είναι εντάξει ή είναι πονηρός, ή δεν είναι ντόμπρος, ή είναι δολοπλόκος, ή τέλος πάντων δεν είναι… καθαρός. Εγώ όλους τους λέω μελανζέ. Τώρα μπήκε το θέατρο. Τότε, μπήκε το θέατρο στη ζωή μου. Τότε, μπήκαν και οι μελανζέ μαζί του...»
Καλό μεσημέρι φίλες και φίλοι










0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου