Το δικό μου κανάλι

Το δικό μου κανάλι
You tube

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022

Θάσος : Πτυχές της μετανάστευσης των Θασίων στα τέλη 19ου - αρχές 20ου Άι.















Φωτογραφία υπηρέτριας από τον 
ελλαδικό νησιωτικό χώρο, 1878.


Θάσιες (υιοθετημένα κορίτσια, ψυχοκόρες, υπηρέτριες και δευτερόγαμες γυναίκες, χήρες ή διαζευγμένες) στην Καβάλα, 

1862-1913.

Εισήγηση στο Δ΄ Συμπόσιο Θασιακών Μελετών (6-9 Σεπτ. 2003), Πρακτικά, Θασιακά, τ. 12, Καβάλα 2005, 
σελ. 457-485.

Η μετακίνηση ανθρώπων από ένα νησί σε αστικό κέντρο κοντινής παράλιας περιοχής είναι επιλογή εύκολα κατανοητή. Ευνοείται από τον παράγοντα της γεωγραφίας και κατά κανόνα υπαγορεύεται από οικονομικούς λόγους. 
Τέτοια, εποχιακή κυρίως, μετακίνηση Θασίων προς την Καβάλα παρατηρείται από τα τέλη του 19ου – αρχές 20ού αιώνα, όταν η ακμάζουσα καπνική οικονομία της πόλης δημιούργησε μια πληθώρα θέσεων εργασίας στον τομέα της επεξεργασίας του καπνού.
Η ανακοίνωσή μας δεν αναφέρεται όμως στους εποχιακά απασχολούμενους Θάσιους καπνεργάτες της Καβάλας. Το θέμα είναι αρκετά γνωστό, καθώς στις αναμνήσεις των παλαιότερων, στις κάθε είδους καταγραμμένες μαρτυρίες, στις πληροφορίες από έντυπα της εποχής και στις σελίδες των λογοτεχνικών κειμένων έχουν προστεθεί τα τελευταία χρόνια και σχετικές μελέτες, βασισμένες σε αρχειακές και άλλες πηγές.[1]
Αντικείμενο της εργασίας μας είναι, όπως δηλώνει και ο τίτλος της ανακοίνωσης, οι Θάσιοι (κυρίως οι Θάσιες) που εγκαταστάθηκαν και έζησαν στην Καβάλα κατά τις τελευταίες δεκαετίες της τουρκοκρατίας, συγκεκριμένα από το 1862 μέχρι το 1913.[2]

Βασική πηγή πληροφοριών για το θέμα μας υπήρξαν τέσσερις κώδικες της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας της Καβάλας. Συγκεκριμένα ο Κώδικας των ετών 1864-1889δύο κώδικες προικοσυμφώνων των ετών 1896-1914 και ένας κώδικας διαθηκών των ετών 1896-1913.[3] Επικουρική πηγή πληροφοριών ήταν τα δεκαέξι πρώτα Βιβλία Αδειών Γάμου της Ιεράς Μητρόπολης Ξάνθης – Καβάλλας, όπου καταγράφονται οι 1.287 γάμοι που τελέστηκαν στην Καβάλα από το 1897 μέχρι το 1913.[4]  
Στους προαναφερθέντες κώδικες έχουν καταχωριστεί 46 έγγραφα (30 προικοσύμφωνα, 10 διαθήκες, 2 πράξεις υιοθεσίας, 1 διαζύγιο, 1 πράξη διανομής περιουσίας, 1 αίτηση για λύση μνηστείας και 1 λύση μνηστείας) στα οποία τα κύρια πρόσωπα, [5] είτε όλα είτε ένα τουλάχιστον εξ αυτών, είναι Θάσιοι. [6] Στα Βιβλία Αδειών Γάμου των ετών 1900-1901 και 1910-1913 έχουν καταχωριστεί 48 άδειες γάμου, στους οποίους οι μελλόνυμφοι, ο ένας ή και οι δύο, είναι Θάσιοι. Οι Θάσιοι αυτών των εγγράφων είναι στη μεγάλη τους πλειονότητα μόνιμοι κάτοικοι της Καβάλας.
Για τους Θασίους που εγκαταστάθηκαν και έζησαν στην Καβάλα κατά την εξεταζόμενη περίοδο (1862-1913) δε διαθέτουμε αριθμητικά στοιχεία, αφού καμία από τις υπάρχουσες στατιστικές της εποχής δεν κατανέμει τον πληθυσμό ανάλογα με την καταγωγή ή την περιοχή προέλευσης τους. Όμως μια ιδέα για την τάξη του πληθυσμιακού τους μεγέθους μπορούν να μας δώσουν οι κώδικες της κοινότητας Καβάλας, στις πράξεις των οποίων αναγράφεται συχνά (όχι όμως πάντα) και η προέλευση των αναφερόμενων προσώπων. Τα άτομα θασιακής καταγωγής αποτελούν το 9% των αναγραφόμενων στους κώδικες. Βάσει αυτού του στοιχείου υπολογίζουμε ότι οι Θάσιοι της Καβάλας ανέρχονταν κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα περίπου στους τετρακόσιους (400).[7]
Πρόκειται, εικάζουμε, για άτομα ή οικογένειες που είτε δεν είχαν αγροτικό κλήρο στη Θάσο και επιτηδεύονταν σε μη αγροτικές εργασίες, είτε φιλοδοξούσαν να εγκαταλείψουν την αγροτική ζωή και να πραγματοποιήσουν έτσι ένα κοινωνικό άλμα προς τα αστικά στρώματα. Αν και αγνοούμε τους συγκυριακούς παράγοντες που συνέβαλαν στην αποδημία τους, πιθανολογούμε ότι τα άτομα αυτά ήσαν δεκτικά σε αλλαγές που μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση τους, τρέφονταν από το όνειρο της κοινωνικής προαγωγής και καταξίωσης και ήσαν ικανά να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες για κοινωνική κινητικότητα που προσφέρει το αστικό κέντρο και τις ευκαιρίες που παρέχει σ’ ένα ευρύ φάσμα επαγγελμάτων. Υποθέτουμε ότι αυτές οι αποδημίες υποστηρίζονταν υλικά και από τις οικογένειες των ατόμων. Αυτές επωμίζονταν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό το οικονομικό βάρος της μετακίνησης και στήριζαν, ίσως και με θυσίες, την κοινωνική ανέλιξη των παιδιών τους, η οποία έδινε αίγλη σ’ όλη την οικογένεια.  
Τα στοιχεία των εγγράφων (χρονολόγηση[8] και περιεχόμενο) μας επιτρέπουν να εικάσουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των Θασίων είχε εγκατασταθεί στην Καβάλα κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αι. Ελάχιστα πρέπει να ήσαν τα άτομα ή οι οικογένειες που είχαν μετακινηθεί στην πόλη από τα μέσα του 19ου αιώνα.[9]
Οι περισσότεροι από τους Θάσιους μόνιμους κατοίκους της Καβάλας ανήκουν από κοινωνικοοικονομική άποψη στα μεσαία και κατώτερα στρώματα, όπως φανερώνει το είδος της επαγγελματικής τους απασχόλησης και η οικονομική και περιουσιακή τους κατάσταση. Ανάμεσά τους βρίσκουμε λίγους εμπόρους, αρκετούς επαγγελματίες (ράφτες, μαραγκούς, υποδηματοποιούς, παντοπώλες κ.ά.) και ελάχιστους καπνεργάτες.[10] Οι έμποροι και οι επαγγελματίες ήσαν, όπως δείχνουν τα διαθέσιμα στοιχεία, ικανοποιητικά αποκατεστημένοι στη νέα τους πατρίδα, διέμεναν σε ιδιόκτητη οικία, κυρίως στις συνοικίες της Παναγίας (Μαχαλά) και των Ποταμουδίων, ορισμένοι ήσαν κάτοχοι και άλλης ακίνητης περιουσίας στην Καβάλα (σε αρκετές περιπτώσεις τα ακίνητα ήταν προικώα των συζύγων τους ή προέρχονταν από κληρονομιά) και οι περισσότεροι είχαν τη δυνατότητα να προσφέρουν στις θυγατέρες τους μια προίκα αξιοπρεπή. Οι άνδρες που δεν είχαν δημιουργήσει δική τους οικογένεια από το νησί, έκαναν, όπως δείχνουν άλλα έγγραφα, έναν καλό γάμο στην Καβάλα, είτε με Θάσια είτε με ξένη, παίρνοντας στις περισσότερες περιπτώσεις μια αξιόλογη προίκα με μετρητά και ακίνητα, πολύτιμο βοήθημα για την αρχή της οικογενειακής και επαγγελματικής τους ζωής.[11] 
Από τις Θάσιες των κωδίκων μας οι μόνες που αναφέρονται ρητά ως εργαζόμενες είναι οι νεαρής ηλικίας υπηρέτριες, που δούλευαν σε εύπορες οικογένειες της Καβάλας. Οι υπόλοιπες - είτε κόρες, σύζυγοι, χήρες ή στενοί συγγενείς Θασίων που ζούσαν (ή είχαν ζήσει) στην Καβάλα, είτε παντρεμένες με ξένους – φέρονται να ασχολούνται με τα οικιακά. Το περιεχόμενο όμως ορισμένων προικοσυμφώνων (γυναικών ώριμης ηλικίας που παντρεύονται στην Καβάλα και παρέχουν οι ίδιες προίκα στο σύζυγό τους) αλλά και κάποιων διαθηκών, μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι η προίκα και τα κληροδοτούμενα πράγματα ήσαν προϊόν δικής τους εργασίας, μάλλον σε καπνομάγαζο, ίσως όμως και σε σπίτια.[12] Πάντως από τα διαθέσιμα στοιχεία εικάζουμε ότι κατά την εξεταζόμενη περίοδο (τέλη 19ου – αρχές 20ού αιώνα) λίγες ήσαν οι Θάσιες που μετακινούνταν μόνες τους στην Καβάλα για εργασία. 




Η εργασία μας εστιάζεται στις Θάσιες της Καβάλας, για δύο λόγους: Πρώτα – πρώτα επειδή οι Θάσιες των εγγράφων μας είναι σε αριθμό σχεδόν τριπλάσιες των ανδρών (74 έναντι 28), στοιχείο που είναι από μόνο του και εντυπωσιακό και άξιο διερεύνησης. Κυρίως όμως επειδή είναι αξιοπρόσεκτη η σύνθεση και τα χαρακτηριστικά του μικρού αυτού συνόλου των Θασίων γυναικών και επειδή παράλληλα τα έγγραφά τους (τα προικοσύμφωνα και οι άδειες γάμου τους) αποκαλύπτουν ή υποδηλώνουν ενδιαφέρουσες κοινωνικές καταστάσεις.
Τις Θάσιες νύφες των προικοσυμφώνων μας τις χωρίσαμε σε τρεις κατηγορίες, με βασικά κριτήρια την οικογενειακή τους κατάσταση και τη σχέση τους με τους προικοδότες.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι φυσικές θυγατέρες των Θασίων, μόνιμων κατοίκων της Καβάλας.[13] Τα κορίτσια αυτά ζούσαν στους κόλπους της φυσικής τους οικογένειας και προικίζονταν από τους γονείς ή και τα αδέλφια τους. Οι προίκες τους, ανάλογες με την οικονομική δυνατότητα της οικογένειάς τους, κυμαίνονται από 30 μέχρι 300 οθωμ. λίρες (κατά μέσο όρο στις 85 λίρες, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις προικοδότης ήταν η χήρα μητέρα) και περιλαμβάνουν κατά κανόνα όχι μόνο είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αλλά και μετρητά ή και ακίνητα στην Καβάλα. Στα προικοσύμφωνά τους απεικονίζεται η οικονομική δυνατότητα των οικογενειών και η περιουσιακή τους κατάσταση, η κοινωνική κινητικότητα των Θασίων και οι μεταξύ τους κοινωνικές και ταξικές ανισότητες. Οι κόρες των ιδιαίτερα εύπορων οικογενειών παντρεύονται με ευκατάστατους εμπόρους και παίρνουν προίκες μεγάλης αξίας, για τις φτωχές όμως και πολυμελείς οικογένειες η αποκατάσταση των θυγατέρων αποτελούσε δοκιμασία. Οι σύζυγοι των φτωχών κοριτσιών είναι σ’ όλες σχεδόν τις περιπτώσεις καπνεργάτες. 
Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι η προίκα της Χαρίκλειας Αγαπητού, κόρης Θασίου εμπόρου, ήταν συνολικής αξίας 31.000 γροσίων (310 οθωμανικών λιρών) και περιλάμβανε 180 λίρες μετρητά, κοσμήματα με διαμάντια, ρούχα μεταξωτά κλπ. (μόνο το δακτυλίδι της άξιζε όσο μια ολόκληρη προίκα φτωχής κοπέλας). Στο προικοσύμφωνό της, όπως και της αδελφής της Μαριγώς, υπογράφουν ως μάρτυρες διακεκριμένοι συμπολίτες, των οικογενειών Φέσσα, Λαζίδη, Αθανασιάδη, Μεσίδη, Ναννίδη κ.ά. Οι σύζυγοι και των δύο κοριτσιών είναι γνωστά και ευυπόληπτα πρόσωπα της ελληνικής κοινωνίας της Καβάλας και προσφέρουν εξαιρετικά μεγάλες προγαμιαίες δωρεές.[14]
Στον αντίποδα βρίσκεται η περίπτωση της Δούκαινας Γεωργίου Χατζηγιαξή, που έπρεπε με το μόνο περιουσιακό της στοιχείο, ένα σπίτι με οικόπεδο στα Ποταμούδια, να αποκαταστήσει  τέσσερις κόρες και ένα γιο. Η Δούκαινα παραχωρεί ένα τμήμα του οικοπέδου στην πρώτη κόρη, προικίζει τη δεύτερη και την τρίτη υποσχόμενη στους γαμπρός από ένα δωμάτιο και μέρος της αυλής και κρατά μέρος του ακινήτου και για τα δύο μικρότερα ανύπαντρα παιδιά. Όμως η φτωχή δύο φορές χήρα δεν υλοποιούσε τις υποσχέσεις της, ίσως από ανασφάλεια,. Τα προικοσύμφωνα των δύο μεσαίων θυγατέρων της συντάσσονται αρκετά χρόνια μετά το γάμο τους, προφανώς κατόπιν πιέσεων, και περιέχουν την αυστηρή και δηκτική σημείωση: « προίξ εναιπάντοτε προίξ καί οχί κληρονομία…».[15]



Στη δεύτερη κατηγορία οι νύφες είναι ορφανά ή άπορα κορίτσια, που δε ζουν με τη φυσική τους οικογένεια, αλλά τελούν υπό την προστασία θετών γονιών, άλλων κηδεμόνων ή αφεντικών και προικίζονται από αυτούς.[16] 
Σε ορισμένα από τα προικοσύμφωνα οι κοπέλες αναφέρονται ρητά ως θετές θυγατέρες: Π.χ. «Γεώργιος βραμίδης, καφεπώλης, χων θετήν θυγατέραννόματι Λασκαρίναν ΘΓουματιανοκ Θάσου», «πόστολος ωάννου Τούρνουπρωτομάστορας πί τνκαπννχων θετήν θυγατέραν Σωτήρω Νικολάουνόματι» κλπ.[17] Σε άλλα προικοσύμφωνα σημειώνεται ή υποδηλώνεται ότι ο προικοδότης είναι κηδεμόνας του κοριτσιού. Π.χ. « Θεόδωρος ΓΚαλαϊτζήςδιευθυντήςπί τν Καπνν το Καταστήματος ρτζοκλαβών πρόδεκατριν δη τν πό τήν πατρικήν ατοπροστασίαν καί μέριμναν τήν κόρην Μαρίαν ωάννουκάτοικον Καζαβίτης…» κλπ.[18]
Δε γνωρίζουμε αν ο χαρακτηρισμός του κοριτσιού ως θετής θυγατέρας σήμαινε ότι αυτό είχε υιοθετηθεί επίσημα, με πράξη επικυρωμένη από τις εκκλησιαστικές αρχές.[19] Μόνο δύο τέτοια υιοθετήρια παιδιών από τη Θάσο έχουν καταχωριστεί στους κώδικες της Ελληνικής Κοινότητας, ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το πρώτο, που δείχνει καθαρά ότι πίσω απ’ όλες αυτές τις υιοθεσίες, επίσημες ή μη, κρύβονται ανθρώπινα δράματα που σε ελάχιστες περιπτώσεις είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε: «ποφαινομένη Μαρία κ Θάσου κ το χωρίου Καζαβίτιμήτηρ το ξαετος τέκνου μου Στυλιανομή δυναμένηνά διαθρέψω ατόν ς χήρα καί ες τό κρον νδεήςχαρίζω αυτό σήμερον πρός τόν όμματον ΔημήτριονΕσταθίου να τό υοθετήσει καί τό ναθρέψ ς διόντου τέκνον χριστιανικς καί παραιτομαι παντός π’ατο δικαιώματός μου…» (1874).[20]
Οι θετές θυγατέρες και οι ψυχοκόρες εγκαταλείπουν το νησί τους σε πολύ μικρή ηλικία για να υιοθετηθούν, είτε επίσημα είτε άτυπα, από εύπορες κατά κανόνα και μάλλον άτεκνες οικογένειες της Καβάλας. Τέτοιες αποφάσεις υπαγορεύονται, όπως έδειξε και το παραπάνω υιοθετήριο, από την ανέχεια ή την ορφάνια (ή και τα δύο) και επιβάλλονται από την ίδια την οικογένεια των κοριτσιών ή από το συγγενικό τους περιβάλλον, με γνώμονα το συμφέρον όλων. Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι οι οικογένειες ήσαν τότε κατά κανόνα πολυμελείς και ότι ο υπερπληθυσμός συνιστούσε απειλή για την επιβίωση και την ευημερία τους. Με την απομάκρυνση του  κοριτσιού (υπεράριθμου, για τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας, και αντιπαραγωγικού μέλους της) η φτωχή οικογένεια παύει να επωμίζεται το δυσβάσταχτο φορτίο της ανατροφής και κυρίως της προίκισης του, που αποτελούσε και ηθική και νομική υποχρέωσή της, ενώ παράλληλα προστατεύει τα συμφέροντα των υπόλοιπων παιδιών από τον περαιτέρω κατακερματισμό της όποιας οικογενειακής περιουσίας και κυρίως της ακίνητης ιδιοκτησίας. 
Την υποχρέωση της ανατροφής και της αποκατάστασης της κοπέλας αναλαμβάνει η θετή οικογένεια ως ανταπόδοση για τις υπηρεσίες της προς τους κηδεμόνες. Στα προικοσύμφωνα αυτής της κατηγορίας διατυπώνεται ρητά ή υποδηλώνεται ότι η σχέση του προικοδότη με την κοπέλα θεμελιώνεται στην αμοιβαία υποχρέωση. Π.χ. Ο Θεμιστοκλής Βαλσαμίδης, υπάλληλος του Μονοπωλίου των Καπνών, «λαβών πρό πτά τν πό τήν αυτο κηδεμονίαν τήν κόρην Σταματίναν Κωνσταντίνου, κάτοικον Θάσου, πωςυπηρετ ες τήν οκίαν τουμέ τόν ρον να ργότερονποκαταστήσ ατήν…» (1902). [21]  Διατυπώνεται επίσης, ακόμη και σε προικοσύμφωνα θετών θυγατέρων, ότι η κόρη προικίζεται έναντι των υπηρεσιών της προς τους κηδεμόνες και ότι έτσι εξοφλεί τους λογαριασμούς της μ’ αυτούς. Π.χ. η Μαρία, θετή κόρη του Χρ. Βλαχογιάννη,  ευχαριστεί τον «προικοδότην θετόν πατέρα κ. Χρ. Βλαχογιάννην» και δηλώνει «τι δέν χειοδεμίαν λλην παίτησιν παρ’ ατοδιά τάς ν τ οκίατο πηρεσίας καί ργασίας της» (1913) και η Ελένη, εννέα χρόνια ψυχοκόρη του Χρ. Συμεωνίδη, δηλώνει ότι «ξοφλε καθ’ λοκληρίαν πάντα πάρχοντα μετ’ ατοῦ λογαριασμόν (1906).[22]

Θα ισχυριστεί κανείς ότι εκφράσεις του τύπου «ουδεμίαν άλλην απαίτησιν ή δικαίωμα έχει» ή άλλες παρόμοιες, βρίσκουμε και σε προικοσύμφωνα γνήσιων θυγατέρων. Μόνο που εκεί δεν έχουν την έννοια της αποζημίωσης για την προσφορά υπηρεσιών και της εξόφλησης λογαριασμών, αλλά συνιστούν δήλωση των προικοδοτούμενων ότι αποδέχονται την προίκα, ότι μένουν ικανοποιημένοι από αυτήν και ότι δε νιώθουν αδικημένοι έναντι των τυχόν άλλων αδελφών τους. Και στις δύο περιπτώσεις όμως δηλώσεις αυτού του τύπου διασφαλίζουν τον προικοδότη από τυχόν μελλοντικές απαιτήσεις της άλλης πλευράς (του γαμπρού).  
Τα στοιχεία των προικοσυμφώνων δε μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε αν οι σχέσεις του προικοδότη με τη θετή θυγατέρα ή την ψυχοκόρη του θεμελιώνονται στο αμοιβαίο συμφέρον ή στις ηθικές και συναισθηματικές αρχές που διέπουν τη σχέση γονιού – παιδιού. Περιοριζόμαστε λοιπόν στα δεδομένα: Στα προικοσύμφωνα αυτής της κατηγορίας εκφράζονται οι ευχές ή οι πατρικές ευχές και ευλογίες του προικοδότη,[23] οι προίκες των κοριτσιών είναι σ’ όλες τις περιπτώσεις ευπρόσωπες (ανέρχονται κατά μέσο όρο στις 65 λίρες και περιλαμβάνουν όχι μόνο είδη ρουχισμού και οικοσκευής αλλά και μετρητά, όχι όμως ακίνητα), ενώ οι γαμπροί είναι κατά κανόνα καπνεργάτες, ακόμη και στις περιπτώσεις που ο κηδεμόνας ανήκει στα μεσαία αστικά στρώματα. 

Νεαρό ζευγάρι στο Καζαβίτι,
αρχές 20ού αιώνα (φωτ. Δημήτρη
Θεοδωρίδη)




















Στα προικοσύμφωνα των υπηρετριών η εργασιακή σχέση δηλώνεται ρητά. Η κόρη προικίζεται «ναντικδουλεύσεώς» ή «κ τς κδουλεύσεώς της»και διαβεβαιώνει πως δεν έχει άλλες απαιτήσεις από τον κύριό της. Για παράδειγμα, η Ευγενή, δασκάλα, παντρεύει την υπηρέτριά της Σουσάνα Λαζάρου από την Παναγία της Θάσου και δηλώνει: «Τά νωτέρω 1.428 γρόσια προικοδοτ πέναντι κδουλεύσεώς της καίμένει εχαριστημένη…» (1871). Η Άννα Ιωάννου από το Καζαβίτι προικίζεται από το αφεντικό της Πέτρο Γεωργίου με μια μικρή προίκα 1.000 γροσίων (10 λιρών) και υπογράφει: «στε δι’ ν μηση τος πο δούλευσαες τόν κύριον Πέτρον Γεωργίου δέν χω νά κάμωοδεμίαν παίτησιν… καί μένω ξοφλυσμένη…» (1875). Ο Θεόδ. Μοσχοπουλίδης προικίζει την υπηρέτριά του Αβέρσω Γεωργίου από το Καζαβίτι και σημειώνει: «καί το λοιπο μένωμεν ξοφλησμένοι μφοτέρων τνμερν κα κ μέρους τς νέας δέν χει το λοιπο νάκάμ οδεμίαν παίτησιν οτε βολόν καί ξοφλ» (1874).[24]
Ορισμένοι από τους προικοδότες περιορίζονταν στα δεδουλευμένα της κοπέλας, άλλοι όμως συνέβαλλαν και εξ ιδίων στην προίκα της. Π.χ. ο τελευταίος από τους ανωτέρω, Θ. Μοσχοπουλίδης, δίνει στην υπηρέτριά του είδη αξίας 40 λιρών (μεγάλη προίκα, για υπηρέτρια), διευκρινίζοντας: «τήν προικίζω κ τς κδουλεύσεώς τηςκαί προαιρέσεώς μου…». 
Τα αφεντικά των κοριτσιών δεν εμφανίζονται μόνο ως εργοδότες τους, αλλά συχνά και ως προστάτες – κηδεμόνες [25] που μεριμνούν για την  αποκατάστασή τους, σύμφωνα τουλάχιστον με τις στερεότυπες εκφράσεις του τύπου: «πειδή τοίνυν καί ποφαινόμενος διά τοιούτου κανονικο καί νομικογάμου συνάψαι μέλλω τήν πηρέτριάν μου…» ή «Ο κ. Στέφανος Πουλίδης, ατρόςχων πηρέτριαν νόματι Λασκαρίνα Κωνσταντίνουπό τό Καζαβτι τς Θάσουρμωμένηνν ρ γάμουπιθυμε νά συνάψ ατήν εςνομίμου γάμου κοινωνίαν μετά το».[26] Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι ορισμένες νύφες ήσαν σχεδόν παιδιά, αφού, σύμφωνα με το ισχύον τότε βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο της Εκκλησίας, όριο ενηλικίωσης για τη σύναψη γάμου εθεωρείτο για τα κορίτσια το 12o έτος (για τα αγόρια το 14o).  
Οι υπηρέτριες ή «δούλες» της Καβάλας εργάζονται για μικρά συνήθως χρονικά διαστήματα σε ευκατάστατες οικογένειες, ορισμένες και σε καταστήματα. Προέρχονταν κυρίως από τη Θάσο, τη Λήμνο και από χωριά της αγροτικής ενδοχώρας. Οι υπηρέτριες θασιακής καταγωγής, οι περισσότερες από το Καζαβίτι, αποτελούσαν το 20% του συνόλου των υπηρετριών που βρίσκουμε στα προικοσύμφωνά της Καβάλας.[27] Όμως στα περισσότερα προικοσύμφωνα δεν αναφέρεται ο τόπος προέλευσης ή καταγωγής της μελλόνυμφης υπηρέτριας. Έχουμε λοιπόν λόγους να πιστεύουμε (κυρίως επειδή πολλά από τα ονόματα των κοριτσιών ανήκουν στην παράδοση της θασιακής ονοματολογίας, π.χ. Λασκαρίνα, Σωτήρω, Δούκαινα), ότι το πραγματικό ποσοστό των υπηρετριών από τη Θάσο είναι μεγαλύτερο του 20%.
Παιδιά προφανώς φτωχών και πολυμελών οικογενειών προσδοκούσαν να εξασφαλίσουν με την εργασία τους ένα μικρό κομπόδεμα, απαραίτητο για την αποκατάστασή της, ή και να συμβάλουν στα πενιχρά οικονομικά της οικογένειάς τους. Αρκετές επέστρεφαν στο νησί τους. Αυτές που έμεναν στην Καβάλα παντρεύονταν κατά κανόνα καπνεργάτη, στον οποίο έδιναν μια μικρή προίκα (αξίας 10-25 λιρών) αποτελούμενη μόνο από ρουχισμό και είδη οικοσκευής. Συγγενικά πρόσωπα των κοριτσιών δεν αναφέρονται στα προικοσύμφωνά τους. Μόνο σε μία περίπτωση δηλώνεται η παρουσία αδελφού της κοπέλας, ο οποίος προσφέρει ένα συμβολικό δώρο 60 γροσίων και υπογράφει το προικοσύμφωνό της.[28]


Η τρίτη κατηγορία Θασίων γυναικών των προικοσυμφώνων μας είναι οι ώριμης ηλικίας γυναίκες, οι οποίες είτε ζούσαν χρόνια στην Καβάλα είτε έρχονταν για να αποκατασταθούν και συνάπτουν πρώτο ή δεύτερο γάμο. [29] 
Γονείς η συγγενικά πρόσωπα δεν αναφέρονται στα προικοσύμφωνά τους. Η ίδια η γυναίκα παραχωρεί προίκα, που ανέρχεται κατά μέσο όρο στις 60 λίρες και περιλαμβάνει και μετρητά ή ακίνητα. Σημειωτέον ότι τα προικοδοτούμενα πράγματα παραμένουν σ’ όλες τις περιπτώσεις υπό την κυριότητα της γυναίκας [30] και ότι οι χήρες που τελούν δεύτερο γάμο δεν αποξενώνονται εντελώς από την περιουσία του πρώτου συζύγου τους, αλλά διατηρούν μέρος αυτής.[31] Οι σύζυγοι των γυναικών είναι όλοι καπνεργάτες. 
Ενδεικτικά παραδείγματα: Η Αβέρσω Κωνσταντίνου, από το Κάστρο, παντρεύεται καπνεργάτη από τη Μεσορώπη και του δίνει μετρητά 20 λίρες, κοσμήματα και ρουχισμό, αξίας 20 λιρών και ακίνητα στο Κάστρο, «τοι κπονμπελονχωράφιον καί λαιόδενδρα… ξίαςλιρΤουρκ. 20, τό λον λίρ. Τουρκ. 60» (1899).[32]
Η Μορφή Δημητρίου Κλαδούλη, Θασία, χήρα Χριστοδούλου Δαμάσκου σεργιτζή, παντρεύεται καπνεργάτη από το Σέμαλτο και του παραχωρεί ως προίκα το ένα από τα δύο δωμάτια που κληρονόμησε από το μακαρίτη πρώτο της σύζυγο, με τον όρο, αν αυτός πεθάνει πρώτος να μην περιέλθει στους κληρονόμους του, αλλά να ανήκει στην ίδια. Από άλλο έγγραφο μαθαίνουμε ότι η Μορφή δεν είχε κληρονομήσει από το σύζυγό της τα δύο δωμάτια του σπιτιού στα Ποταμούδια, αλλά περιήλθαν σ’ αυτήν με πράξη διάλυσης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του μακαρίτη, που συνομολογήθηκε ειρηνικά μεταξύ αυτής και της πεθεράς της (Φεβρ. και Ιούν. 1900).[33]
Η Ευλαλία Νικ. Καραγιαννίδη, από τις Μαριές, παντρεύεται καπνεργάτη από το Πράβι, και «παρέχει αυτ ς προκα» 40 λίρες, «ατινες θά μένωσικατατεθειμέναι π’ νόματί της παρά τ καταστήματιThe Commercial Company of Salonica Limited” πί ετήσιων τόκ 6 τος κατόν», και διάφορα είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας περίπου 60 λιρών (1903). [34]

Αναφέραμε στην αρχή της εισήγησης ότι τα έγγραφα των Θασίων γυναικών της Καβάλας παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον δεν έγκειται τόσο στο περιεχόμενό τους (αυτό είναι άλλωστε πανομοιότυπο σε όλα τα προικοσύμφωνα της Καβάλας), αλλά κυρίως σε αριθμητικά και στατιστικά δεδομένα. Παρουσιάζουμε ορισμένα από αυτά για να εξαγάγουμε στη συνέχεια ορισμένα συμπεράσματα. 

Προικοσύμφωνα: Εξετάζοντας τα προικοσύμφωνα των Θασίων της Καβάλας (30 τον αριθμό)[35] και συγκρίνοντάς τα με τα υπόλοιπα προικοσύμφωνα της πόλης (449 συνολικά)[36] παρατηρήσαμε τα εξής:  
α) Στα  προικοσύμφωνα των Θασίων γυναικών της Καβάλα οι νύφες είναι σε πολύ μεγάλο ποσοστό (64%) υπηρέτριες, ψυχοκόρες ή κηδεμονευόμενες, υιοθετημένες κόρες και γυναίκες ώριμης ηλικίας. Μόλις 1 στα 3 προικοσύμφωνα (ποσοστό 36%) ανήκει σε φυσικές θυγατέρες Θασίων που ζουν με την οικογένειά τους και προικίζονται από αυτήν. Στα υπόλοιπα όμως προικοσύμφωνα της Καβάλας η κατανομή είναι πολύ διαφορετική: Εδώ οκτώ στις δέκα νύφες (79%) είναι γνήσιες θυγατέρες που προικίζονται από γονείς ή και αδέλφια, ενώ οι θετές κόρες, ψυχοκόρες, υπηρέτριες και γυναίκες ώριμης ηλικίας αντιπροσωπεύουν συνολικά ποσοστό 21%.
β) Στα προικοσύμφωνά μας οι Θάσιες νύφες είναι 3,5 φορές περισσότερες από τους γαμπρούς (25 έναντι 7). Η μεγάλη διαφορά οφείλεται στις υπηρέτριες, ψυχοκόρες και αυτοπροικιζόμενες γυναίκες, αφού οι γνήσιες θυγατέρες των Θασίων είναι σχεδόν ίσες σε αριθμό με τους Θάσιους που νυμφεύονται στην Καβάλα.   

Άδειες γάμου: Εξετάζοντας τις άδειες γάμου των Θασίων της Καβάλας (48 τον αριθμό) [37] και συγκρίνοντάς τες με τις υπόλοιπες άδειες των γάμων που τελέστηκαν στην Καβάλα μεταξύ 1897-1913 (συνολικά 1.287) [38] παρατηρήσαμε τα εξής: 
α) Στους υπόλοιπους γάμους της Καβάλας οι γυναίκες που παντρεύονται για δεύτερη ή τρίτη φορά αντιπροσωπεύουν ποσοστό 14%. Στις Θάσιες νύφες της Καβάλας το ποσοστό των δευτερόγαμων ανέρχεται σε 46%!
β) Οι Θάσιες που παντρεύονται στην Καβάλα (στα 1899-1900 και 1910-1913)[39] είναι σχεδόν διπλάσιες από τους Θάσιους (35 έναντι 19). 
γ) Ενώ το ποσοστό των δευτερόγαμων Θασίων γυναικών είναι υπερτριπλάσιο του μέσου όρου της πόλης (46% έναντι 14%), το αντίστοιχο των Θασίων ανδρών είναι 16%, όσο ακριβώς και ο γενικός μέσος όρος των δευτερόγαμων ανδρών της Καβάλας.   
Τα στοιχεία αυτά μας επιτρέπουν να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις για το χαρακτήρα της εσωτερικής μετανάστευσης των Θασίων προς την Καβάλα κατά τις τελευταίες δεκαετίες της Τουρκοκρατίας. 
Για να μελετήσει κανείς ουσιαστικά μια μεταναστευτική κίνηση πρέπει να ανιχνεύσει τους μηχανισμούς εκείνους που την ενεργοποιούν και την αναπαράγουν. Κινητήριες δυνάμεις του μεταναστευτικού φαινομένου είναι κατά κανόνα οι δημογραφικές πιέσεις και η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών στον τόπο καταγωγής των μεταναστών, φαινόμενα που παρατηρούνται την εποχή αυτή και στη Θάσο. Από τα τέλη του 19ου αιώνα η Θάσος διέρχεται μια περίοδο οικονομικής ύφεσης, που οφείλεται σε διάφορα μέτρα της αιγυπτιακής διοίκησης, αλλά και σε εγγενείς αδυναμίες της αγροτικής οικονομίας του νησιού, εκφράζεται με την αποδιάρθρωση της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και του εμπορίου και έχει ως αποτέλεσμα την επικράτηση κλίματος ανασφάλειας και την τάση φυγής.[40]
Απόρροια όλων αυτών είναι η αποδημία ενός μεγάλου μέρους του εργατικού δυναμικού της. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, στις αρχές του 20ού αιώνα ο μισός περίπου ενεργός ανδρικός πληθυσμός του νησιού (ή το 20% του συνολικού πληθυσμού) αναζητά εργασία στα κοντινά αστικά – εμπορικά κέντρα αλλά και στην Αμερική. Το μεγαλύτερο μέρος κατευθύνεται στην Καβάλα, για να εργαστεί στον τομέα της επεξεργασίας του καπνού, που αποτελούσε πρόσφορη πηγή συμπληρωματικού εισοδήματος για τον αγροτικό πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής.[41]

Καλλιράχη 
Όμως η μετακίνηση των Θασίων προς την Καβάλα σχεδόν εξαντλείται στην εποχιακή αποδημία και δεν προσλαμβάνει το χαρακτήρα της μόνιμης εγκατάστασης. Αυτό πρέπει, κατά την άποψή μας, να αποδοθεί κυρίως στα χαρακτηριστικά της θασιακής οικονομίας: Όπως φαίνεται, κατά την εποχή αυτή η οικονομία του νησιού (παρά τους δυσμενείς παράγοντες που προαναφέραμε) είχε τη δυνατότητα να συντηρήσει τον πληθυσμό και να τον συγκρατήσει στον τόπο του. Άλλωστε για ένα μεγάλο κομμάτι των Θασίων, η πεντάμηνη ή εξάμηνη εποχιακή καπνεργασία μπορούσε να συνδυαστεί χρονικά με ορισμένες τουλάχιστον αγροτικές εργασίες στο νησί, κυρίως την ελαιοκομία, με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαία η ρευστοποίηση της αγροτικής περιουσίας. Εκτός όμως από τους οικονομικούς λόγους (στους οποίους πρέπει να συνυπολογίσουμε και τα χαρακτηριστικά της οικονομίας της Καβάλας [42]), η επιλογή της εποχιακής αποδημίας των Θασίων πρέπει να αποδοθεί και στη συνειδητή καλλιέργεια συνεκτικών δεσμών με την οικογένεια και τον τόπο, που εικάζεται και από τα έγγραφά μας και από άλλες πηγές.[43]
Οι Θάσιοι που εγκαθίστανται μόνιμα στην Καβάλα αποτελούν, όπως προαναφέραμε, ένα πληθυσμιακό μέγεθος περιορισμένο. Το μικρό αυτό σύνολο δε συνιστά μια κλασική κοινότητα οικονομικών μεταναστών, αφού δεν απαρτίζεται τόσο από άνδρες της μισθωτής  ή ημερομίσθιας εργασίας ή από οικογένειες (άνδρες και μέλη των οικογενειών τους), αλλά σε υπέρμετρο βαθμό από μεμονωμένες γυναίκες και μάλιστα νεαρές κοπέλες.
Η αποδημία των τελευταίων (εννοούμε τις υπηρέτριες και ψυχοκόρες) μπορεί να έχει στη ρίζα της και σε οικονομικά αίτια, τα χαρακτηριστικά της όμως είναι διαφορετικά και από αυτά της προσωρινής μετακίνησης των καπνεργατών και από αυτά της μόνιμης εγκατάστασης των υπόλοιπων Θασίων. Οι κοπέλες αυτές δεν  ακολουθούν τη φυσική τους οικογένεια στη μετακίνησή της ούτε ζουν στους κόλπους της, δεν αποφασίζουν οικεία βουλήσει να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, οι περισσότερες δε διατηρούν δεσμούς με το νησί τους ούτε επιστρέφουν σ’ αυτό, κι επιπλέον η μετακίνησή τους δεν αποσκοπεί ούτε μεταφράζεται σε κοινωνική άνοδο και δε διαφοροποιεί την κοινωνική και ταξική τους κατάσταση, όπως συμβαίνει κατά περίπτωση το ένα ή το άλλο στις διάφορες μεταναστεύσεις. Η μετακίνησή τους, με δυο λόγια δεν έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά της προγραμματισμένης μετανάστευσης, η οποία, σημειωτέον, ως φαινόμενο αφορά κατεξοχήν τον ανδρικό πληθυσμό, αλλά της αναγκαστικής και ακούσιας αποδημίας (χαρακτηριστικής στα νησιά του Αιγαίου) που υπαγορεύεται και από οικονομικούς και από κοινωνικούς λόγους.  Η μετανάστευσή τους συνδέεται με συγκυριακούς κυρίως παράγοντες και με ανθρώπινα δράματα, είναι προϊόν και σύμπτωμα κοινωνιών που δε διαθέτουν θεσμοποιημένους και αποτελεσματικούς μηχανισμούς κοινωνικής πρόνοιας για την προστασία των φτωχών και αδυνάτων.[44] Σε τέτοιες κοινωνίες συχνά τα αδιέξοδα οδηγούν σε συνειδησιακές συγκρούσεις, καταλύουν ηθικές αναστολές και υποχρεώσεις και διασπούν και τους πιο ισχυρούς δεσμούς, τους οικογενειακούς. 

Στο Καζαβίτι, αρχές 20ού αιώνα. (φωτ.
Δημήτρη Θεοδωρίδη)
Σε διαφορετικούς, κατεξοχήν κοινωνικούς λόγους πρέπει να αποδώσουμε το μεγάλο ποσοστό των δευτερόγαμων Θασίων γυναικών της Καβάλας. Η αποδημία, είτε ως ατομική επιλογή είτε ως κοινωνικό φαινόμενο, καθορίζεται όχι μόνο από τις υλικές αλλά και από τις ιδεολογικές συνθήκες τόσο του περιβάλλοντος προέλευσης όσο και του τόπου προορισμού. 
Στα τέλη του 19ου αι. η Καβάλα δεν είναι ένας καθυστερημένος και εσωστρεφής μικρόκοσμος, αλλά μια κοινωνία ανοικτή σε φιλελεύθερες ιδέες, που επηρεάζουν τους τρόπους ζωής, τις νοοτροπίες και τις αντιλήψεις κυρίως βέβαια των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων.  Την εποχή αυτή η γυναίκα μπαίνει στην παραγωγική διαδικασία, σταδιακά απελευθερώνεται από τις εθιμικές δεσμεύσεις του περιβάλλοντος προέλευσής της και κάνει τα πρώτα δειλά βήματα χειραφέτησης.[45]
Από τις πράξεις των κωδίκων της Καβάλας, κυρίως από τα πρακτικά του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, βλέπουμε ότι οι κοπέλες εναντιώνονται στις επιλογές των γονιών τους και διαλύουν τους αρραβώνες τους, χωρίς αυτό να αποτελεί αιτία κοινωνικής κατακραυγής (αφού τις βρίσκουμε να συνάπτουν αργότερα νέον αρραβώνα), στη νέα που δεν ήταν αγνή αλλά «φθαρμένη καίπάρθενος» αναγνωρίζεται κατά κανόνα το δικαίωμα τηςσυγγνώμηςοι μοιχαλίδες που σκανδαλίζουν καιδιασαλεύουν την ηθική τάξη δε διαπομπεύονταιαλλάεξακολουθούν να ζουν στην Καβάλα και μετά το διαζύγιό τους (παντρεμένες πάντως με τον εραστή τους), η διά βίου ένωση δύο ανθρώπων δεν είναι κανόνας στέρεος (16% των ανδρών και 14% των γυναικών τελούν και δεύτερο ή και τρίτο γάμο), ο γάμος χήρας δε θεωρείται ασέβεια στη μνήμη του θανόντος και η γυναίκα δεν αποξενώνεται εντελώς από  την περιουσία του συζύγου της [46] κλπ. Όλα αυτά δείχνουν ότι ο κοινωνικός έλεγχος είναι λιγότερο ασφυκτικός, τα ήθη  λιγότερο συντηρητικά και αυστηρά και ότι η κοινωνία αρχίζει να αντιμετωπίζει τα ζητήματα προσωπικών σχέσεων και ηθικής τάξης με κάποια ανεκτικότητα. 
Δεν είναι λοιπόν αυθαίρετο να υποθέσουμε ότι για αρκετές γυναίκες από τη Θάσο, τις χήρες και διαζευγμένες, τις ποικιλοτρόπως ατυχήσασες και παρεκτραπείσες, η Καβάλα παρείχε ευνοϊκές προϋποθέσεις για ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή τους. Το ότι το ποσοστό των δευτερόγαμων Θασίων γυναικών της πηγής μας ανέρχεται σε 46%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των Θασίων ανδρών μόλις στο 16% (όσο ακριβώς είναι και ο μέσος όρος των δευτερόγαμων ανδρών της Καβάλας), αυτό δείχνει προφανώς ότι οι χήροι και ζωντοχήροι της Θάσου μπορούσαν να ξαναπαντρευτούν στο νησί τους πιο εύκολα, ενώ οι γυναίκες, χήρες και ζωντοχήρες, έπρεπε να αναζητήσουν αλλού την τύχη τους. 
Η απόφασή τους δεν είναι ίσως άσχετη και με τις οικονομικές παραμέτρους του ζητήματος. Σύμφωνα με το ισχύον στην Θάσο εθιμικό δίκαιο η δευτερόγαμη Θάσια έπρεπε να παραχωρήσει στον πρωτόγαμο ή στο νεότερο σύζυγό της «παλληκαριάτικο».[47] Όχι όμως στην Καβάλα. Οι εθιμικές καταβολές των ετερόκλητων εποίκων ξεκομμένες από το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον που τις γέννησε και μεταφυτευμένες σε χώρο αστικό δεν ευδοκιμούν για πολύ.[48] Άλλωστε, κι αυτό είναι ενδιαφέρον, καμία από τις δευτερόγαμες Θάσιες δεν πήρε άντρα από τη Θάσο (ορθότερο είναι να πούμε: κανένας από τους Θασίους της Καβάλας δεν πήρε συντοπίτισσά του που είχε ήδη στο ενεργητικό της ένα γάμο). Οι σύζυγοι τους ήσαν όλοι ξένοι και σε μεγάλο ποσοστό (37,5%) κι αυτοί δευτερόγαμοι. Αντίθετα, από τις Θάσιες που παντρεύονταν για πρώτη φορά, μία στις τρεις προτίμησε ή της επέβαλαν συντοπίτη της. Δεν είναι όμως άνευ σημασίας ότι και οι πρωτόγαμες Θάσιες παντρεύονται χήρο ή διαζευγμένο σε ποσοστό 21%. 

Έχοντας από παλιά μια αμυδρή εικόνα για τα θασιακού ενδιαφέροντος έγγραφα των κωδίκων της Καβάλας, πιστεύαμε ότι τα έγγραφα αυτά απεικονίζουν τη φιλόδοξη προσπάθεια μιας μικρής ομάδας Θασίων να πραγματοποιήσουν ένα άλμα προς τα αστικά στρώματα. Η προσεκτική εξέταση των εγγράφων έδειξε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η αποδημία από τη Θάσο δεν ήταν ένα άλμα προς την κοινωνική ανωτερότητα, αλλά ένα μετέωρο βήμα απόδρασης από μια κακή μοίρα. 


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 

α. Έγγραφα των Κωδίκων (περιλήψεις και αποσπάσματα)[49]

1. Προικοσύμφωνο, 2-10-1865) 
Η Αναστασία Αγαπητού παντρεύει τη θυγατέρα της Μαριγώ με τον Γεώργιο Σ. [Στάνη] Ναούμ και την προικίζει με διάφορα κοσμήματα, είδη ρουχισμού και οικοσκευής, συνολικής αξίας 10.310 γροσίων. Ακολουθεί η προγαμιαία δωρεά του γαμβρού, αξίας 5.450 γροσίων. (Κώδικας 1864-1889, σ. 29-30)

2. Προικοσύμφωνο (14-9-1868) 
Η Αναστασία Αγαπητού, παντρεύει τη θυγατέρα της Χαρίκλεια με τον Δημήτριο Πέϊο και την προικίζει, από την περιουσία του γιου της Α.Ν. Αγαπητού, με 180 οθωμανικές λίρες, διάφορα κοσμήματα, είδη ρουχισμού και οικοσκευής, συνολικής αξίας 31.060 γροσίων. (Κώδικας 1864-1889, σ. 84-86)

3. Προικοσύμφωνο (30-1-1871)
Η Ευγενή Πολίτου, δασκάλα, παντρεύει την υπηρέτριά της Σο[υ]σάνα, από την Παναγία της Θάσου, με τον Μιχαΐλο, από τη Γενιτζέ, και την προικίζει με διάφορα είδη ρουχισμού, αξίας 1.428 γροσίων.[50] (Κώδικας 1864-1889, σ. 111-112)

4. Προικοσύμφωνο (27-1-1874)
Ο Θεόδωρος Μοσκοπολίδης [Μοσχοπουλίδης] παντρεύει την υπηρέτριά του Αβέρσω Γεωργίου, από το Καζαβίτι, με τον Δημήτριο Χριστοδούλου και την προικίζει με 15 οθωμ. λίρες (1.545 γρόσια) και διάφορα είδη ρουχισμού, συνολικής αξίας 4.103 γροσίων. Ακολουθεί η προγαμιαία δωρεά του γαμπρού, αξίας 1.522 γροσίων. (Κώδικας 1864-1889, σ. 136-137)

5. Προικοσύμφωνο (10-1-1875)
Ο Πέτρος Γεωργίου παντρεύει την υπηρέτριά του Άννα Ιωάννου, από το Καζαβίτι, με τον Τριαντάφυλλο Ιωάννου, από τη Σιάτιστα, και την προικίζει με διάφορα είδη ρουχισμού,  αξίας 1.093 γροσίων. Δώρο αξίας 60 γροσίων δίνει και ο αδελφός της κοπέλας. Ακολουθεί η προγαμιαία δωρεά του γαμπρού, αξίας 490 γροσίων. (Κώδικας 1864-1889, σ. 165-166)

6. Προικοσύμφωνο (χ.χ. [1885])
Ο Μιχαήλ Βασιλείου παντρεύει τη «δούλα» του Καλλιόπη Γεωργίου Θασίτη, από το Καζαβίτι, με τον Γεώργιο Ραλίδη, από τη Θάσο, και την προικίζει με διάφορα είδη ρουχισμού, αξίας 2.636 γροσίων. Ακολουθεί η προγαμιαία δωρεά του γαμπρού, αξίας 170 γροσίων. (Κώδικας 1864-1889, σ. 292-293)

7. Προικοσύμφωνο (4-10-1896) 
Η Ζωή Ιωάννου, από το Σωτήρα, παντρεύει την κόρη της Μαρία με τον Αναστάσιο Σιπέ Αγαπητό, από το Σωτήρα, και τους προικίζει με τα εξής, κείμενα στο χωριό τους: Μισό σπίτι (μερίδιο από κληρονομιά), που συνορεύει με τις οικίες Σταυροπούλου, Παναγιώτου Μπακάλη, Θεολόγη και παπα-Αντώνη, αξίας 700 γροσίων. Κήπο συνορευόμενο με τους κήπους Θεολόγη, Καρυοφύλλη και Βασίλη Τηλέα, αξίας 400 γροσίων. Είκοσι δέντρα, αξίας 500 γρ., 15 πρόβατα, αξίας 900 γρ., και διάφορα είδη ρουχισμού, αξίας 700 γρ. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ. 7-8)

8. Προικοσύμφωνο (4-5-1898)
Ο Κωνσταντίνος Γεωργίου, καπνοφυτευτής, παντρεύει τη γυναικαδέλφη του Ευθυμία Κυριάκου, από το Θεολόγο, με τον Δημήτριο Ιωάννου, καπνεργάτη, κάτοικο Καβάλας, και την προικίζει με είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 3.891 γροσίων. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ. 70-71)

9. Προικοσύμφωνο (25-9-1899)
Η Αβέρσω Κωνσταντίνου, από το Κάστρο της Θάσου, «πιθυμοσα μετά πάσης εχαριστήσεως νά συζευχθ» τον Ιωάννη Αθανασίου, καπνεργάτη από τη Μεσορώπη, του παρέχει ως προίκα 20 λίρες σε μετρητά, κοσμήματα και ρουχισμό, αξίας 20 λιρών, «είς κτήματα δέ ντΚάστρ τς Θάσουτοι κπονμπελονχωράφιονκαί λαιόδενδρα διά τό ανάλογον μερίδιόν τηςξίαςλιρν Τουρκίας 20, τό λον λ.Τ. 60». (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ. 103)

10. Προικοσύμφωνο (30-10-1899)
Ο Ευστράτιος Παναγιώτου, καπνεργάτης εκ Μαρωνείας, και η σύζυγός του Σωτήρω Αναστασίου, από το Καζαβίτι, παντρεύουν την κόρη τους Αρτεμησία με τον Αθανάσιο Παπακυριάκου, καπνεργάτη από τη Μεσορώπη, και τους προικίζουν με το 1/4 της ιδιόκτητης οικίας τους στη συνοικία Γενή Μαχαλέ της Καβάλας, αξίας 1.620 γρ., και με κοσμήματα, είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 3.041 γρ. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ. 107-108)  

11. Προικοσύμφωνο (11-6-1900)
Η Μορφή Δημ. Κλαδούλη, Θασία, χήρα Χριστοδούλου Δαμάσκου σεργιτζή, παντρεύεται τον Δημήτριο Κυριάκου, καπνεργάτη από το Σέμαλτο, και «οκειοθελς καί παραβιάστως» του δίνει ως προίκα το ένα από τα δύο δωμάτια που κληρονόμησε από το μακαρίτη πρώτο της σύζυγο,[51] «πί τ ρητ ράνποθάν πρό το συζύγου της Δημητρίουν’ νήκ καί τότερον είς ατόνν δέ ατός ποθάν πρωτήτεραν’νήκ ες ατήντοι μφοτέρων ο κληρονόμοι νά μήκληρονομήσωσι τίποτε». (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ. 135)

12. Προικοσύμφωνο (23-9-1900)
Ο Στέφανος Πουλίδης, ιατρός, παντρεύει την υπηρέτριά του Λασκαρίνα Κωνσταντίνου, από το Καζαβίτι, με τον Δημήτριο Φωτίου, καπνεργάτη από τις Σέρρες, και τους προικίζει με κοσμήματα, είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 2.296 γροσίων. Ο γαμπρός έδωσε προγαμιαία δωρεά αξίας 324 γρ. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ. 137)

13. Προικοσύμφωνο (4-7-1902)
Ο Θεμιστοκλής Βαλσαμίδης, υπάλληλος του Μονοπωλίου των Καπνών, «λαβών πρό πτά τν «πότήν αυτο κηδεμονίαν τήν κόρην ΣταματίνανΚωνσταντίνουκάτοικον Θάσουπως υπηρετ ες τήνοκίαν τουμέ τόν ρον να ργότερον ποκαταστήσατήν», την παντρεύει με τον Νικόλαο Λάμπρου, καπνεργάτη από το Πράβι, και την προικίζει με διάφορα κοσμήματα, είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 3.366 γροσίων.  (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ. 203-204)

14. Προικοσύμφωνο (1-11-1902)
Ο Γεώργιος Αβραμίδης, καφεπώλης, παντρεύει τη θετή θυγατέρα του Λασκαρίναν Θ. Γουματιανού, εκ Θάσου, με τον Δημήτριο Πολυχρονίου, καπνεργάτη, και τους προικίζει με είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 6.559 γρ. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ. 221-222)

15. Προικοσύμφωνο (29-1-1903)
Η Λασκαρίνα Παναγιώτου, από την Καληράχη, «οσα ες ριμον λικίαν καί ποφασίσασα οκεί βουλκαί θελήσει νά λθ ες γάμου κοινωνίαν» με τον Αγαπητό Δημητρίου, καπνεργάτη από τη Μαρίγκοβα της επαρχίας Ιερισσού, προσφέρει σ’ αυτόν ως προίκα 20 λίρες μετρητά και είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 3.000 γροσίων. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ. 237-238)

16. Προικοσύμφωνο (16-8-1903)
Η Ευλαλία Νικ. Καραγιαννίδη, από τις Μαριές, παντρεύεται τον Νικόλαο Κωνσταντίνου, καπνεργάτη από το Πράβι, και «παρέχει αυτ ς προκα» μετρητά 40 οθωμ. λίρες, «ατινες θά μένωσι κατατεθειμέναι π’νόματί της παρά τ καταστήματι The CommercialCompany of Salonica Limited” πί τησί τόκ 6 τοςκατόν», και διάφορα είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 5.900 γροσίων. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ.261-262) 


17. Προικοσύμφωνο (28-1-1905)
Ο Θεόδωρος Γ. Καλαϊτζής, διευθυντής επί των καπνών του Καταστήματος “Έρζοκ”, «λαβών πρό δεκατριν δη τν πό τήν πατρικήν ατοπροστασίαν καί μέριμναν τήν κόρην Μαρίαν ωάννου,κάτοικον Καζαβίτης…», την παντρεύει με τον Νικόλαον Αριστείδου, καπνεργάτη, και την προικίζει με μετρητά 20 οθωμ. λίρες και με διάφορα κοσμήματα, είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 9.140 γρ. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 29-30) 

18. Προικοσύμφωνο (29-1-1905)
Ο Βασίλειος Δημητρίου, καπνεργάτης, και η σύζυγός του Ελένη παντρεύουν τη θυγατέρα τους Αναστασία με τον Κωνσταντίνο Ιωάννου Κοτρότση, ράφτη από το Θεολόγο, και την προικίζουν με διάφορα είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 2.350 γροσίων. Επιπλέον η μητέρα παραχωρεί στην κόρη της δύο δωμάτια του σπιτιού της στο Κιουτσούκ Ορμάν για να κατοικήσει με το σύζυγό της δωρεάν για δέκα χρόνια και της χαρίζει το μισό κήπο της στην ίδια περιοχή. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ.33-34)

19. Προικοσύμφωνο (11-11-1906)
Ο Χρήστος Συμεωνίδης, καπνεργάτης, «προσλαβών παρ’ αυτ πό ννέα δη ταν τήν δεσποινίδα λένην,τό γένος Νικολάουπό χωρίον Μαριές τς νήσου Θάσου,πί σκοπ πως αποκαταστήσ ατήν ν καιρ τδέοντι…», την παντρεύει με τον Εμμανουήλ Νικολάου, καπνεργάτη, και την προικίζει με διάφορα είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 2.370 γροσίων. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 93-94) 

20. Προικοσύμφωνο (11-1-1909)
Ο Ιωάννης Κανάκη Καβάκας, γεωργός από τα Ραβνά Αρδαμερίου, παντρεύει την κόρη του Αικατερίνη με τον Κυριάκο Μπασάκα, εργάτη από το Πράβι. Κατά την σύνταξιν του εγγράφου παρέστη ο Θεόδωρος Κυρ. Λούκαρης, χειρουργός, κάτοικος Καβάλας και δημότης Ερμουπόλεως, και δήλωσε ότι ο γαμπρός είχε διατελέσει ψυχογιός του και έχει υποχρέωση απέναντί του. Γι’ αυτό του «δίδει να λαινα ες Κακηρράχη Θάσου ν τ θέσειΜαρμαρούδη, περιέχοντα  δέκα καί τέσσερα λαιόδενδρασυνορεύοντα μετά το δίου ΘοδώρουΛούκαρηΠαπα-ΘεοδώρουΚαπετάν Γεώργη Κοκκίνουκαί δελφν Πατρίκη». (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 168-169)

21. Προικοσύμφωνο (7-2-1910)
Η Μαριγώ Χρήστου Κοϊμτζή παντρεύει τη θυγατέρα της Κυριακή με τον Κωνσταντίνο Ευσταθίου, από την Παναγία της Θάσου, και τους προικίζει με διάφορα είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 40 οθωμ. λιρών, και με τη μισή ιδιόκτητη οικία της στην ενορία του Αγίου Παύλου Καβάλας, αξίας 70 οθωμ. λιρών. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 207-208)    

22. Προικοσύμφωνο (8-12-1910)
Η Αλεξάνδρα Δημητρίου Μιχαήλ, το γένος Παπα-Παύλου, από τη Θάσο, παντρεύει την κόρη της Μαρία με τον Θεόδωρο Κ. Μπεγκλή και τους παρέχει ως προίκα «ες ρουχισμόν ,τι δύναται ναλόγως τς καταστάσεώςτης» και την μισή ημίκτιστη οικία της, στη συνοικία Αγίου Ιωάννου, θέση Τζομλέκ Δερέ, την οποία ο γαμπρός της θα κτίσει «πως δύναται καί θέλει». (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 251-252)

23. Προικοσύμφωνο (4-1-1911)
Ο Νικόλαος Παπασταυριανός, έμπορος, παντρεύει την κόρη του Ιφιγένεια με τον Πολύγνωτο Ι. Κλωνάρη, κτηματία, κάτοικο Λιμένος Θάσου, και τους προικίζει με είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 40 οθωμ. λιρών, και με 150 οθωμ. λίρες, «μετρηθείσας μέσως τγαμβρ». (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 257-258)

24. Προικοσύμφωνο [Πρακτικόν] (1-3-1911)
Τον Ιανουάριο του 1909 η Σουλτάνα, σύζυγος Κωνσταντίνου Κοτούκη, από τη Θάσο, πάντρεψε την κόρη της Ελένη με τον Ανδρέα Σ. Δαρδάνη και την προίκισε με είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 4.311 γροσίων, και με μετρητά 60 οθωμ. λίρες. Στο Πρακτικό αναφέρεται ότι οι 20 λίρες δόθηκαν κατά το γάμο, οι 20 καταβάλλονται τότε στο γαμπρό, «πρός οκοδόμησινοκίας» και οι 20 θα μετρηθούν μετά το θάνατο των πεθερικών του. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 275-276)

25. Προικοσύμφωνο (3-6-1911)
Ο Χρήστος Παράσχος, ιεροψάλτης, και η σύζυγός του Ευφροσύνη, το γένος Αργυρίου Ουζούνη, παντρεύουν την κόρη τους Θαλασσία με τον Σωτήριο Αλεξ. Κυριαζίδη, από την Καληράχη. Ο πατέρας προικίζει την κόρη με είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 50 οθωμ. λιρών, και με μετρητά 30 λίρες,[52] «πό τόν ρον νά χρησιμεύσωσιδιά τήν σπουδήν το γαμβρο τς κκλΜουσικς χειροτονίας ατο ς διακόνου». Η μητέρα δίνει στην κόρη τη μισή ιδιόκτητη οικία της στη συνοικία Αγίου Παύλου, αξίας 40 οθ. λιρών, την οποία «θά μεταγράψπ’ νόματι τς θυγατρός της νώπιον το ρμοδίουΚτηματολογικο παλλήλουμετά τήν τακτοποίησινατς». Μετά το θάνατο των γονέων της η Θαλασσία «δέ θά χ τό δικαίωμα νά ζητ λλην τινά κληρονομίαν παρ’ατν». Ο γαμπρός δίνει προγαμιαία δωρεά αξίας 6 λιρων. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 289-290)

26. Προικοσύμφωνο (27-1-1912)
Ο Απόστολος Ιωάννου Τούρνου, πρωτομάστορας επί των καπνών, παντρεύει τη θετή θυγατέρα του Σωτήρω Νικολάου, από τη Θάσο, με τον Δημήτριο Γεωργίου Δόδζου, καπνεργάτη, και την προικίζει με είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 55 οθωμ. λιρών. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 366-367)

27. Προικοσύμφωνο (28-7-1912)
Η Θάσια Δούκαινα Αθανασίου, το γένος Γεωργίου (Χατζηγιαξή), είχε παντρέψει το 1901 την κόρη της Άννα με τον Χρήστο Βασιλείου. Τότε είχε υποσχεθεί να δώσει ως προίκα, εκτός από τα είδη ρουχισμού, και μέρος της ιδιόκτητης οικίας της στα Ποταμούδια. Ένδεκα χρόνια αργότερα συντάσσεται το παρόν έγγραφο, με το οποίο επιβεβαιώνεται ότι «μφότερα τά συμβαλλόμενα μέρηδέχονται τήν ς νω συμφωνίαντι  προίξ εναιπάντοτε προίξ καί οχί κληρονομία καί πσα περί ταύτηςφιλονεικία θά δικάζεται κατά τούς νόμους τνΠατριαρχείων». (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 398)

28. Προικοσύμφωνο (12-9-1913)
Ο Χρήστος Βλαχογιάννης, έμπορος, παντρεύει τη θετή θυγατέρα του Μαρία Παναγιώτου, από τη Θάσο, με τον Ευστάθιο Δημητρίου Ζεϊμπέκη, υποδηματοποιό, και την προικίζει με είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 40 οθωμ. λιρών, και με μετρητά 60 λίρες. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 431-432)

29. Προικοσύμφωνο (28-9-1913)
Ο Κωνσταντίνος Β. Μπογιατζόγλου, ράφτης εκ Θάσου, παντρεύει τη θυγατέρα του Αρχοντία με τον Αυγουστή Παπαδημητρίου, έμπορο εκ Θάσου, και τους προικίζει  με διάφορα είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 80 οθωμ. λιρών, και με μετρητά 20 λίρες. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 433-434)

30. Προικοσύμφωνο (1-10-1913)
Η Δούκαινα Γεωργίου (Χατζηγιαξή), Θασία (εκ Παναγίας;) είχε παντρέψει το 1908 την κόρη της Ελένη Αθανασίου με τον Κωνσταντίνο Χρήστου Ρόντα. Πέντε χρόνια αργότερα, υλοποιώντας την προφορική της υπόσχεση, προικίζει την κόρη της με ένα δωμάτιο της ιδιόκτητης οικίας της στα Ποταμούδια. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σ. 435)

31. Διαθήκη (28-11-1869)
Θάσος, 1906
«…Τούτου χάριν, κγώ ΣουλτάναΝ.Αγαπητο τήν παροσαν μου τελευταίαν διαθήκηνδιατίθεμαι… πομένως δέ διορίζω περί τς κινητς καίκινήτου μου περιουσίας ταταφίημι ες μέν τήννύμφην μου ναστασίαν ν ζεγος νώτιαν ποκάμισονκαί πέντε κάδας χάλκωμαΠρός δέ φίημι ες τήνλισάβετδελφήν τς νύμφης μου ναστασίαςνζεγος νώτιαΕς τήν νεψιάν μου λένην φίημι πέντεκάδας χάλκωμακαί ν ποκάμισονφίημι καί ες τήνδελφήν μου Μράλνταν (;) τά ν τ νήσ Θάσλαιόδενδρά μουπέναντι το μολόγου περ φείλω εςατήνκ δέ το πολοίπου τς περιουσίας μουςδοθσι  ες τούς πιλοίπους συγγενες μουπειταδιατάσσω νά δοθσι ες τά κπαιδευτικά καταστήματαΚαβάλλαςκαί ες τάς κκλησίας ατςτό σπήτιόν μουκαί ,τι λλο ερεθ ν τ κιβωτί μουΕς τατα οδείςτν συγγενν μου χει τήν δειαν παίτησιν νά κάμ ν’ ντιτείν...». (Κώδικας 1864-1889, σ. 104)

32. Διαθήκη (4-2-1897)
Ο Νικόλαος Π. Αγαπητός ορίζει: «Κληρονόμον μου τέλειαν γκαταλείπω τήν γαπητήν μου σύζυγον λένηνκαί κληροδοτ αυτ: α) τό ναλογον μοι πατρικόνμερίδιον έκ τν πατρικν μου δένδρων κειμένων νχωρί Σωτρος Θάσουτριακόσια κτώ τόν ριθμόν καίβτό ναλογον μοι λόκληρον μισυ τς πατρικς μουοκίαςτό νκον μοι κ κληρονομίας πατρικςτςκειμένης ν τ συνοικί τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου…Τατα πάντα κληροδοτ τ αγαπητ μου συζύγ λένμέ τήν ποχρέωσιν νά κάμ ατή τά μετά τόν θάνατόνμου χριστιανικά χρέη πρός σωτηρίαν τς ψυχς μου καίδώσ ες μέν τόν δελφόν μου ωάννην ΠΑγαπητόν…καί ες κατέραν τν δελφν μου Χαρίκλειαν Στεργίουκαί σπασίαν ριστείδου…». (Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σ. 21-22)

33. Διαθήκη (27-7-1900)
Η Βασιλική Αναστασίου Τερμεντζή ορίζει: «Κληρονόμον μου γκαθιστ τόν θετόν υόν μου ΧρστονΑΣυμεωνίδουτόν ποον πό 12ετίας υοθέτησα καίμεινα πολύ εχαριστημένη διά τάς πρός μέ λικάς καίθικάς περιποιήσεις του… Είς τήν πηρέτριάν μου,προστατευομένην π’ μο λένην Νικολάουπόχωρίον Μαριές τς Θάσου ρμωμένηνφίνω καίδιατάσσω νά τήν μετρήσ λίρθπέντε  ΧρστοςΣυμεωνίδης». (Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σ. 46-47)

34. Διαθήκη (28-9-1900)
Η Λασκαρίνα, χήρα Γιάννη Παράσχου, το γένος Γεωργίου Κοκκίνου, από το Θεολόγο, κάτοικος Καβάλλας (στην ενορία Παναγίας), τα οικιακά επαγγελόμενη, ορίζει παρουσία των μαρτύρων Ιωάννου Β. Τσιγάρου, καπετάνιου, Βασιλείου Ι. Πούλια, παντοπώλη, Ιωάννου Σταματέκου, εμπόρου, Ιωάννου Δ. Πέτκου, κτηματία, Δημητρίου Γ. Κόνσολα και Κωνσταντίνου Καστρινής, καπνεργατών, τα εξής: «Κληρονόμον μου γκαθιστ τήνμικράν νεψιάν μου ννοδα ΠαναγιώτουθυγατέραΓιάννη Μπαμπούρι πό χωρίον Θεολόγουκαί τόνσύζυγον ατς καί γαμβρόν μου Παναγιώτην ΓεωργίουΧαλδέζου κ Πλωμαρίου τς Μιτυλήνης ρμωμένου καίφίνω ες ατούς ξ σου μετά τόν θάνατόν μου τά ξήςκείμενα λα ες τό χωρίον μου Θεολόγου καί συγκείμεναπό μίαν διόκτητον οκίανλευθέραν πάσης ποθήκης,τριάκοντα λαιόδενδρα ες Νούστρα [53] καί τερατριάκοντα ες διάφορα μέρη το χωρίου μουπτάκομμάτια χωράφια κείμενα ες τοποθεσίας νομαζομέναςϊβαδίτσαΚόκκιναΜατοτόπιγελάδαΚουκ,νιτλίχτιργεμέ τά δύο λαιόδενδρακαί Παλίρι καί τρεςκήπουςσυνορεύοντας  μέν πό Σταματέκον δέ πόοκίαν Τουλκάνι και  τερος πό τήν οκίαν Ζεργιλάπίτ ρητ ρ νά μέ διαθρέψωσι καί περιποιηθσι μέχριτο θανάτου μου μετά δέ τόν θάνατόν μου νά κάμωσι δι’ξόδων των λα τά μνημόσυνα κλπΕς περίστασιν δέκαθ’ ν μετανοήσω καί κυρώσω τήν παροσανδιαθήκηνπροϋπόσχομαι νά τούς ποζημιώσω διά τάξοδά των νά δέκα λίρας διά τό καθέκαστον τοςΕςτήν κκλησίαν τν γίων Ταξιαρχν το χωρίου μουφιερόνω τά ες Θυμωνιά κείμενα δύο λαιόδενδρά μουΕς τήν κκλησίαν το γΔημητρίου φιερόνω τρίαλαιόδενδρα ξ [ν;] δύο ες στρίς καί ν ες βαμπακιά.Ες τόν φημέριον τς κκλγ. Δημητρίου Θεολόγου ΑδεσΠαπα-Νικόλαον φίνω τό χωράφι μου τό κείμενονες στρίςσυνορεύον μέ Γιαννούτσι καί Ρούσιουπεριέχον καί τρία μικρά λαιόδενδραΕς [την]ναδεξιμνιάν μου Μαρίναν ΚΜάνθου φίνω ναμπελότοπον μέ μίσειαν συκιάν… φίνω δέ κτελεστήν τς παρούσης μου διαθήκης τόν κΝικόλαον Βασιλικοπό Θεολόγον». (Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σ. 49-50)

35. Διαθήκη (7-11-1900)
Η Αικατερίνη, θυγατέρα Κωνσταντίνου σιδηρά και χήρα Αναστασίου καφετζή, ορίζει: «Κληρονόμους μου γκαθιστ τόν κ Καληράχης τς Θάσου θ.Κωνσταντίνου μαραγκόν καί τήν σύζυγόν του Εδοκίαν,νεψιάν μου ξ δελφςκαί φίνω ες ατούς μετάθάνατόν μου τά ξςΤήν διόκτητον οκίαν μου ν τσυνοικί το τετάρτου τμήματος κειμένην [δηλ. στα Ποταμούδια] καί συνορεύουσαν… πί τ ρητ ρ νάμέ γηροκομήσωσι τό κατά δύναμίν των καί μετά τόνθάνατόν μου τά ξοδα κηδείαςμνημόσυνα καίνακομιδς τακτικά να μέ κάμωσιν ξ δίων των…». (Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σ. 53-54)

36. Διαθήκη (13-11-1900)
Η Ελένη Γεωργίου Μπασδέκη ορίζει: «Κληρονόμον μου γκαθιστ τόν [Παναγιώτην Δημητρίου πό τόΚάστρον: οι λέξεις διαγράφονται] ναστάσιον λεξίουΚαραμπέρη πό τόν Θεολόγον τς Θάσου μέν ρμώμενοννν δέ κάτοικον Καβάλλας… ποδηματοποιόν τόπάγγελμα καί φίνω ες ατόν μετά θάνατόν μου τήν διόκτητόν μου οκίαν τήν ν τ τετάρτ τμήματι τςΚαβάλλας κειμένην [δηλ. στα Ποταμούδια] καί συνορεύουσαν… πό τούς ξς δύο ρους: 1.  κναστάσιος λεξίου Καραμπέρης φείλει νά τιμ καί νάσέβεται καί ν’ γαπ τήν κλένην ς μητέρα μηδόλωςποχρεούμενος νά δαπαν πρός συντήρησιν ατς. 2. κλένη οδόλως δικαιοται νά μετανοήσ καί ν’κυρώσ τήν παροσαν διαθήκην…  δέ ναστάσιοςλεξίου Καραμπέρης ποχρεοται μετά θάνατον νά κάμξ δίων του τά ξοδα τς κηδείαςμνημόσυνα καίνακομιδς καί νά πληρώσ νά μίσειαν λίραν ες τόννεψιόν μου… καί νεψιάν μου…». (Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σ. 54-55)

37. Διαθήκη (17-1-1904)
Η Ζωγράφω, χήρα Παναγιώτου, το γένος Μαργαρίτου, ορίζει γενικό κληρονόμο της τον Στέφανο Πουλίδη, ιατρό, τον οποίο καλεί να διανείμει την κινητή και ακίνητη περιουσία της ως εξής: «1. Ες τήν εράνκκλησίαν το Τιμίου Προδρόμουανα χαϊάτδιόκτητόν μου κείμενον ν Κιουτσούκ ρμάν… βνμόλογον πογραφς Κων/νου ποστόλουπλοιάρχουκατοίκου Καληράχεως… (22 λιρν)… γ) ν μόλογονπογραφς λένης Δημητρίου Δαγκαλίδενας κΚαληρράχεως τς Θάσου…(1.125 γροσίων)… 2. Ες τόνγγονόν μου Παναγιώτην Γεωργίουαν μόλογον… κλιρν εκοσιβπτά φλωρία και ν ργυρονβραχιόλιον… ξ φλωρίαν ζεγος σκουλαρίκια καί νδακτυλίδιον ξίας περίπου δύο λιρν… (κατατίθενται στο ναό του Αγ. Ιωάννη, απ’ όπου θα τα παραλάβει την ημέρα του γάμου του). 3. Ες τό Νοσοκομεον Εαγγελισμός” κ τν πίπλων μου τους κ χαλκο τρεςτεντζιερέδεςτρία ταψιά καί δύο καζάνια. 4. Ες τόν υόμου Γεώργιον δύο μόλογα (αξίας 68 λιρών)τινα μοιφείλει καί τινα ενε κατατεθειμένα παρά τ Χατζ-Μουσταφτο τά χαρίζω. 5. Ες τήν ν Καληρράχει κκλησίαν το γΚωνσταντίνου περί τά εκοσι πέντελαιόδενδραερισκόμενα ν τ ατ χωρί. 6. τά ν τοκί μου λοιπά πιπλά μου… νά διανεμηθσι ξ σου εςτούς κληρονομοντας με υόν καί γγονόν…». (Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σ. 103-105)

38. Διαθήκη (8-3-1905)
Η Μαρία Σωτηρίου Ιωάννου, το γένος Αθανασίου, από την Παναγία της Θάσου, ορίζει: «Πρτονγενικόνκληρονόμον μου πί τς περιουσίας μου γκαθιστ τόνσύζυγόν μου Σωτήριον ωάννου… κάτοικον ΠαναγίαςΘάσουμονίμως δ’ νταθα ποκατεστημένον καίποδηματοποιόν τό πάγγελμαΔεύτερονχουσα π’ψιν τάς περιποιήσεις καί θυσίας ες ς πεβλήθη καίποβάλλεται τι πρός νοσηλείαν μου ξ ασθήματοςεγνωμοσύνης καί λως οκειοθελς καί ατοπροαιρέτωςκαί νευ οδεμις ξωτερικς πιβολς κληροδοτ εςτόν ρηθέντα σύζυγόν μου τήν διόκτητον οκίαν μουκειμένην ν τ συνοικί Ποταμουδίων συνορεύουσαν φ’νός μέ οκίαν τς μητρός μου Δούκινας θανασίουνατη προικοδότησεν ες τήν θυγατέρα της καί δελφήνμου νναν Χρήστου…  κτιμηθεσαν  πό τν νωμαρτύρων ες τριάκοντα (30) λίρθωμκαί τς ποίας τόνάλογον οκόπεδονφ’ ο ατη ενε κτισμένη μοίπροικοδοτήθη πό τς μητρός μου… πό τόν ρητόν ροννα  ρηθείς σύζυγός μου: 1ον τελέσ ξ δίων τάνενομισμένα ερά μνημόσυνα πέρ ναπαύσεως τςψυχς μου καί 2ον μετρήσ φ’ παξ ες τήν μητέρα μουΔούκιναν θανασίου λίρθ. δύο (2)…  δέ διαθέτης ςγράμματος πεγράφη πό το θείου της ΘεοδώρουΒασιλείου… κατοίκου Καβάλλας καί ποδηματοποιο τόπάγγελμα». (Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σ. 117-118)

39. Διαθήκη (27-3-1906)
Η Αννέτα Παναγιώτου, το γένος Αντωνίου Γιανκούλα, από το Μελένικο, ορίζει: «Γενικόν κληρονόμον μου πί πάσης τς νταθα περιουσίας μουγκαθιστ τόν νόμιμον σύζυγόν μου ΠαναγιώτηνΔημητρίου… κ το χωρίου Μαριές τς νήσου Θάσου καίπαντοπώλην τό πάγγελμαες ν κληροδοτ τάς δύοοκίας μου… ν τ συνοικί Ποταμουδίων… πό τόν ρον1ον  2ον μετρήσ ξ δίων του τ κ το χωρίου Μαριέςρμωμέν καί ν γί ρει μονάζοντι αδεσιμωτάτΠαπα-Παρθενί λίρας πεντήκοντα (50), ς δανείσθηνπαρ’ ατο πρός ποπεράτωσιν τς οκοδομς τς νωρηθείσης δευτέρας οκίας μου… Τήν ς νω περιουσίανκληροδοτ ες τόν ρηθέντα σύζυγόν μου χουσα π’ ψιντι δανείσθην παρ’ ατο ν λ κατόν πεντήκοντα(150) λίρθπρός ποπεράτωσιν τν ν λόγ οκινμουσυνάμα δέ τάς πείρους φροντίδας καί θυσίας ςπέστη καί φίσταται πρός περίθαλψιν τς πασχούσηςγείας μουΠροκειμένου δέ περί τν τεσσαράκοντα (40) λιρθς μοι προικοδότησεν  ποθανών δελφός μουωάννηςδηλ τι ταύτας ξόδευσα  δία δι’ δίας μουνάγκας…». (Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σ. 146-148)

40. Διαθήκη (17-3-1913)
«Διαθήκη Δούκαινας Γεωργίου Χ΄΄Γιαξ κ Θάσουρμωμένης καί ν Καβάλλ διαμενούσης… Διορίζω καίποκαθιστ ς γενικόν κληρονόμον μου τόν υό μουΒασίλειον Γεωργίουες ν διατάττω νά δώσ είς τήνδελφή του καί θυγατέρα μου λισάβετ Γεωργίου τό μισυ τς ν τ συνοικί Ποταμουδίων κειμένης οκίαςμου… με την μίσειαν αλήν μπροσθεν καί μίανκάμαραν μέ σάλαν καί σκάλαννω καί κάτω μέροςατςπρός προικισμόν ατς κατά τήν ποκατάστασίντηςτό μισυ τς ς νω οκίας καθότι δωκα ες τάς θυγατέρας μου νναν θανασίουσύζυγον Χρηστάκου…καί λένην θανασίουσύζυγον το Κων/νου Ρόντα…τήν δέ κουζίναν πισθεν το δωματίου τς λένης φίνωες τόν υόν μου καί γενικόν κληρονόμον μου ΒασίλειονΓεωργίου να διαθέσ πως βούλεται  διος…  λη ξίατς μίσειας οκίας ξετιμήθη ες τεσσαράκοντα λίραςΤουρκίας…». (Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σ. 265-266) 

41. Αίτηση λύσης μνηστείας (3/16-11-1862)
Η Μαλαμάτω Γεωργίου ζητεί τη λύση του προ δύο ετών αρραβώνα της κόρης της Ελισάβετ, 16 χρόνων, με το Γεώργιο Θασίτη, διότι πληροφορήθηκε ότι αυτός «χειπάθος νίατοντοι ρχεται ξω φρενν καί κτυπταικοιμώμενος παραλαλν καί ς κ τς μέθης κάμνει τάχείριστα». (Κώδικας 1864-1889, σ. 12)

42. Λύση μνηστείας (23-7-1864) 
Ο Νικόλαος Αγγέλου και η Ελισάβετ Μαλαμάτου δηλώνουν ενώπιον του αρχιερατικού επιτρόπου και των προκρίτων ότι διέλυσαν κοινή συναινέσει τον προ τεσσάρων ετών αρραβώνα τους. Σύμφωνα με την απόφαση των κοινοτικών αρχών, οι μνηστήρες είναι «διαλελυμένοι… καί λεύθεροι να καστος συζευχθπου  θεός εδοκήση ες καστον». (Κώδικας 1864-1889, σ. 24)

43. Υιοθεσία (8/20-6-1874)
Η Μαρία, από το Καζαβίτι, χήρα, δίνει το γιο της Στυλιανό, 6 ετών, στον τυφλό Δημήτριο Ευσταθίου, κάτοικο Καβάλας, και παραιτείται από τα γονικά της δικαιώματα. Ο Δημήτριος υπόσχεται να θεωρεί το θετό γιο του ως γνήσιο και κανονικό κληρονόμο του, να φροντίζει για την καλή ανατροφή και μόρφωσή του και να εκπληρώνει όλα τα πατρικά χρέη και καθήκοντά του. (Κώδικας 1864-1889, σ. 151)

44. Διαζύγιο (5/12-8-1879)
Ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης, Θάσιος παροικών στην Καβάλα, ζητεί διαζύγιο από την από οκταετίας σύζυγό του, Ευανθία Β., επειδή αυτή μετά τον πρώτο χρόνο του γάμου τους δεν τον ακολούθησε στη Θάσο, αλλά έμεινε στην Καβάλα, όπου και «κατεπάτησεν τήν συζυγικήν πίστιν καί μίανε τήν κοίτην της γεννήσασαπολλά τέκνα». Το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο, θεωρώντας μάταιη κάθε απόπειρα συνδιαλλαγής, εγκρίνει τη διάζευξή τους. (Κώδικας 1864-1889, σ. 201)

45. Υιοθεσία (11-8-1885)
Η Μαρία, θυγατέρα Θεοδοσίου και σύζυγος Σταμάτη, από το Καζαβίτι - Μικρό Μαχαλά, δίνει την κόρη της Ελένη, 8 ετών, στον Μόσχο Αποστόλου, λεσπέρη, από την Αδριανή  της Δράμας, και του μεταβιβάζει όλα τα γονικά της δικαιώματα. Ο Μόσχος υπόσχεται να εκπληρώνει όλα τα πατρικά χρέη και καθήκοντα. (Κώδικας 1864-1889, σ. 278)

46. Διανομή περιουσίας [«Διαλυτικόν έγγραφον»] (14-2-1900) 
Η Μορφή, χήρα Χριστοδούλου Δαμάσκου, σεργιτζή, και η πεθερά της Στεργιανή Νάσιου, «πιθυμοσαιερηνικς μφότεραι τήν διάλυσιν τς τε κινητς καίκινήτου περιουσίας» του μακαρίτη, αποφασίζουν: Η Μορφή παίρνει δύο από τα έξι δωμάτια του σπιτιού στα Ποταμούδια και τα εντός αυτού έπιπλα και σκεύη, ενώ η πεθερά της τα υπόλοιπα τέσσερα δωμάτια και όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του γιου της στο Σέμολτο. (Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ. 127)


Γιορτή στο Ραχώνι, αρχές 20ού αιώνα (φωτ. Δημ. Θεοδωρίδη)
β. Άδειες Γάμου (1899-1990 και 1910-1913)

1. Γεώργιος Αποστόλου, γάμος Α΄ - Χρυσούλα Θασία, γάμος Β΄, 17-1-1899.

2. Δημήτριος Βουζουκλής, εκ Ζαγορίου, γάμος Β΄ - Ασπασία Βαρσαμή, εκ Θάσου, γάμος Α΄, 6-2-1899.

3. Θεόδωρος Βασιλείου, εκ Θάσου, γάμος Β΄ - Πλουμιστή Αλεξάνδρου, εκ Θάσου, γάμος Α΄, 21-2-1899.

4. Γεώργιος Νικολάου, γάμος Α΄ - Ευθυμία Θασία, γάμος Α΄, 25-4-1899.

5. Δημήτριος Ανδρέου Μυτήλας, γάμος Β΄ - Μαρία Θασία, γάμος Β΄, 29-1-1900.

6. Δημήτριος Κυριάκου, γάμος Α΄ - Μορφή Δημητρίου Θασία, γάμος Β΄, 11-6-1900.

7. Αντώνιος Αυγουστή, εκ Θάσου, γάμος Α΄ - Δέσποινα Ιωάννου, εκ Θάσου, γάμος Α΄, 18-6-1900.

8. Παναγιώτης Αυγουστή, εκ Θάσου, γάμος Α΄ - Λασκαρίνα Ιωάννου, εκ Θάσου, γάμος Α΄, 29-5-1903.

9. Κωνσταντίνος Ευσταθίου, εκ Θάσου, γάμος Α΄ - Κυριακή Κοϊμτζή, γάμος Α΄, 10-2-1910.

10. Κωνσταντίνος Χρήστου, εκ Θάσου, γάμος Β΄ - Θεοδώρα Ιωάννου, εκ Σιατίστης, γάμος Β΄, 17-2-1910.

11. Γεώργιος Θεμιστ. Βάμβας, εκ Φιλιππουπόλεως, γάμος Α΄ - Σωτήρω Δημητρίου, εκ Θάσου, γάμος Β΄, 28-4-1910.

12. Γεώργιος Ι. Στρακούλης, εκ Καβάλας, γάμος Α΄ - Χρυσούλα Κακάνη, εκ Παναγίας Θάσου, γάμος Α΄, 6-7-1910.

13. Παναγιώτης Ιωάννου, εκ Θάσου, γάμος Α΄ - Ευαγγελή Αθανασίου, εκ Θάσου, γάμος Α΄, 19-7-1910.

14. Κωνσταντίνος Χρήστου, εκ Δοξάτου, γάμος Β΄ - Παρασκευή Δημητρίου Κακάνη, εκ Θάσου, γάμος Β΄, 27-7-1910.

15. Κωνσταντίνος Αβραμίδης, εκ Σερρών, γάμος Β΄ - Αντιγόνη Αθανασίου, εκ Θάσου, γάμος Β΄, 19-9-1910.

16. Γεώργιος Νικολάου, εκ Λιμένος Θάσου, γάμος Α΄ - Σωτηρία Παναγιώτου, εκ Θεολόγου Θάσου, γάμος Α΄, 11-10-1910. 

17. Βασίλειος Δημητρίου, εκ Λιμένος Θάσου, γάμος Α΄ - Καλλιόπη Πολυζώη, εκ Καβάλας, γάμος Α΄, 29-10-1910.

18. Γεώργιος Νικολάου, εκ Θάσου, γάμος Α΄ - Μαρία Χ΄΄Στογιάννη, εκ Καβάλας, γάμος Β΄, 12-12-1910.

19. Ιωάννης Γεωργ. Δούκα, εκ Δράμας, γάμος Α΄ - Καλλιόπη Κωνσταντίνου Λυρ…[;], εκ Θάσου, γάμος Β΄, 10-2-1911.

20. Ευθύμιος Γρηγορίου, εκ Κολωνίας [Β. Ηπείρου], γάμος Α΄ - Ράξαινα Γεωργίου, εκ Θάσου, γάμος Β΄, 15-2-1911. 

21. Λάμπρος Γεωργίου, εκ Ροδολείβους, γάμος Α΄ - Αικατερίνη Αναστασίου, εκ Θάσου, γάμος Β΄, 20-4-1911.

22. Σωτήριος Αλεξ. Κυριαζίδης, εκ Καλιράχης Θάσου, γάμος Α΄ - Θαλασσία Χρήσου, εκ Καβάλας, γάμος Α΄, 4-6-1911.

23. Νικόλαος Βασιλείου, εκ Βιτάστης Δράμας, γάμος Α΄ - Πηνελόπη Βασιλείου, εκ Θάσου, γάμος Β΄, 26-6-1911.

24. Γεώργιος Μποζίκης, εκ Γολετόβου, γάμος Α΄ - Μαρία Γεωργίου, εκ Θάσου, γάμος Α΄, 7-7-1911.

25. Παντελής Νικολάου, εκ Ταταύλων, γάμος Β΄ - Βασιλική  Βασιλείου, εκ Ποταμιάς Θάσου, γάμος Α΄, 15-10-1911.

26. Απόστολος Νικολάου, εκ Κάργιανης, γάμος Α΄ - Βασιλική Αγγέλου,[54] εκ Ποταμιάς Θάσου, γάμος Α΄, 23-10-1911.

27. Γεώργιος Μιχαήλ, εκ Καβάλας, γάμος Β΄ - Κατίνα Αρσενίου, εκ Λιμένος Θάσου, γάμος Β΄, 11-1-1912.

28. Αβραάμ Κωνσταντίνου, εκ Νίγδης Ικονίου, γάμος Α΄ - Ευαγγελή Σωτηρίου, εκ Θάσου, γάμος Β΄, 26-1-1912.

29. Δημήτριος Γεωργίου Δόσδιου, εκ Μεσορώπης, γάμος Β΄ - Σωτήρω Νικολάου, εκ Θάσου, γάμος Α΄, 28-1-1912.

30. Σωτήριος Ανδρώνης, εκ Θάσου, γάμος Α΄ - Πανδώρα Ιωάννου Κοντομισόπουλου, εκ Καβάλας, γάμος Α΄, 29-1-1912.

31. Αργύρης Σπύρου, εκ Θεολόγου Θάσου, γάμος Α΄ - Μαλβίνα Δημητρίου, εκ Καβάλας, γάμος Α΄, 20-3-1912.

32. Γεώργιος Κωνστ. Βίσκας, εκ Νεβέσκης [Νυμφαίου], γάμος Α΄ - Γαροφαλλιά Αθανασίου, εκ Παναγίας Θάσου, γάμος Α΄, 6-4-1912.

33. Δημήτριος Ιωάννου, εκ Ποταμιάς Θάσου, γάμος Α΄ - Κατίνα Γεωργίου, εκ Καβάλας, γάμος Α΄, 27-5-1912.

34. Γεώργιος Γεωργίου, εκ Θάσου, γάμος Α΄ - Ελένη Κωνσταντίνου, εκ Λήμνου, γάμος Α΄, 27-9-1912.

35. Μιχαήλ Γεωργίου, εκ Καβάλας, γάμος Α΄ - Ευθυμία Δημητρίου, εκ Θάσου, γάμος Α΄, 30-9-1912. 

36. Νικόλαος Βαρσαμά, εκ Θάσου, γάμος Α΄ - Αθηνά Τριανταφύλλου, εκ Λήμνου, γάμος Α΄, 8-12-1912.

37. Κωνσταντίνος Νικολάου, εκ Καβάλας, γάμος Α΄ - Άννα Σταυροπούλου, εκ Θάσου, γάμος Α΄, 17-1-1913.

38. Καραμπέτης Πρόδρ. Στεφάνου, εκ Προύσας, γάμος Α΄ - Ελένη Κωνσταντίνου, εκ Θάσου, γάμος Α΄, 27-5-1913.

39. Νικόλαος Δ. Πέτρου, εκ Θάσου, γάμος Α΄ - Μερσύνα Κωνσταντίνου, εκ Μυτιλήνης, γάμος Α΄, 27-7-1913.

40. Αθανάσιος Κωνσταντίνου, εκ Κάργιανης, γάμος Β΄ - Σωτήρω Γεωργίου, εκ Θάσου, γάμος Β΄, 1-9-1913.

41. Νικόλαος Κωνσταντίνου, εκ Καβάλας, γάμος Α΄ - Μαρία Νικολάου, εκ Παναγίας Θάσου, γάμος Β΄, 2-9-1913.

42. Γεώργιος Βασιλείου, εκ Θάσου (Βουλγάρω), γάμος Β΄ - Μαρία Γεωργίου, εκ Ροδολείβους, γάμος Α΄, 5-9-1913.

43. Ευστάθιος Δημητρίου, εκ Καλλιπόλεως, γάμος Α΄-  Μαρία Παναγιώτου, εκ Θάσου, γάμος Α΄, 11-9-1913.

44. Αυγουστής Παπαδημητρίου, εκ Θάσου, γάμος Α΄ - Αρχοντία Κωνσταντίνου, εκ Σμύρνης, γάμος Α΄, 28-9-1913.

45. Παναγιώτης Κυριάκου Σικινάλης, εκ Ξάνθης, γάμος Α΄ - Καλλιρόη Θωμά Ολυμπίου, εκ Λιμένος Θάσου, γάμος Α΄, 9-10-1913.

46. Αθανάσιος Ιωάννου Σιδέρη, εκ Θάσου, γάμος Α΄ - Ευδοκία Ιωάννου Καραγιάννη, εξ Αίνου, γάμος Α΄, 19-10-1913.

47. Μιχαήλ Χ΄΄Βασιλείου, εκ Σμύρνης, γάμος Α΄- Χαρίκλεια [;], εκ Θάσου, γάμος Β΄, 3-11-1913. 

48. Χρήστος Κυριάκου, εκ Τσατάλτζας, γάμος Α΄ - Όλγα Θωμά, εκ Θάσου, γάμος Β΄, 6-12-1913. 


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. Δαλακούρα, «Θάσιοι καπνεργάτες στην Καβάλα (1922-1953)», Θασιακά 9 (1994-1995) 157-182, της ίδιας, «Οι Θάσιοι καπνεργάτες μέσα από το έργο του διηγηματογράφου Φώτη Πρασίνη (1912-1973)», Θασιακά 10 (1996-1997) 265-272.

[2] Οι ιστορικές εκτιμήσεις και πληροφορίες, τα συμπεράσματα, τα στατιστικά στοιχεία και τα άλλα δεδομένα που αφορούν την Καβάλα των τελευταίων δεκαετιών της Τουρκοκρατίας, προέρχονται από την εργασία μας "Η Καβάλα της Οθωμανικής περιόδου. Η συνοικία της Παναγίας" (ελπίζουμε ότι σύντομα θα εκδοθεί), που βασίζεται στη μελέτη αρχειακών πηγών (κωδίκων της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας Καβάλας, 1861-1914, της Μητρόπολης Καβάλας και της εκκλησίας της Παναγίας, 1897-1930, του Οθωμανικού Κτηματολογίου του καζά Καβάλας, 1885-1912, δημοσιευμένων κατάστιχων οθωμανικών αρχείων, 15ου-19ου αι. κ.ά.). Όπως προαναφέρθηκε, γραπτές πηγές της Ελληνικής Κοινότητας Καβάλας διαθέτουμε από το 1861 και μετά. Συνεπώς η επιλογή του χρονικού πλαισίου ήταν για μας δεσμευτική.

[3] Ο Κδιξ τς ν Καβάλλ ρθοδόξου λληνικς Κοινότητος 1864-1889, σύμφωνα με την ετικέτα που φέρει στη στάχωση, ή Κδιξ τςερς Μητροπόλεως, όπως προσδιορίζεται στις πρώτες εσωτερικές σελίδες, 436 σελίδων, περιλαμβάνει Πρακτικά Γενικών Συνελεύσεων των κατοίκων, συνεδριάσεων των Προκρίτων, της Δημογεροντίας, της Εφορείας των Σχολών, των επιτροπών των εκκλησιών, αποφάσεις του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, αρχιερατικές εγκυκλίους κ.ά. δημόσια έγγραφα, αλλά  και πολλά ιδιωτικά: προικοσύμφωνα, διαθήκες, υιοθεσίες, διαζύγια, λύσεις μνηστείας, πωλητήρια, συμφωνητικά, εξοφλητικά, εγγυητικά, πληρεξούσια, επιτροπικά, ομολογίες, καταγραφές και διανομές περιουσίας κ.ά. (στο εξής: Κώδικας 1864-1889). Ο Κδιξ Προικοσυμφώνων λληνικς ρθοδόξου ΚοινότητοςΚαβάλλας 1896-1904, 292 σελίδων, και ο Κδιξ Προικοσυμφώνωνλληνικής ρθοδόξου Κοινότητος Καβάλλας 1904-1914, 494 σελίδων (στο εξής: Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904 και Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914), περιλαμβάνουν 360 πράξεις, κυρίως προικοσύμφωνα και λίγα υιοθετήρια έγγραφα,  πωλητήρια και συμφωνητικά. Ο Κδιξ Διαθηκν λληνικς ρθοδόξου ΚοινότητοςΚαβάλλας 1896-1913, 294 σελίδων, περιλαμβάνει 105 διαθήκες (στο εξής: Κώδικας Διαθηκών 1896-1913). Οι τέσσερις κώδικες απόκεινται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Καβάλας.
  
[4] Τα Βιβλία Αδειών Γάμου, που διατηρούνται από το 1897, απόκεινται στο αρχείο της Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου. Δυστυχώς χρήσιμα για μας ήταν μόνο τα βιβλία της περιόδου 1899-1900 και 1910-1913, καθώς μόνο τότε οι συντάκτες σημείωναν την προέλευση ή την καταγωγή του γαμπρού και της νύφης. Ευχαριστούμε θερμά τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη κ. Προκόπιο, που πρόθυμα μας επέτρεψε να τα μελετήσουμε. 

[5] Ως κύρια πρόσωπα του εγγράφου εννοούμε, προκειμένου περί προικοσυμφώνων, τους προικοδότες και τους νυμφίους, προκειμένου περί διαθηκών, το διαθέτη και τους κληρονόμους, προκειμένου περί υιοθετηρίων εγγράφων, τους φυσικούς και θετούς γονείς και το υιοθετούμενο τέκνο και, προκειμένου περί των υπολοίπων, τους συμβαλλόμενους ή αντιδίκους. Δεν περιλαμβάνονται στα κύρια πρόσωπα του εγγράφου οι μάρτυρες και τα τυχόν άλλα αναφερόμενα πρόσωπα. 

[6] Διευκρινίζουμε ότι συμπεριλάβαμε στα  προς εξέτασιν έγγραφα μόνο εκείνα (τα 46) στα οποία είτε αναφέρεται ρητά ότι τα αναγραφόμενα πρόσωπα προέρχονται από τη Θάσο, είτε υποδηλώνεται αναμφισβήτητα η θασιακή καταγωγή ή προέλευσή τους. Στα περισσότερα έγγραφα ο προσδιορισμός είναι ρητός: «κ Θάσου ρμωμένης καί ν Καβάλλδιαμενούσης», «κάτοικος Θάσου κ το χωρίου Καλλιράχης»«κάτοικον Καζαβίτης τςνήσου Θάσου»«κ το χωρίου Κάστρου τς Θάσου»«Θάσιος παροικν ν Καβάλλ»«πόχωρίον Μαριές τς Θάσου»«κάτοικοι χωρίου Θάσου Σωτρος», «κ Θάσου καταγόμενοςνν δέ νταθα διαμένων», «κατοίκου Παναγίας τς νήσου Θάσου, μονίμως δ’ ν Καβάλλποκατεστημένης» κλπ. Σε λίγα έγγραφα η θασιακή καταγωγή υποδηλώνεται, είτε από το όνομα, λ.χ. «Νικόλαος Θασίτης», «Μορφή Θασία» κ.ά., είτε από σημεία του πρακτικού, όπου γίνεται λόγος για πατρική περιουσία ή κληροδοτήματα σε χωριά της Θάσου, λ.χ. «τνπατρικν μου δένδρων κειμένων ν χωρί Σωτρος»,  «τά ν τ Νήσω Θάσ λαιόδενδράμου» κλπ. Αντίθετα δε συμπεριλάβαμε στα προς εξέτασιν έγγραφα εκείνα που αφήνουν απλώς ισχυρές υπόνοιες ότι τα κύρια πρόσωπα είναι θασιακής καταγωγής, που όμως δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί. Για παράδειγμα, έγγραφα όπου τα ονόματα των αναγραφόμενων κύριων προσώπων ανήκουν στην παράδοση της θασιακής ονοματολογίας (Λασκαρίνα, Σωτήρω, Δούκαινα, Σταματέκος κ.ά.), έγγραφα που δείχνουν ότι τα κύρια πρόσωπα συναλλάσσονται αποκλειστικά ή κυρίως με κατοίκους ενός χωριού της Θάσου κλπ. Δεν αποκλείεται βέβαια να υπάρχουν στους κώδικες και άλλα έγγραφα με κύρια πρόσωπα Θάσιους (βλ. σημείωση 9). Στις περισσότερες φορές ως τόπος προέλευσης των κύριων προσώπων αναφέρεται γενικά η Θάσος. Μόνο σε 33 περιπτώσεις η αναφορά είναι συγκεκριμένη: 9 από τα κύρια πρόσωπα προέρχονται από το Καζαβίτι, 6 από την Παναγία, 5 από την Καληράχη, 5 από τις Μαριές, 4 από το Θεολόγο, 2 από το Σωτήρα, 1 από το Κάστρο και 1 από το Λιμένα. Τα ονόματα των Θασίων που παρελαύνουν από τα 47 έγγραφά μας είναι, εννοείται, πολύ περισσότερα. Σε κάποια έγγραφα (κυρίως σε διαθήκες, όπου οι κληρονόμοι μπορεί να είναι περισσότεροι του ενός) κύρια πρόσωπα είναι όλα τα μέλη μιας πολυμελούς οικογένειας. Σε ορισμένα βρίσκουμε και άλλα άτομα  πλην των κύριων προσώπων του εγγράφου: γονείς, συζύγους, αδέλφια, εγγόνια, ανεψιούς και άλλα συγγενικά  πρόσωπα, Θάσιους γείτονες στην Καβάλα ή (και) τη Θάσο, συναλλασσόμενους με τα κύρια πρόσωπα,  μάρτυρες στα προικοσύμφωνα και τις διαθήκες κλπ. Σε ορισμένα έγγραφα μνημονεύονται πέρα από τα ονόματα των προσώπων και των χωριών και αρκετά μικροτοπωνύμια, εκκλησίες της Θάσου, ακόμη και ονόματα ιερέων.

[7] Ο αριθμός αυτός προκύπτει, αν προβάλουμε το ποσοστό 9% στον αριθμό των περίπου 4.500 μονίμων κατοίκων της πόλης (κατά το 1905-1906). Οι υπολογισμοί αυτοί είναι βέβαια εξαιρετικά επισφαλείς, καθώς δε βασίζονται σε καμία επιστημονική μεθοδολογία, άρα δεν παρέχουν εγγυήσεις αξιοπιστίας, και γίνονται μόνο για να έχουμε ενδεικτικές τάξεις μεγέθους (τα στατιστικά στοιχεία είναι δικά μας και εξάγονται από την αποδελτίωση των ιδιωτικών εγγράφων που περιέχονται στους προαναφερθέντες κώδικες της Καβάλας, βλ. σημείωση 2). Το ότι το ποσοστό των Θασίων είναι μικρότερο ακόμη και από αυτά των Ηπειρωτών και Δυτικομακεδόνων της Καβάλας (13%) ή των εποίκων από τη Λήμνο, Λέσβο και Χίο (11%) δε μας εκπλήσσει. Η μεγάλη μάζα των Θασίων της Καβάλας, οι εποχιακοί καπνεργάτες, δεν εμφανίζονται στους κώδικες της πόλης,  αφού, όπως είναι ευνόητο, συνέτασσαν τα προσωπικά τους έγγραφα (προικοσύμφωνα, διαθήκες κ.ά.) στην πατρίδα τους κι όχι στον τόπο της προσωρινής τους διαμονής. Δεν είναι τυχαίο ότι στους κώδικες έχουμε βρει μόνο τρεις (3) Θάσιους καπνεργάτες παρεπιδημούντες στην Καβάλα, και τους τρεις στο ίδιο έγγραφο: Ο ένας είναι γαμπρός που νυμφεύεται συγχωριανή του κάτοικο Καβάλας και οι άλλοι δύο μάρτυρες στο προικοσύμφωνο.

[8] Τα έγγραφα καλύπτουν μια περίοδο πενήντα χρόνων, από το 1862 μέχρι το 1913: 5 ανήκουν στη δεκαετία του 1860, 5 στη δεκαετία του 1870, 2 στη δεκαετία του 1880, 5 στη δεκαετία του 1890, 17 στην επταετία 1900-1906 και 12 στην τελευταία επταετία 1907-1913.

[9] Εξαίρεση φαίνεται να αποτελεί μία οικογένεια, του εμπόρου Ν. Αγαπητού (σε μέλη της ανήκουν τρία έγγραφα της δεκαετίας του 1860, βλ. Παράρτημα, έγγραφα  1, 2, 31), που είχε εγκατασταθεί στην Καβάλα ίσως και πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα. Πρέπει  όμως να σημειώσουμε ότι μέχρι περίπου το 1880 σπανίως σημειώνεται στα έγγραφα η προέλευση ή καταγωγή των κύριων προσώπων, ίσως επειδή στη μέχρι τότε ολιγομελή ελληνορθόδοξη κοινότητα της Καβάλας όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους και συνεπώς ήταν περιττός ο οποιοσδήποτε πέραν του ονόματος προσδιορισμός (αυτό ισχύει και την οικογένεια Αγαπητού: πουθενά δεν αναφέρεται η θασιακή καταγωγή της, η οποία υποδηλώνεται μόνο από μία σημείωση σε διαθήκη).  Επιπλέον οι παλιότεροι έποικοι της Καβάλας, που είχαν συμπληρώσει δεκαετίες στην πόλη, θεωρούνταν ντόπιες κατά την εξεταζόμενη περίοδο (δεκαετία του 1860 και μετά)  και δεν αναφέρεται η καταγωγή τους. Δεν αποκλείεται λοιπόν να υπάρχουν και άλλα άτομα ή οικογένειες (πλην αυτών που βρίσκουμε στα έγγραφά μας) με θασιακή καταγωγή, η οποία όμως δεν αποκαλύπτεται στα έγγραφα.

[10] Μόνο δύο Θάσιους καπνεργάτες, μόνιμους κατοίκους της Καβάλας, έχουμε βρει στους κώδικες. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη ότι τα κατώτερα στρώματα δε συνέτασσαν πάντα προικοσύμφωνα και διαθήκες, καθώς δεν είχαν τη δυνατότητα να προικίσουν αξιοπρεπώς τις θυγατέρες τους ή δε διέθεταν ακίνητη περιουσία.

[11] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 18, 21, 25, 35, 36, 38, 39.

[12] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 15, 37, 38.

[13] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 1, 2, 7, 10, 22, 24, 27, 29, 30. 

[14] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 1, 2.

[15] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 27, 30, 38, 40.

[16] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 3, 4, 5, 6, 8, 12, 13, 14, 17, 19, 26, 28.

[17] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 14, 26.

[18] Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 17.

[19] Από ορισμένες πράξεις οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι, σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, το καθεστώς της θετής κόρης δε διέφερε ουσιαστικά από αυτό της ψυχοκόρης. Π.χ. στο έγγραφο 28 του Παραρτήματος βλέπουμε ότι η θετή κόρη προικίζεται για υπηρεσίες και εργασίες που προσέφερε στην οικογένεια, κάτι που συνήθως αναφέρεται για τις ψυχοκόρες (σε λίγες περιπτώσεις και για τις υπηρέτριες).

[20] Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 43.

[21] Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 13. 

[22] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 28, 19.

[23] Οι φράσεις «σύν τ πατρικ  αύτο εχ καί ελογί» ή «μετά τν πατρικν εχν καί ελογιν αύτο» υπάρχουν στα προικοσύμφωνα 14, 17, 19, 26, 28 του Παραρτήματος (δηλ. και θετών θυγατέρων και κηδεμονευόμενων). Ανάλογες ευχές βρίσκουμε σε προικοσύμφωνα γνήσιων θυγατέρων.

[24] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 3, 5, 4.

[25] Οι υπηρέτριες που εργάζονταν από μικρή ηλικία και για πολλά χρόνια σε μια οικογένεια θεωρούνταν περίπου ψυχοκόρες. Διαβάζουμε σε μία διαθήκη, της Αναστασίας Τερμεντζή: «Ες τήν πηρέτριά μου προστατευομένην π’ μο λένην Νικολάου πό χωρίον Μαριές τς Θάσου ρμωμένην φήνω καί διατάττω νά τήν μετρής λίρθπέντε  Χρστος ΑΣυμεωνίδης» (1900). Η κοπέλα είχε συμπληρώσει τέσσερα χρόνια στην οικογένεια. Έξι χρόνια μετά (1906) η Μαρία παντρεύεται. Στο προικοσύμφωνό της δεν αναφέρεται πια ως υπηρέτρια, αλλά ως κηδεμονευόμενη και ο προικοδότης της δίνει τις «πατρικές του ευχές» (βλ. Παράρτημα, έγγραφα 19, 33). 

Θεολόγος
[26] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 4, 12. 

[27] Βλ. σημείωση 2. 

[28] Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 5.

[29] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 9, 11, 15, 16.

[30] Και στα προικοσύμφωνα αυτών των γυναικών τονίζεται ότι η προίκα βρίσκεται «υπό την κατοχήν μεν αυτού, την κυριότητα δε της μελλούσης συζύγου του» Διαφορετική στη διατύπωση, όχι όμως στην ουσία, είναι η ρύθμιση στο έγγραφο 11.

[31] Ενδεικτικά, βλ. Παράρτημα, έγγραφα 11, 46. Για διαφορετικές αντιλήψεις και ρυθμίσεις στη Θάσο, βλ. στις εργασίες της σημείωσης 46.

[32] Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 9. 

[33] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 11, 46.

[34] Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 16.

[35] Βλ. Παράρτημα, έγγραφα 1-30.

[36] Βλ. σημείωση 2.

[37] Βλ. Παράρτημα, Άδειες Γάμου (1899-1900 και 1910-1913).

[38] Βλ. σημείωση 2.

[39] Προικοσύμφωνα από τους 35 αυτούς γάμους των Θασίων γυναικών δεν έχουμε βρει στους κώδικες παρά μόνο τέσσερα (4). Για τις υπόλοιπες 31 Θάσιες δε γνωρίζουμε αν ζούσαν χρόνια στην Καβάλα ή έρχονταν τότε για να αποκατασταθούν, αν είχαν γονείς, αδέλφια ή άλλους κηδεμόνες, αν εργάζονταν ή όχι, αν ήσαν, οι δευτερόγαμες, χήρες ή ζωντοχήρες, αν είχαν τελέσει τον πρώτο τους γάμο στην Καβάλα, τη Θάσο ή αλλού κλπ. Για ορισμένες από αυτές δε γνωρίζουμε ούτε το πατρώνυμό τους, το οποίο μάλλον δε γνώριζαν ούτε οι συντάκτες του εγγράφου, αφού τις αναφέρουν μόνο με το βαπτιστικό τους, π.χ. Χρυσούλα Θασία.

[40] Για τα αίτια και τα συμπτώματα της οικονομικής κρίσης, βλ. Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία της Θάσου 1453-1912, Θεσ/νίκη 1984, σ. 140-166, Αίγλ. Γκρέτσικου, «Η φύση της νήσου Θάσου», Θασιακά 8 (1992-1993) 97-102 (και στις εργασίες της Βερ. Δαλακούρα, βλ. επόμενη σημείωση).

[41] Βερ. Δαλακούρα, «Θάσιοι καπνεργάτες στην Καβάλα (1922-1953)», Θασιακά 9 (1994-1995) 159-161, της ίδιας,  «Θάσιοι μετανάστες στην Αμερική, μέσα από την αλληλογραφία του Γιαξή Χ΄΄Σταμάτη (1902-1911)», Θασιακά 8 (1992-1993) 192-200. Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αι. οι Θάσιοι που εγκαταλείπουν το νησί τους ανέρχονται σε 2.500 περίπου: 1.600–1.800 εργάζονταν ως προσωρινοί  καπνεργάτες στην Καβάλα (στοιχείο του 1906: ΑΥΕ 1907-8, αακ/Θ-Στατ., Αθήνα 9-8-1906), μερικές εκατοντάδες διέμεναν μόνιμα στην πόλη (βλ. στην αρχή της εργασίας) και αρκετοί είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική (Δαλακούρα, ό.π.). Τότε η Θάσος είχε περίπου 12.000 κατοίκους.

[42] Η Καβάλα δεν είχε απεριόριστες δυνατότητες απορρόφησης εργατικού δυναμικού σε τομείς άλλους πλην της καπνεργασίας, αφού δε διέθετε σημαντική βιομηχανία και βιοτεχνία, ικανή να απασχολεί μεγάλο αριθμό εργατών σε ετήσια βάση. Απ’ την άλλη, οι αυτοαπασχολούμενοι επαγγελματίες της πόλης, εκτός του ότι έπρεπε να διαθέτουν μικρά έστω κεφάλαια για την αγορά του απαραίτητου εξοπλισμού και τα υπόλοιπα έξοδα (ενοίκια κλπ.), έπρεπε να υπολογίζουν και σε ισχυρή κάμψη της εργασίας τους κατά την περίοδο που σταματούσε η επεξεργασία του καπνού και ο πληθυσμός της πόλης μειωνόταν στο μισό (γύρω στα 1905, από τους περίπου 11.000 κατοίκους της πόλης μόνο 4.500 ήταν μόνιμοι, βλ. σημ. 2).

[43] Οι συναισθηματικού δεσμοί των Θασίων με το νησί τους αποκαλύπτονται και σε διαθήκες τους (βλ. Παράρτημα, έγγραφα 34, 37). Η νοσταλγία των Θασίων καπνεργατών της Καβάλας υποδηλώνεται και στο κείμενο του Άγγλου περιηγητή Abbott (The tale of a tour in MacedoniaLondon 1903, σ. 297-298), ο οποίος τυχαίνει να επισκέπτεται την πόλη την εποχή που οι Θάσιοι καπνεργάτες επιστρέφουν στο νησί τους. Όσο ετοιμάζονται για το 10ωρο ταξίδι του γυρισμού, μαρτυρεί ο Abbott, το λιμάνι αντηχεί από τα τραγούδια τους, στα οποία απεικονίζεται η χαρά του γυρισμού στην πατρίδα αλλά και η δυστυχία της ξενιτιάς. «Το δισάκι ενός ζητιάνου δεν είναι τόσο σκληρό όσο η ξενιτιά» λέει ένα από αυτά, ενώ ένα άλλο εκφράζει την οδύνη του ξενιτεμένου, που μαγεύτηκε από κάποια ξένη, λησμόνησε την αγαπημένη του και δε θα ξαναδεί τις ελιές της πατρίδας του.

[44] Οι «ορφανοεπιτροπές» της Θάσου (βλ. Κ. Χιόνη, «Η συμβολή της Εκκλησίας στην κοινωνική περίθαλψη των ορφανών της Θάσου…», Α΄ Τοπικό Συμπόσιο «Η Καβάλα και η περιοχή της», Πρακτικά , Θεσσαλονίκη 1980, σ. 471-499) είχαν ως αποκλειστικό σκοπό την προστασία και σωστή διαχείριση της περιουσίας των ορφανών.   

[45] Βλ. σημείωση 2.

[46] Για αντίθετες αντιλήψεις και ρυθμίσεις στη Θάσο, βλ. Κ. Χιόνη, «Η απονομή της δικαιοσύνης στη Θάσο κατά την τουρκοκρατία», Θασιακά 6 (1989) 206-207, Κ. Βαβούσκου, «Στοιχεία απονομής δικαιοσύνης εις την Θάσον κατά την τουρκοκρατίαν», Θασιακά 9 (1994-1995) 61-64,  Χ. Παπαστάθη, «Κοριτσιάτικο. Θεσμός του εθιμικού δικαίου στην Θάσο», Θασιακά 10 (1996-1997) 536-537.

[47] Για το έθιμο, Κ. Χιόνη, «Ανέκδοτα έγγραφα της Θάσου αναφερόμενα στο έθιμο του “παλληκαριάτικου” και “κοριτσιάτικου”», Μακεδονικά 14 (1974) 139-150,  Γ. Νάκου, «Μια μορφή κοινοτικής – δικαστικής δικαιοδοσίας στο εθιμικό δίκαιο της Θάσου», Θασιακά 7 (1990-1991) 72-73, Χαρ. Παπαστάθη, ό.π. , σ. 531-540.

[48] Οι ιστορικές συγκυρίες δεν επέτρεψαν να διαμορφωθεί στην Καβάλα ένα εθιμικό πλαίσιο ζωής. Ο Ελληνισμός της πόλης από τα τέλη του 16ου αιώνα ακολουθεί φθίνουσα πορεία και συρρικνώνεται (μετά το 1600 και μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα οι Έλληνες της πόλης ανέρχονταν περίπου στους 200). Αναπτύσσεται πληθυσμιακά μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν εγκαθίστανται στη πόλη έποικοι από διάφορες περιοχές (βλ. σημείωση 2).

[49] Επειδή στην παρούσα εργασία δεν ενδιαφέρουν τα τυπολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά των προικοσυμφώνων και το αναλυτικό τους περιεχόμενο, αλλά η ιδιότητα των προικοδοτούμενων, η οικογενειακή τους κατάσταση, η σχέση τους με τους προικοδότες και το είδος και η αξία της προίκας, τα προικοσύμφωνα δίνονται εν περιλήψει. Όμως ό,τι αφορά άμεσα τη Θάσο και ό,τι υπηρετεί πληρέστερα τους σκοπούς της εργασίας, αυτό δίνεται αναλυτικά ή με απόσπασμα (στο οποίο διατηρείται η ορθογραφία, σύνταξη κλπ.). Το τελευταίο ισχύει και για τις διαθήκες.  

[50] Η συνολική αξία των προικοδοτούμενων ειδών είναι 2.108 γρόσια. Από αυτά «ἀφεροῦνται τά ὅσα εἰς (;) τῆς σουσάνας, 680 γρ.». 

[51] Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 46.

[52] Η φράση «… μετρητά λίρας Τουρκίας τριάκοντα κατατεθησομένας ἀμέσως μετά τόν γάμον εἰς τήν Τράπεζαν τῶνἈθηνῶν ἐπ’ ὀνόματι τῆς θυγατρός του» διαγράφεται και αντ’ αυτής σημειώνεται στο περιθώριο του εγγράφου: «μετρηθείσας ἤδη εἰς χεῖρας τοῦ γαμβροῦ Σωτηρίου».

[53] Το ορθό τοπωνύμιο είναι Λούστρα (βλ. Γ. Βαρδαβούλια, «Τοπωνύμια της περιοχής Θεολόγου Θάσου», Θασιακά  7 (1990-1991) 518.

[54] Στη θέση του ονόματος της νύφης είχε γραφεί αρχικά, και διεγράφη, «λένηΚωνσταντίνου»Στο κάτω μέρος της σελίδας σημειώνεται«Τῆς Ἑλένης μήδεχθείσης νά τελέσῃ τούς γάμους της ἐτροποποιήθη ἡ παροῦσα κατ’ἐντολή της εἰς τό ὄνομα τῆς Βασιλικῆς». 


Επιμέλεια : Π.Π.Νούνης

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022

+ ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Μεγάλη η Χάρη Του 💐💐




Χρόνια Πολλά στις εορτάζουσες 
και τους εορτάζοντες 
Δυο ακόμα Αγιογραφίες μου
 Δια χειρός Παύλου Π.Νούνη
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο Άγιος Χαράλαμπος μαρτύρησε σε ηλικία 113 ετών την εποχή που βασίλευε ο Σεπτίμιος Σεβήρος. Κάποιοι από τα πνευματικά του τέκνα είχαν προσπαθήσει να τον πείσουν να φύγει, για να μη συλληφθεί. Ο Άγιος όμως, αρνήθηκε, γιατί όπως ήταν φυσικό, είναι αδύνατο εντελώς στον καλό ποιμένα να εγκαταλείψει το ποίμνιο του πάνω στον κίνδυνο. Συνελήφθη λοιπόν και βασανίσθηκε απάνθρωπα και ομολόγησε με παρρησία την πίστη του. Αρκετοί ήταν οι στρατιώτες, που διατάχτηκαν να τον βασανίσουν και πίστεψαν στον Χριστό. Οι άρχοντες είχαν θορυβηθεί από την ομαδική μεταστροφή των ανθρώπων και διέταξαν να τον αφήσουν ελεύθερο. Αργότερα, ο Σεπτίμιος Σεβήρος, μη μπορώντας να αντέξει την παρρησία και την ανδρεία του γέροντα, διέταξε τον αποκεφαλισμό του. Ο Άγιος ήταν ένα φωτεινό πρόσωπο, στο οποίο ακτινοβολούσε η χαρά.  Η χαρά αδελφοί μου δεν είναι ένα απλό συναίσθημα, αλλά ο καρπός του Αγίου Πνεύματος, που δίδεται σαν δωρεά σε εκείνους, οι οποίοι μέσω της άσκησης καθαρίστηκαν από τα πάθη τους και έλαβαν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η χαρά συνδέεται με την ταπεινοφροσύνη, με την μετάνοια, με την ανιδιοτελή αγάπη, που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος. Όταν ο άνθρωπος κυριαρχείται από τα πάθη και κυρίως την υπερηφάνεια, δεν μπορεί να χαρεί πραγματικά την ζωή του. Ένα από τα αξιοσημείωτα της ζωής του Αγίου είναι και το γεγονός ότι δεν εγκατέλειψε το ποίμνιο του την ώρα του κινδύνου. Δεν θυσίασε τους άλλους για να ζήσει ο ίδιος, αλλά θυσιάστηκε για τους άλλους με μεγάλη αυταπάρνηση και προθυμία. Οι Άγιοι πενθούν για τα πάθη και τις αμαρτίες τους, χωρίς όμως ποτέ να λυπούνται άμετρα χωρίς ελπίδα και χωρίς να χαίρονται άμετρα. Γιατί αδελφοί μου μεταξύ της λύπης και της χαράς είναι η ελπίδα. Πόσες φορές δεν σκεφτόμαστε το μέλλον μας και φεύγουμε από το παρόν και δεν χαιρόμαστε αληθινά την ζωή μας. Μάλιστα συνηθίζουμε να παραπονούμαστε ότι η κοινωνία στην οποία ζούμε, δεν μας επιτρέπει να χαρούμε την ζωή μας, λες και φταίνε οι άλλοι για τα πάθη, τα λάθη και τις αποτυχίες μας. Εάν η ζωή μας είναι παράδεισος ή κόλαση γι' αυτό δεν ευθύνονται οι άλλοι, αλλά εμείς οι ίδιοι, γιατί οι συνάνθρωποί μας δεν είναι η κόλασή μας, αλλά η χαρά μας. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, σε όποιον συναντούσε του έλεγε, "Χριστός Ανέστη χαρά μου". Χωρίς να ταπεινωθούμε αδελφοί μου δεν είναι δυνατόν να έχουμε τέλεια χαρά, αφού η σωτηρία μας περνάει μέσα από την ταπείνωση, και την ανιδιοτελή αγάπη για τους συνανθρώπους μας. Αμήν
– Αθανάσιος Χατζής, Αθήνα, Ιούλιος 2005
Μέρος Α'
Ο Άγιος Χαράλαμπος
Η καταγωγή του
Ο Άγιος Χαράλαμπος καταγόταν από την Μαγνησία της Μικράς Ασίας και γεννήθηκε στα τέλη του πρώτου μετά Χριστόν αιώνα. Ότι ήταν από την Μαγνησία, μας πληροφορεί ο πρώτος του Συναρξιστής. Η έρευνα έδειξε όμως ότι υπάρχουν τρεις περιοχές με αυτό το όνομα. Δεν είναι εξακριβωμένο ποια από τις τρεις αυτές περιοχές είναι ο τόπος καταγωγής του Αγίου. Έτσι η Μαγνησία που βρίσκεται στην Θεσσαλία δεν αποκλείεται να είναι ο ευλογημένος αυτός τόπος. Επίσης άλλες δυο περιοχές που βρίσκονται, η μία κοντά σοτν ποταμό Μαίανδρο και η άλλη κοντά σοτν ποταμό Σίπυλο  διεκδικούν και αυτές τον Άγιο. Για την Θεσσαλική περιοχή υπάρχει και η παράδοση που υπάρχει στους κατοίκους της σχετικά με τον Άγιο Χαράλαμπο.
Ο Ιερέας
Στην περιοχή της Μαγνησίας, την εποχή που οι διωγμοί των Χριστιανών από τους ειδωλολάτρες είχαν κορυφωθεί ζούσε  ο υπέργηρος πια, Άγιος Χαράλαμπος. Τότε λοιπόν στην Ρώμη βασίλευε ο σατανικός Σεβήρος ενώ έραρχος της Μαγνησίας ήταν κάποιος που ονομαζόταν Λουκιανός. Ο μεν Σεβήρος διέταζε ο δε Λουκιανός εκτελούσε τοπικά. Και οι δυο ήταν εναντιίον του  Χριστιανισμού και η πορεία τους ήταν γεμάτη με φόνους αθώων και πολλά βασανιστήρια. Ο Άγιος ήταν ο νόμιμος Ιερέας στην επαρχία της Μαγνησίας. Στην περιφέρεια του λοιπόν κατηχούσε και βάπτιζε και ποίμαινε με σύνεση. Δίδασκε την Χρισιτανική Πίστη και ξεσκέπαζε την πλάνη των ειφωλολατρών που άρχισαν να συρρέουν προς τον Χριστό. Μαθαίνονταις όμως την δράση του ο έπαρχος Λουκιανλός οργίστηκε και διέταξε ένα στρατιωτικό απόσπασμα να πάει να τον συλλάβει και να τον παρουσιάσει μπροστά του για να τον ελέγξει.
Η ομολογία πίστης
Πράγματι το στρατιωτικό απόσπασμα συλλαμβάνει τον Άγιο και τον οδηγεί μπροστά στον ασεβή Λουκιανό. Παρουσιάστηκε, με την σεμνότητα και την συστολή, που τον διέκρινε αλλά και γεμάτος θάρρος. Ο έπαρχος προσπάθησε να τον πείσει να αλλάξει την πίστη του λέγοντας του:
- "Σε καλώ, να σταματήσεις να κηρύττεις τον Χριστό στους πολίτες της επαρχίας μου και να γυρίσεις στην πατροπαράδοτη πίστη των προγονικών μας θεών. Τι έχεις πάθει; Δεν καταλαβαίνεις ότι δεν υπακούς τις διαταγές του βασιλιά μας, του Σεβήρου;"
- "Άφησε άρχοντα τα μάτια της ψυχής σου να δουν το φως του Χριστού και τότε πολλά θα καταλάβεις, αφού εγώ υπακούω μόνο σε Εκείνος και όχι στις διαταγές του Σεβήρου που θέλει να προσκυνάμε πέτρες και αναίσθητα πράγματα για θεούς και που θέλει με αυτλόν τον τρόπο να οδηγούνται οι ψυχές μας στον θάνατο".
- "Άσε γέροντα τα πολλά λόγια και κάνε αυτό που λέει ο νόμος, για το συμφέρον σου. Προσκύνησε τους θεούς των προγόωνω μας γιατί θα σε βασανίσω πολύ σκληρά και θα το κάνεις ούτως ή άλλως".
- "Αλίμονο αν δεν υποφέρουμε σε αυτή την πρόσκαιρη ζωή, δεν θα καταφέρουμε αλλιώς να έχουμε θέση στην Ουράνια Βασιλεία".
Στο άκουσμα της ομολογίας του Αγίου, ο έπαρχος αλλά και κάποιοι άρχοντες που ήταν παρόντες απευθύνθηκαν προς τον Άγιο αναφέροντάς του διάφορα βασανιστήρια που θα έπρεπε να υποστεί αν δεν αρνιόταν τον Ψριστό λέγοντάς του:
- "Θυσίασε αμέσως, τώρα, στους θεούς στενοκέφαλε γέροντα".
- "Ας μην αξιωθώ ποτέ να γίνω τόσο μωρός και ανόητος ώστε να προσκυνήσω τους δαίμονες που εσείς προσκυνάτε και σέβεστε. Τους δαίμονες που φοβούνται την δύναμη του Σταυρού και τρέπονται σε φυγή".
Του ξεσκίζουν τις σάρκες
Οι άρχοντες προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να κάνουν τον Άγιο να αλλαξοπιστήσει. Ο Λουκιανός από την άλλη με πηδάλιο το προσωπικό του συμφέρον όταν κατάλαβε ότι η πίστη του στον Αληθινό Θεό είναι σταθερή και δεν μπορεί κανείς να τον μεταπείσει, διέταξε του δημίους του να τον γυμνώσουν και να ξεσκίζουν σιγά σιγά και μεθοδικά τις σάρκες του με σιδερένια χτένια. Ο Άγιος όμως σε όλη τη διάρκεια αυτής της βαρβαρότητας υπέμενε στωϊκά και χαιρόταν με τα βασανιστήρια λέγοντας:
- "Ω πόσο σας ευχαριστώ που με βοηθάτε βασανίζοντας το σώμα μου να βρεθεί πιο κοντά η ψυχή μου στην αιώνια μακαριότητα. Ευχαριστώ Θεέ μου που με αξίωσες, εμένα τον αμαρτωλό αυτό το μαρτύριο".
Στη διάρκεια μάλιστα αυτής της θηριωδίας, τα χτένια κάποια στιγμή είχαν στομώσει και έτσι όσο και να κοπίαζαν οι δήμιοι δεν υπήρχε περίπτωση να ξεσκίσουν άλλη από την σάρκα του Αγίου. Μάλιστα έλεγαν συζητώντας μεταξύ τους οι δήμιοι:
- "Τι άνθρωπος είναι αυτός που νομίζει την ατίμωση για τιμή; Μήπως είναι ο Χριστός και έχει έρθει να μας δοκιμάσει για αυτό κιόλας τα χτένια μας δεν μπορούν να του ξεσκίσουν πλέον τις σάρκες;"
Καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορούσαν πλέον οι δήμιοι να κάνουν τίποτε, το ανέφεραν και τότε σηκώθηκε ένας δούκας που παρακολουθούσε και έλεγξε τους δήμιους ότι δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Στη συνέχεια άρπαξε από τα χέρια τους τα ματωμένα χτένια και άρχισε να ξεσκίζει το σώμα του Αγίου πολύ θυμωμένος. Ξαφνικά όμως τα χέρια του από τους αγκώνες κόπηκαν και κρέμασαν στο σώμα του. Σφάδαζε από τους πόνους και έλεγε προς τον Λουκιανό:
- "Βοήθα με ηγεμόνα. Είναι μάγος αυτός ο άνθρωπος".
Ο Λουκιανός πλησίασε τότε τον Άγιο και τον έφτυσε στο πρόσωπο, ενώ ταυτόχρονα ο τράχηλός του στρέφεται προς τα πίσω αφήνοντας έκπληκτους όλους τους παρευρισκόμενους, που τους έλεγαν: 
- "Όσιε μην στρέψεις την οργή του Κυρίου πάνω μας. Κάνε αυτό που σε διατάζει ο χριστός, να μην κάνεις κακό όταν σου κάνουν κακό, αλλά να ευεργετείς όλους αυτούς που σε μισούν".
- "Πιστέψτε με γιατί αλήθεια σας λέγω. Ο Κύριος τιμώρησε αυτούς τους δύο με σκοπό να το δείτε εσείς και να μετανοήσετε και για να σας δώσει την αιώνια ζωή".
Τότε με μια φωνή όλοι όσοι άκουσαν τον Άγιο είπαν:
- "Συγχώρεσέ μας Δέσποτα και συγχώρεσε όλες τος αμαρτίες μας και λυπήσου μας".
Πολλοί ήταν αυτοί που πίστεψαν πραγματικά στον Κύριο. Ο Δούκας μάλιστα που τόση ώρα βρισκόταν στο έδαφος με τα χέρια του να είναι κομμένα από τους αγκώνες, δείχνοντας αληθινή μετάνοια παρακαλούσε τον Άγιο λέγοντας:
- "Άγγελε του Θεού. Ουράνιε άνθρωπε. Βοήθησέ με τον ταλαίπωρο. Έχεις πάνω σου το βάρος των χεριών μου και πονάω και υποφέρω. Θεράπευσέ με σε παρακαλώ για να μη πονάω πια και θα πιστέψω στον Θεό σου αν συμβεί αυτό".
Ο Άγιος στην συνέχεια απευθύνεται προς τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό προσευχόμενος:
- "Ω πόσο σε ευχαριστούμε Δέσποτα για την προστασία σου και την επίβλεψή σου και την αγάπη που έχεις για όλους εμάς τους αμαρτωλούς. Επίβλεψε Κύριε και σε αυτούς τους ταπεινωμένους και ταλαιπωρημένους δούλους σου και λύσε τα δεσμά τους για να δοξαστεί το Άγιο Όνομά σου".
Τότε ακούστηκε μία φωνή από τον Ουρανό που έλεγε:
- "Χαίρε αθλητή Χαράλαμπε. Εσένα που κάνεις παρέα με τους αγγέλους και έχεις τον χαρακτήρα και τον τρόπο των Αποστόλων. Εσένα λοιπόν μόλος άκουσα την προσευχή σου και να. δες, θεραπεύω τους ασθενείς για τους οποίους μίλησες".
Αμέσως θεραπεύτηκαν και ο δούκας αλλά και ο ηγεμόνας Λουκιανός. Μάλιστα ο δούκας βαπτίστηκε και ο Λουκιανός σταμάτησε τον Διωγμό των Χριστιανών μέχρις ότου στείλει την αναφορά του για όλα όσα είχαν συμβεί προς τον βασιλιά του, τον Σεβήρο.
Τον σουβλίζουν
Όλα όσα είχαν συμβεί μαθεύτηκαν πολύ γρήγορα σε όλη την Μαγνησία και όλοι οι κάτοικοι ακόμα και γειτονικών επαρχιών επισκέπτονταν τον Άγιο για να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους και στη συνέχεια για να βαπτιστούν. Τα θαύματα που έκανε ο Άγιος ήταν πάρα πολλά. Οι τυφλοί έβλεπαν το φως τους, οι χωλοί περπατούσαν, οι δαιμονισμένοι αποχωριζόντουσαν από τα δαιμόνια και νεκροί ανασταίνονταν ενώ θεράπευε κάθε είδους αρρώστια. Όλα αυτά αλλά και τα προηγούμενα ο Λουκιανός πηγαίνοντας ο ίδιος τα ανάφερε στον βασιλιά του τον Σεβήρο, ο οποίος άκουσε με μεγάλη προσοχή τον Λουκιανό. Αφού τελείωσε λοιπόν την αναφορά του ο Λουκιανός αντίκρισε τον Σεβήρο οργισμένο και με θολωμένο το μυαλό να φωνάζει με στεντόρεια φωνή:
- "Ω θεοί προγονικοί και σεβαστοί γιατί δεν ασχολείστε και δεν εξολοθρεύετε από την γη όλους αυτούς τους ασεβείς που σας βρίζουν και σας προσβάλλουν;"
Και ενώ έβγαζε αφρούς από το στόμα του έδωσε διαταγή να συσταθεί ένα απόσπασμα αποτελούμενο από τριακόσιους στρατιώτες. Η αποστολή του στρατιωτικού αποσπάσματος θα ήταν να πάρουν τον Άγιο και αφού του καρφώσουν σε όλη τη ράχη καρφιά, να τον σύρουν από την Μαγνησία έως την Αντιόχεια με σκοπό να παραδειγματιστούν όλοι οι χριστιανοί και να φοβηθούν.
Πράγματι το απόσπασμα έφτασε στην Μαγνησία. Πήραν λοιπόν τον Άγιο και κάρφωσαν καρφιά όχι μόνο στη ράχη του αλλά και σε όλο το σώμα του. Έπειτα το έδεσαν από την γενειάδα και τον τραβούσαν με μίσος και περισσή ασπλαχνία. Στη συνέχεια τον τοποθέτησαν πάνω σε ένα άλογο με σκοπό να τον χλευάσει ο κόσμος. Αφού προχώρησαν μία απόσταση περίπου τριών χιλιομέτρων το άλογο σταμάτησε και με μία βροντερή ανθρώπινη φωνή είπε:
- Ω καταραμένοι στρατιώτες, που υπηρετείτε τον βασιλιά σας τον σατανά. Δεν βλέπετε ότι αυτός ο άνθρωπος έχει μαζί του τον Θεό και το Άγιο Πνεύμα; Λύστε τον για να λυθείτε και εσείς από τα δεσμά σας".
Οι στρατιώτες έκπληκτοι και φοβισμένοι αλλά δίχως να πειράξουν άλλο τον Άγιο και για να μην παρακούσουν την διαταγή του Σεβήρου, τον οδήγησαν στην Αντιόχεια. Ο διάβολος όμως μεταμορφώθηκε σε γέροντα και παρουσιάστηκε μπροστά στον ασεβή Σεβήρο και του είπε:
– Αλοίμονο βασιλιά. Είμαι ο βασιλιάς των Σκυθών και στην πατρίδα μου εμφανίστηκε ένας μάγος που τον λένε Χαράλαμπο και μου πήρε όλους τους στρατιώτες μου. Για τον λόγο αυτό ήρθα να σου το πω για να προσέξεις και να μην πάθεις και εσύ τα ίδια που έπαθα και εγώ".
Ο Σεβήρος ακούγοντάς τον, διέταξε να μεταφέρουν τον Άγιο μπροστά του. Πράγματι μόλις τον έφεραν μπροστά του διέταξε να του καρφώσουν μία σούβλα στο στήθος και αφού ανάψουν φωτιά να τον κάψουν μέχρι να ξεψυχήσει. Όλα έγιναν σύμφωνα με την εντολή του Σεβήρου και ο Άγιος ενώ τον είχαν βάλει μέσα στη φωτιά δεν έπαθε τίποτα αφού έσβηνε και αφού αυτοί που προσπαθούσαν να την ξανανάψουν έπεφταν κάτω από την κούραση
Ο δαιμονισμένος
Ο Σεβήρος βλέποντας όλα αυτά που διαδραματίζονταν μπροστά στα μάτια του, διέταξε τους στρατιώτες να τον απελευθερώσουν από τα μαρτυρικά δεσμά και τον κάλεσε να έρθει να καθίσει δίπλα του. Ο Άγιος απελευθερώθηκε και κάθισε δίπλα στον Σεβήρο ο οποίος με απολογητικό ύφος του είπε: 
– "Μη μου κρατήσεις κακία, γιατί ο βασιλιάς των Σκυθών με παραπλάνησε και με εξώθησε για όλα όσα έπαθες. Έτσι να μην με χρεώσεις και σε παρακαλώ σε ότι σε ρωτήσω να μου απαντήσεις. Και πρώτα από όλα πόσων χρονών είσαι γέροντα;"
– "Εκατόν δέκα τριών ετών".
– "Μα τόσα πολλά χρόνια ζωής που έφτασες δεν έχεις ακόμα αποκτήσει τη σοφία ώστε να καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν μόνο οι αθάνατοι προγονικοί μας θεοί και πιστεύεις στον Χριστό, έναν άγνωστο σε όλους μας;"
– "Ο λόγος που πιστεύω στον έναν και μοναδικό Θεό είναι γιατί έχω τόσα πολλά χρόνια διανύσει και δεν έχω αντικρίσει άλλον Παντοδύναμο και Ευσπλαχνικό Θεό εκτός από Εκείνον".
– "Είναι αλήθεια αυτό που με πληροφόρησαν οι άνθρωποί μου, ότι ανασταίνεις ακόμα και νεκρούς;"
– "Βασιλιά αυτό μόνο ο Δεσπότης Χριστός μπορεί να το κάνει και όχι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος".
Ο Σεβήρος διέταξε εκείνη τη στιγμή να φέρουν μέσα ένα δυστυχισμένο άνθρωπο που εδώ και τριάντα έξη χρόνια βασανιζόταν από ένα δαιμόνιο που είχε φυτέψει μέσα σου ο διάβολος. Μόλις μπήκε στην αίθουσα και πλησίασε προς τον Άγιο ο δαίμονας που βρισκόταν μέσα του άρχισε να καίγεται και ο άνθρωπος να χτυπιέται στο έδαφος φωνάζοντας:
– "Άνθρωπε του Θεού μη με βασανίσεις άλλο αλλά πες μόνο ένα σου λόογο και θα βγω και αν θέλεις θα σου πω τον τρόπο και την αιτία για την οποία μπήκα σε αυτόν τον άνθρωπο".
– "Μίλα λοιπόν ακάθαρτο πνεύμα και πες μου".
– "Αυτός ο άνθρωπος που στέκεται τώρα μπροστά σου είχε κλέψει τα πράγματα ενός γείτονά του και σκότωσε τον κληρονόμο του. Έτσι τον συνάντησα την στιγμή που βρισκόταν σε κατάσταση ανομίας και μπήκα μέσα του και τον βασανίζω εδώ και τριάντα έξη χρόνια ασταμάτητα".
Τότε ο Άγιος επιτίμησε το ακάθαρτο πνεύμα και εκείνο αμέσως βγήκε έξω από τον άνθρωπο. Ο Σεβήρος θαύμασε αναγνωρίζοντας το Μεγαλείο του Θεού των Χριστιανών και διέταξε να αφεθεί ελεύθερος ο Άγιος Χαράλαμπος, ο οποίος επέστρεψε στο σπίτι του.
ΜΕΡΟΣ Β'
Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
Τον καίνε με λαμπάδες
Μετά όμως από τρεις μέρες πέθανε κάποιος νέος που ήταν γνωστός του βασιλιά. Τότε ο Σεβήρος κάλεσε τον Άγιο και του είπε να αναστήσει τον νεκρό. Ο Άγιος προσευχήθηκε προς τον Κύριο λέγοντας:
– "Κύριε Ιησού Χριστέ, εσύ που αναστήσες τον Λάζαρο, άκουσε και τον δούλο σου και ανάστησε τον άνθρωπο αυτόν, για να δοξάζεται το Πανάγιο όνομά σου εις τους αιώνες των αιώνων και για να πιστέψουν αυτοί που βλέπουν, ότι Εσύ είσαι ο μόνος και Αληθινός Θεός, που κάνει θαύματα.
Αφού τελείωσε την προσευχή του ο Άγιος, ακούστηκε από τον ουρανό μια δυνατή αλλά γλυκιά φωνή που έλεγε:
– "Χαράλαμπε, ευλογημένος είσαι, εγώ ο Θεός σου, είμαι κοντά σου και ότι ζητήσεις θα γίνεται".
Αμέσως μετά ο Άγιος κάνοντας το σημείο του Σταυρού, σφράγισε τον νεκρό λέγοντας:
– "Εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού επάνω".
Μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων των παρευρισκομένων, ο νεκρός νέος σηκώθηκε όρθιος στα πόδια του. Αναστήθηκε λοιπόν δοξάζοντας τον Θεό και τον Άγιο. Όμως ο έπαρχος που ονομαζόταν Κρίσπος παρότρυνε τον βασιλιά του να θανατώσει τον Άγιο γιατί όπως καταλάβαινε ο ίδιος, χρησιμοποιούσε την μαγική τέχνη για να κάνει θαυμαστά πράγματα. Έτσι ο Σεβήρος ακούγοντας τον Κρίσπο άλλξε αμέσως διάθεση απέναντι στον Άγιο και τον κάλεσε να θυσιάσει στα είδωλα, αλλιώς θα αναγκαζόταν να τον βασανίσει. 
– "Βασιλιά όσο πιο πολύ με βασανίσεις τόσο πιο πολύ θα ευφραίνεται η ψυχή μου".
Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο τύραννος, πλημμύρισε από άγριο εγωϊσμό και κακία. Διέταξε αμέσως να συντρίψουν με πέτρες το σαγόνι του και να του κάψουν την γενειάδα και το σώμα με αναμμένες λαμπάδες. Πράγματι ένα στρατιωτικό απόσπασμα τον οδήγησε στη φυλακή όπου εκεί γύμνωσαν το σώμα του και άρχισαν να καίνε το σώμα του με τις αναμμένες λαμπάδες. Και όπως εκείνος σφάδαζε από τους πόνους, οι βασανιστές ειδωλολάτρες έκαιγαν το σώμα του με τις αναμμένες λαμπάδες κρατώντας τες με σατανική επιμονή. Πονούσε, υπέφερε, συγκλονιζόταν ο Άγιος από φρικτούς πόνους, αλλά με την δύναμη του Σωτήρα Χριστού, άντεχε. Πάλευε, δεν άφηνε να τον κυριέψει ο τρόμος και η απελπισία.
– "Μετά το μαρτύριο ο θάνατος. Και με τον μαρτυρικό υπέρ του Χριστού θάνατο ανατέλλει η αιώνια ζωή και το ανεκτίμητο στεφάνι της νίκης", ψιθύριζε ο Μάρτυρας. Η φωτιά ξαφνικά σαν να σκεφτόταν άλλαξε πορεία και κατάκαψε τους δήμιους. Μαθαίνοντας λοιπόν ο τύραννος, ότι το βασανιστήριο δεν είχε το αποτέλεσμα που ήθελε άρχισε να ρωτάει τους άρχοντες σχετικά με το ποιος είναι ο Χριστός που κάνει τόσο θαυμαστά και εκπληκτικά πράγματα. Την απάντηση την πήρε από τον βλάσφημο Κρίσπο.
– "Είναι κάποιος που γεννήθηκε από την αμαρτία μιας γυναίκας που ονομαζόταν Μαρία".
Ο Αρίσταρχος όμως ακούγοντας τον έπαρχο να βλασφημεί του είπε να μην βλασφημεί αφού δεν γνωρίζει τέτοιου είδους μυστήρια. Ο βασιλιάς θύμωσε και οργισμένος πήρε ένα τόξο και μια φαρέτρα με βέλη και βγήκε έξω και άρχισε να πετά βέλη προς τον ουρανό φωνάζοντας:
– "Χριστέ κατέβα στη γη τώρα να πολεμήσουμε γιατί αλλιώς θα ανέβω εγώ για να Σε βρω και να διαλύσω το στερέωμα και να σβήσω τον ήλιο".
Ακολούθησε ένας πολύ μεγάλος σεισμός που έδειξε την οργή του Κυρίου και στην συνέχεια ο Σεβήρος και ο Κρίσπος σαν να ήταν κρεμασμένοι στον αέρα αιωρούνταν. Ο Σεβήρος τρομαγμένος απευθύνθηκε προς Άγιο λέγοντάς του:
– "Κύριέ μου Χαράλαμπε. Είναι δικαιοσύνη αυτό που μου συμβαίνει. Σε παρακαλώ προσευχήσου προς τον Χριστό να με λυτρώσει από αυτή την τιμωρία και εγώ υπόσχομαι ότι θα στείλω μια επιστολή σε όλες τις πόλεις για να τον δοξάζουν και επίσημα".
Εκείνη τη στιγμή ήρθε και η κόρη του βασιλιά που ονομαζόταν Γαλήνη και απευθυνόμενη προς τον πατέρα της τον παρότρυνε να πιστέψει στον Κύριο που είναι οικτίρμων και Πανάγαθος όπως του ανέφερε για να σταματήσει έτσι και η τιμωρία του. Απευθυνόμενη έπειτα προς τον Άγιο τον παρακάλεσε να προσευχηθεί προς τον Κύριο να λυτρώσει τους τιμωρημένους. Ο Άγιος προσευχήθηκε και αμέσως κατέβηκαν και πάτησαν τα πόδια τους στη γη οι δύο άρχοντες. Στην συνέχεια αναχώρησαν για το παλάτι όπου ήθελαν να μείνουν κάποιες μέρες για να τους φύγει ο τρόμος και ο φόβος που βίωσαν.
Η Θαρραλέα Γαλήνη
Η αφορμή για να συναντηθεί η κόρη του Σεβήρου η Γαλήνη με τον Άγιο Χαράλαμπο ήταν ένα όραμα που είχε δει και που την είχε συγκλονίσει. Πιο συγκεκριμένα η Γαλήνη είδε ότι είχε βρεθεί σε ένα πανέμορφο περιβόλι που είχε πολλά δέντρα και φυτά που ευωδίαζαν καθώς και μια πηγή. Εκεί κοντά λοιπόν είδε τον πατέρα της μαζί με τον Κρίσπο, τους οποίους όμως ο φύλακας του κήπου τους έδιωχνε με ένα πύρινο ραβδί ενώ την Γαλήνη την σήκωσε και την τοποθέτησε σε μια τιμητική θέση λέγοντάς της:
– "Το περιβόλι είναι ο παράδεισος και επειδή πίστεψες ήσουν εκεί μέσα. Το πατέρα σου και τον έπαρχο τους έδιωξε ο Κύριος γιατί θα αποστατήσουν ξανά και θα εκπέσουν".
Δεν είχε περάσει ένας μήνας και ο  Σεβήρος κάλεσε τον Άγιο στο παλάτι του με σκοπό να του υπενθυμίσει να θυσιάσει στα είδωλα. Η επιμονή του Αγίου να μην θυσιάσει είχε σαν αποτέλεσμα να του περάσουν χαλινάρι στο στόμα όπως κάνουν στα άλογα και να τον διαπομπεύουν από πόλη σε πόλη. Η Γαλήνη βλέποντας όλα αυτά παρακάλεσε τον πατέρα της να σταματήσει τη θηριωδία αυτή και σαν απάντηση ο Σεβήρος την διέταξε να θυσιάσει στα είδωλα. Η Γαλήνη για να εμπαίξει τα είδωλα αποκρίθηκε ότι θα τα προσκυνήσει και ξεκίνησε για τον ναό του Δία και του Απόλλωνα. 
– "Πολύ καλά για να προσκυνήσω και εγώ τον Επουράνιο Θεό".
Η καρδιά του Σεβήρου φτερούγησε στην απάντηση της κόρης του. Νόμιζε ο άμυαλος ότι η Γαλήνη θα προσκυνήσει τα είδωλα.
Με στρατιωτική συνοδεία και τιμές οδηγήθηκε στο ναό αφού ο Σεβήρος νόμισε ότι αλλαξοπίστησε η κόρη του. Η Γαλήνη όμως προσευχήθηκε στον Πανάγαθο Θεό:
– "Κύριε, ο Θεός ο ουράνιος, ο δημιουργός και κτίστης όλης της πλάσης, άκουσε και εμέ τη δούλη σου και δώσε μου την άδεια να γκρεμίσω αυτά τα είδωλα".
Φτάνοντας εκεί αντίκρισε τους ιερείς και τους είπε:
– "Παρακαλέστε τους θεούς να δεχτούν την προσευχή μου γιατί τους έχω βλασφημίσει".
Οι ιερείς, για χάρη, όπως είπαν, του πατέρα της, παρακάλεσαν τους θεούς τους και η Γαλήνη πήρε το άγαλμα του Δία και είπε:
– "Αφού είσαι θεός πως και δεν ξέρεις πώς σκέφτομαι;"
Αμέσως γκρέμισε τα αγάλματα του Δία και του Απόλλωνα και οι ιερείς σαστισμένοι έτρεξαν να πουν το νέο στο πατέρα της με την αγωνία ότι τώρα πια θα χανόταν ο κόσμος που η κόρη του κατέστρεψε τα αγάλματα των θεών. Ο Σεβήρος τους διέταξε να βρουν γρήγορα πενήντα μαστόρους για να αποκατασταθεί η ζημιά μέχρι το ξημέρωμα της άλλης μέρας. Το σχέδιο του ήταν να προσπαθήσει να παραπλανήσει την κόρη του την επόμενη μέρα όταν την κάλεσε να δει το θαύμα της ανάστασης των θεών του. Η Γαλήνη βλέποντας τα αγάλματα και καταλαβαίνοντας το τι είχε συμβεί διέταξε τα αγάλματα να καταποντιστούν και αυτά με μιας γκρεμίστηκαν. Ο Σεβήρος οργίστηκε για άλλη μια φορά ενώ η Γαλήνη του εξηγούσε για την πλάνη στην οποία είχε πέσει πολύ καιρό πριν.
Η Χήρα
Για να εξευτελίσει τον Άγιο νόμιζε ο δυστυχής Σεβήρος ότι το επόμεν σχέδιό του θα ήταν το πιο πετυχημένο από όλα. Διέταξε να κλείσουν τον Άγιο στο σπίτι μιας γυναίκας που είχε πεθάνει ο άντρας της και που η φήμη που υπήρχε για αυτήν στην περιοχή, δεν ήταν και η καλύτερη. Η χήρα βέβαια αντικρίζοντας το επόμενο περιστατικό κατάλαβε γρήγορα την Αγιότητα του. Πιο συγκεκριμένα όταν ο Άγιος ακούμπησε σε ένα ξύλινο δοκάρι εκείνο βλάστησε και έκανε τόσα πολλά κλαδιά και άνθη που γέμισε όλο το σπίτι.
– "Φύγε από το σπίτι μου αφού ξέρω ότι δεν είμαι άξια να μένω κοντά σου", του είπε.
Ο Άγιος την καθησύχασε και το νέο μαθεύτηκα παντού. Έτσι το κατάμεσο από λουλούδια σπίτι γέμισε και με κόσμο που διψούσε να ακούσει την διδασκαλία του Αγίου. Αυτό το γεγονός όταν το έμαθε όμως ο Σεβήρος οργίστηκε και διέταξε για να μην κάνει άλλα θαύματα και πιστέψει και άλλος κόσμος στον Χριστό, να τον αποκεφαλίσουν.
Το Τέλος του Αγίου
Τον πήρανε τότε τον Άγιο οι δήμιοι και τονοδήγησαν στον τόπο της τελείωσης. Ο κόσμος έφθασε ως τον τόπο, όπου επρόκειτο ν' αποκεφαλιστεί ο Άγιος. Εκεί ο Μάρτυρας του Χριστού ζήτησε από τον δήμιο να σεβαστεί την τελευταία του επιθυμία και να του δώσει τη άδεια να προσευχηθεί. Η άδεια του δόθηκε. Και αμέσως σε μια ατμόσφαιρα νεκρικής σιγής, ενώ όλοι τον ακούγανε με κατανηκτική συγκίνηση, ο Άγιος προσευχήθηκε ως εξής:
– "Κύριε, Θεέ μου, Παντοκράτορα, Σ' ευχαριστώ. Σε όλα και με όλα με βοήθησες. Ντρόπιασες τον εχθρό μου τον διάβολο και τους υπηρέτες του. Τώρα, Πανάγαθε Θεέ, που ήρθε η στιγμή του τέλους της επίγειας ζωής μου, σε παρακαλώ βοήθησέ με. Δέξου ειρηνικά το πνεύμα μου. Κατάταξέ με στους ευτελέστερους δούλους σου. Σε παρακαλώ ακόμη Θεέ μου, να βοηθήσεις τους χριστιανούς και να τους απαλλάξεις από τους σκανδαλισμούς του διαβόλου. Πολυεύσπλαχνε Κύριε, δώσε την Χάρη Σου στο σώμα μου, να διώχνει του δαίμονες, όπου βρεθεί μέρος από το λείψανό μου. Δώσε την Χάρη Σου, Κύριε, ώστε να μην συμβεί ποτέ πείνα, καταστροφή από χαλάζι, και από ότι άλλο κακό, εκεί όπου θα υπάρχει έστω κι' ένα μικρό μέρος από το λείψανο μου. Φύλαγε, Κύριε, από κάθε κακό, σώους, γέρους κι ανέγγιχτους από κάθε κακό εκείνους που γιορτάζουν την μνήμη του Μαρτυρίου μου. Έτσι θα δοξάζεται το όνομά Σου το ευλογημένο".
Και ενώ έτσι τελείωσε την προσευχή του ο Άγιος, ήρθε φωνή από τον Ουρανό σαν απάντηση, που έλεγε:
– "Όλα όσα μου ζήτησες τα εκπληρώνω, για να χαρείς. Σου λέγω όμως και κάτι παραπάνω. Εάν κάποιος με ζητήσει σε βοήθειά του στην προσευχή του και θυμηθεί το όνομά σου, αμέσως, πολύ γρήγορα θα έχει την βοήθειά μου. Έλα, λοιπόν, σε περιμένω. Έλα να χαρείς τώρα την μεγάλη κι' ασύγκριτη χαρά, που σου ετοίμασα. Πάλεψες, υπέφερες, αγωνίστηκες και νίκησες. Το στεφάνι της νίκης, που σε προσμένει είναι βαρύτιμο".
Μόλις άκουσε αυτά ο Άγιος πλημμύρισε από χαρά κι ευτυχία. Με μάτια, που αστράφτανε από λάμψη ουράνια, κοίταξε τον δήμιο με καλοσύνη και του είπε:
– "Κάνε, παιδί μου, εκείνο που σε προστάξανε".
Πριν προλάβει ο δήμιος να του κόψει το κεφάλι, ο Άγιος παρέδωσε το πνεύμα του και ο δήμιος με ανάμικτα αισθήματα, πλησίασε ευλαβικά τον Άγιο κι έπειτα τρέμοντας, τον αποκεφάλισε. Έτσι εξετέλεσε μια διαταγή, στην οποία ο ίδιος δεν συμφωνούσε.
ΜΕΡΟΣ Γ'
Ο ΙΕΡΕΥΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΟΣΥΝΗ
Η καταστρεπτική φλόγα του φθόνου περιστοιχίζει τους ιερομένους, υψώνεται από παντού, έρχεται ακριβώς επάνω τους και εξετάζει εξονυχιστικά το βίο τους, περισσότερο από την φωτιά που τριγύριζε τότε τα σώματα των τριών παίδων. Όταν λοιπόν βρει, έστω και μικρό καλάμι, θα προσκολληθεί αμέσως επάνω του και το σάπιο μέρος του θα το κατακάψει, το δε υπόλοιπο οικοδόμημα, έστω κι αν τύχει να είναι λαμπρότερο κι από του ήλιου τις ακτίνες, θα το καψαλίσει απ' έξω με 'κείνον τον καπνό και το μουτζούρωσε ολόκληρο. Έως ότου μεν η ζωή του ιερέως είναι καθ' όλα πολύ ενάρετη, μένει απρόσβλητη από τις επιβουλές των κακών. Εάν δε τύχει να παραβλέψει κάτι μικρό, όπως εύλογο είναι, αφού άνθρωπος είναι κι αυτός και περνά το φουτρουνιασμένο πέλαγος της ζωής αυτής, όσο μεγάλα και καλά κι αν είναι τ' άλλα του έργα, κανένα όφελος δε θα 'χει απ' αυτά, ώστε να μπορέσει να σωθεί από τα στόματα των κατηγόρων του, αλλά θα τα σκιάσει το μικρό αυτό αμάρτημα του. Και όχι σα να έχει σάρκα και σα να είναι απλός άνθρωπος κι ο ιερεύς, αλλά σα να ήταν άγγελος, χωρίς καμιά ανθρώπινη αδυναμία, θέλουν όλοι να τον καταδικάσουν.
Όταν παρακαλεί το Άγιο Πνεύμα ο ιερεύς και κάνει την τόσο φρικτή θυσία και αδιάκοπα αγγίζει τον Κύριο των όλων, ποια θέση του δίνουμε, πες μου, και πόση ψυχική αγνότητα θα απαιτήσουμε απ' αυτόν και πόση ευλάβεια;
Κατάλαβε λοιπόν πως πρέπει να είναι αυτά τα χέρια, που εκτελούν τέτοιες υπηρεσίες, ποια πρέπει να είναι αυτή η γλώσσα, που τέτοια άγια λόγια βγάζει από το στόμα, αυτή δε η ψυχή που υποδέχτηκε τόση Χάρη του Αγίου Πνεύματος, πόσο πιο καθαρή και πιο άγια από το κάθε τι πρέπει να είναι. Εκείνες τις στιγμές και άγγελοι έχουν σταθεί κοντά στον ιερέα και όλο το τάγμα των ουρανίων δυνάμεων φωνάζει και όλος ο χώρος, γύρω από το θυσιαστήριο γεμίζει, για τιμή του Θείου Αμνού, που θυσιάστηκε για χάρη μας.
Μεγάλη είναι η αξία των ιερέων, γιατί συ φροντίζεις για τα δικά σου, κι αν τα τακτοποίησες καλά, κανείς δεν θα σε κατηγορήσει για τα ξένα. Όμως, ο ιερεύς, αν την μεν δική του ζωή καλά κυβερνήσει, για την δική σου όμως, δηλαδή για όλους τους γύρω του, δε φροντίσει με προσοχή, πηγαίνει στην κόλαση με όλους τους κακούς. Και πολλές φορές, ενώ δεν προδόθηκε από τη δική του ζωή, χάνεται, αν δεν κάνει τέλεια όλα τα καθήκοντά του. Γνωρίζοντας λοιπόν πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος, πρέπει να προσφέρετε σ' αυτούς πολλή συμπάθεια. Αυτό εννοεί κι ο Παύλος, λέγοντας πως "αγρυπνούν για τις ψυχές μας. Κι όχι απλώς αγρυπνούν, αλλά και, ως υπεύθυνοι, θα δώσουν λόγο στο Θεό" (Εβρ. 13, 17).
Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά όλα, και το Θεό να φοβούμαστε, και τους ιερείς Του να σεβόμαστε, προσφέροντας σ' αυτούς, ανάλογα με την αξία τους κάθε τιμή.
Η ψυχή του ιερέως καθόλου δε διαφέρει από πλοίο, που το δέρνει η τρικυμία. Από παντού στιγματίζεται και κατακρίνεται βαριά, από φίλους, από δικούς του, από εχθρούς, από ξένους. 
Τίποτε άλλο δεν παροργίζει τόσο το Θεό, όσο οι ανάξιοι ιερείς. 
Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα τα ενεργούν όλα, ο δε ιερεύς δανείζει τη γλώσσα του και δίνει το χέρι του, για την τέλεση των Μυστηρίων.
Το χέρι του Επισκόπου είναι τοποθετημένο πάνω στον άνθρωπο, όλα όμως τα κάνει ο Θεός και το χέρι του Θεού είναι που ακουμπά στο κεφάλι του χειροτονουμένου, αν χειροτονείται όπως πρέπει. 
Και διαμέσου αναξίων συνηθίζει να ενεργεί ο Θεός και διόλου δεν βλάπτεται η Χάρη των Μυστηρίων από τη ζωή του ιερέως.
Αυτή η εξουσία, η ιεροσύνη, είναι τόσο ανώτερη από την πολιτική, για σύγκριση, όσο ο ουρανός από τη γη κι ακόμη πολύ περισσότερο.
Όλους τους κληρικούς δεν του χειροτονεί ο Θεός, διαμέσου όλων, όμως, Αυτός ενεργεί.
Άλλη είναι η εξουσία της βασιλείας κι άλλη η εξουσία της ιεροσύνης, αλλ' αυτή είναι μεγαλύτερη από εκείνη. Γιατί δε φανερώνεται ο βασιλιάς απ' όσα φαίνονται, ούτε πρέπει να κρίνεται από τα πολύτιμα πετράδια που φέρνει πάνω του κι από τα χρυσαφικά του φορεί. Αυτός έτυχε να διοικεί τα πράγματα της γης, της ιεροσύνης όμως το αξίωμα έχει οριστεί από τον ουρανό. Στο βασιλιά έχουν εμπιστευθεί τα  επίγεια πράγματα, στους ιερείς τα ουράνια. Μη λοιπόν κατηγορήσεις την ιεροσύνη, όταν δεις ιερέα ανάξιο. Δεν πρέπει να κατηγορήσεις το θεσμό, αλλ' αυτόν που έχει κάνει κακή κρίση του καλού. Επειδή και ο Ιούδας προδότης έγινε, αλλά δεν είναι αυτό κατηγορία της αποστολής του, αλλά της κακής διαθέσεώς του.
Της ιεροσύνης ο θρόνος έχει στηθεί στα ουράνια και αυτά της έχουν επιτρέψει να διαχειρίζεται. Ποιος τα λέει αυτά; ο ίδιος ο ουράνιος Βασιλιάς. Γιατί λέει "όσα δε θα συγχωρέσετε κάτω στη γη, δεν θα είναι συγχωρεμένα στους ουρανούς και όσα συγχωρέσετε στη γη θα είναι συγχωρεμένα στους ουρανούς" (Ιωάν. 20, 22-23). Ποιο θα γίνει άρα ίσο μ' αυτήν την τιμή;
Επειδή ο κριτής κάθεται στη γη, ο Δεσπότης ακολουθεί το δούλο και όσα αυτός κάτω αποφασίσει, τα επικυρώνει Εκείνος επάνω. Ανάμεσα στο Θεό και την ανθρώπινη φύση έχει σταθεί ο ιερεύς, κατεβάζοντας σε μας τις ευλογίες κι ανεβάζοντας εκεί πάνω τις θερμές μας παρακλήσεις. Όταν Εκείνος οργίζεται, Τον συμφιλιώνει με την κοινή ανθρώπινη φύση και μας αρπάζει από τα χέρια Του, όταν παραβαίνουμε τις εντολές Του. Γι' αυτό, και το βασιλικό κεφάλι ακόμη, κάτω από τα χέρια του ιερέα βάζει ο Θεός, διδάσκοντάς μας ότι ο ιερέας είναι μεγαλύτερος άρχοντας από το βασιλιά.
ΜΕΡΟΣ Δ'
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Διδάγματα για όλους μας 
Η μεγαλειώδης πορεία και το μαρτυρικό τέλος του Αγίου Χαραλάμπους έδωσαν απαντήσεις και δίνουν ακόμα σε όλους τους ανθρώπους. Για παράδειγμα μας έδειξε ότι κάθε άνθρωπος έχει την δική του προσωπικότητα και τον δικό του χαρακτήρα και οι Άγιοι δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Οι Άγιοι άλλωστε, είναι και αυτοί άνθρωποι σαν όλους τους άλλους. Επομένως και ο δρόμος προς την θέωση μπορεί να είναι και ο ίδιος και οι εμπειρίες μπορεί να είναι παρόμοιες ή και ίδιες. Ωστόσο όμως ο κάθε άνθρωπος εκφράζει την δική του προσωπική εμπειρία με το μοναδικό προσωπικό του λόγο. Έτσι όπως βλέπουμε το Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μοιάζει με κήπο, που είναι γεμάτος με λουλούδια. Κάθε ένα από αυτά τα λουλούδια είναι μοναδικό και αναδίδει την δική του μοναδική ευωδία. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου δεν αλλάζει πολύ εύκολα. Μπορεί όμως πολύ εύκολα να διαφοροποιηθεί ή και να αλλοιωθεί εντελώς από τη δύναμη της Χάρης του Θεού. Όταν η άκτιστη θεία Χάρη έλθει μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη, την αγιάζει και την ανακαινίζει.
Οι φυσικές αρετές δεν κατηγορούνται, αλλά και δεν επαινούνται από τους Πατέρες της Εκκλησίας, επειδή από μόνες τους δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές. Για παράδειγμα η φυσική αγάπη των γονέων προς τα παιδιά, την οποία έχουν και αυτά τα άλογα ζώα, δεν κατηγορείται, αλλά και δεν επαινείται. Υπάρχει, όμως, η δυνατότητα να μεταβληθεί, με την Χάρη του Θεού, σε ανιδιοτελή αγάπη, όπως μπορεί να εξελιχθεί, χωρίς την θεία Χάρη, σε εμπαθή αγάπη. Η εμπαθής αγάπη δεν είναι αληθινή, αλλά ψεύτικη, επειδή είναι συνδεδεμένη με τα πάθη, ήτοι με την φιλαυτία, την φιλαργυρία, την φιληδονία, την κενοδοξία κ.λ.π. Γι' αυτό και συναντάμε το τραγικό φαινόμενο της έχθρας μεταξύ γονέων και παιδιών ή μεταξύ αδελφών, η οποία έχθρα οδηγεί, κάποιες φορές, και στο έγκλημα. Και δεν φταίει γι' αυτό "η κακιά η ώρα", όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε, αλλά η εμπαθής αγάπη. Οι Άγιοι με την άσκηση, την θεία Λατρεία και την αδιάλειπτη προσευχή καθάρισαν την καρδιά τους από τα πάθη και απέκτησαν την άκτιστη θεία Χάρη, καρπός της οποίας είναι και η ανιδιοτελής αγάπη, η οποία αγκαλιάζει και τους εχθρούς.
Η παραμονή στην Εκκλησία δια της μετανοίας, της ταπεινώσεως και της υπακοής στους εκκλησιαστικούς θεσμούς, αναγεννά, αγιάζει και σώζει τελικά τον άνθρωπο.
Ο ησυχαστικός τρόπος ζωής οδηγεί στην εύρεση νοήματος ζωής και στην πνευματική ωρίμανση. Ανάλογα με τον τόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει κανείς τα διάφορα προβλήματα που αναφύονται καθημερινά, ιδιαίτερα τα μεγάλα και πιεστικά, φανερώνει την εσωτερική του κατάσταση, τον τρόπο που σκέπτεται, καθώς και το μέγεθος της πνευματικής του ηλικίας, η οποία δεν συμβαδίζει πάντοτε με την βιολογική. Ο ησυχαστικός τρόπος ζωής που βιώνεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία βοηθά στην απόκτηση εσωτερικής ειρήνης και πνευματικής ωριμότητας και καρά συνέπεια στην σωστή αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων, ιδιαίτερα των μεγάλων και πιεστικών.
Τα πάθη για τον Άγιο Χαράλαμπο υποδουλώνουν τον άνθρωπο και τον κάνουν άχρηστο. Μπορεί να τα νικήσει και να απαλλαγή από την τυραννία τους με την ειλικρινή μετάνοια, η οποία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της πνευματικής ζωής και ΄είναι ανανέωση του βαπτίσματος και συμφωνία με τον θεό για μια νέα ζωή, καθώς και με την βίωση του όλου τρόπου ζωής που προσφέρει η Εκκλησία. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με το πέρασμα του χρόνου οι δυνάμεις του ανθρώπου αρχίζουν σταδιακά να τον εγκαταλείπουν και τότε τα πάθη, εάν δεν έχουν προηγουμένως νικηθεί, κατεξουσιάζουν την θέλησή του με αποτέλεσμα να διασύρεται και να εξευτελίζεται. Μάλιστα, κάποιες φορές συμβαίνει να πέφτει κανείς τόσο χαμηλά, σε σημείο που να καταντά θλιβερό θέαμα και να προκαλεί πόνο και θλίψη ή και σκανδαλισμό, εάν πρόκειται για πρόσωπο, το οποίο λόγω θέσεως, θα έπρεπε να αποτελεί πρότυπο στην κοινωνία. Από την άλλη η ελευθερία είναι κυρίως εσωτερικό γεγονός, που το βιώνει κανείς στην προσωπική του ύπαρξη ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες. Οι Άγιοι μέσα στη φυλακή ήταν αληθινά ελεύθεροι. Όταν ο άνθρωπος δεν είναι καθαρός από τα πάθη ή τουλάχιστον δεν αγωνίζεται να καθαρθεί από αυτά, είναι αδύνατο να είναι ελεύθερος και να χαίρεται αληθινά την ζωή του, επειδή, συν τοις άλλοις, υπάρχει περίπτωση να υποστεί παντός είδους εκβιασμούς. Και, ασφαλώς, δεν είναι δυνατόν να ενεργή κανείς ελεύθερα, όταν τελεί κάτω από πίεση και βρίσκεται μέσα σε κλίμα εκβιασμού και εκφοβισμού. Γίνεται τότε, δυστυχώς, υποχείριο όλων εκείνων, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τα πάθη και τα λάθη του τον "έχουν στο χέρι", κατά το κοινώς λεγόμενο, και τον εκβιάζουν. Και εξωτερικά μπορεί να φαίνεται ελεύθερος και άνετος, στην πραγματικότητα όμως είναι δέσμιος και δούλος. Νοσηρά φαινόμενα και αρρωστημένες καταστάσεις, όπως κλοπές, καταχρήσεις, διαπλοκές κ.λ.π., συναντά κανείς σε κάθε εποχή, και η δική μας, ασφαλώς, δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, αγού ζούμε σε μία κοινωνία που βρίσκεται σε συνεχή πτώση. Στην πραγματικότητα, υγιή μέλη της κοινωνίας είναι οι Άγιοι, αλλά και όσοι αγωνίζονται να επιτύχουν τον προσωπικό τους αγιασμό. Οι Άγιοι με τον πνευματικό τους αγώνα νίκησαν τα πάθη τους, έφθασαν στον φωτισμό και την θέωση και βιώνουν την προ της πτώσης κατάσταση. Απέκτησαν την τέλεια αγάπη, που αποτελεί την θεραπεία της φιλαυτίας, η οποία είναι η γενεσιουργός αιτία της φιλαργυρίας, της φιληδονίας, της κενοδοξίας και όλων των άλλων παθών.  Επειδή στις μέρες μας λέγονται και γράφονται πολλά, πρέπει να τονισθεί ότι η Εκκλησία, δεν είναι ένα σωματείο "καθαρών" ανθρώπων, αλλά είναι το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Κεφαλή της είναι ο Ίδιος ο Χριστός και μέλη της όλοι εκείνοι, κληρικοί και λαϊκοί. που δέχθηκαν το βάπτισμα και αγωνίζονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να ζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Επίσης, η Εκκλησία, είναι πνευματικό θεραπευτήριο και επομένως, είναι φυσικό να έχει και άρρωστα μέλη, τα οποία προσπαθεί να θεραπεύσει, χωρίς όμως ποτέ να παραβιάζει την ελευθερία τους. Άλλωστε, δια τις αδυναμίες, τα πάθη και τα λάθη του φέρει ο καθένας προσωπικά την ευθύνη και είναι υπόλογος ενώπιον Θεού και ανθρώπων. 
Η Εκκλησία δεν χρειάζεται κάθαρση, επειδή είναι καθαρή, αγία και άμωμος. Εμείς χρειαζόμαστε κάθαρση και πνευματική αναγέννηση.
Να ευχηθούμε να αναδεικνύει ο Θεός και στις μέρες μας αληθινούς πνευματικούς πατέρες, οι οποίοι θα βοηθούν τους ανθρώπους να αναγεννηθούν, ούτως ώστε να αποκτήσουν την τέλεια αγάπη και από άχρηστοι δούλοι, να γίνουν εύχρηστοι και ελεύθεροι.
Ας γίνουμε ακούραστοι εργάτες
Ο Άγιος Χαράλαμπος δεν ήταν όμως μόνο ακούραστος ιερέας. Δεν ήταν μόνο σοφός. Ήταν και μεγάλος κοινωνικός εργάτης, σκαπανέας της έμπρακτου αγάπης προς τον συνάνθρωπο, τον πλησίον, που είναι η εικόνα του Θεού. Άνθρωπος του πόνου και του μόχθου, ο οποίος αγωνίστηκε για τον πνευματικό και ηθικό καταρτισμό του, καθώς και για την βελτίωση της κοινωνίας της εποχής του, που ήταν γεμάτη αδικία, άγρια μίση, εκμετάλλευση, συκοφαντία και πείνα. Άνθρωπος της συνεχούς εργασίας, της συνεχούς αγωνίας για το διψασμένο ποίμνιο, άνθρωπος της θυσίας και του θριάμβου.
Η Εκκλησία όπως μας διδάσκει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι μια ομάδα αγγέλων που θριαμβεύει και όχι χρυσοχοείο. Η Εκκλησία ζητάει ανθρώπινες ψυχές και μόνο χάρις των ψυχών αυτών ο Θεός δέχεται και άλλα δώρα. 
– "Το ποτήρι το οποίον ο Χριστός προσέφερε στους μαθητές του κατά τον Μυστικό Δείπνο δεν ήταν από χρυσό. Εντούτοις ήταν πολύτιμο. Εάν θέλετε να τιμήσετε τον Χριστό τιμήστε Τον, στο πρόσωπο των πτωχών. Σε τίποτε δεν ωφελεί η προσφορά μεταξιού και πολυτίμων λίθων στο ναό, εάν αφήσετε έξω τον Χριστό να υποφέρει από το ψύχος και την γυμνότητα. Σε τίποτε δεν ωφελεί να είναι ο ναός πλήρης χρυσών σκευών, εάν ο Χριστός πεινά. Κατασκευάζετε χρυσά ποτήρια, αλλά δεν δίνετε ποτήρι κρύο νερό σε αυτόν που το έχει ανάγκη. Ο Χριστός περιπλανάται, ως άστεγος, ξένος, επαίτης, ορφανός και εσείς αντί να τον δεχτείτε κάνετε άσεμνες διακοσμήσεις".
Όλα ανήκουν στον Θεό, πλην των καλών πράξεων του ανθρώπου. Είναι το μόνο πράγμα που ανήκει στον άνθρωπο. Το πνεύμα της ενότητας, των κοινών φροντίδων και υποχρεώσεων, το πνεύμα της εξυπηρέτησης, οδηγεί τον άνθρωπο στον Ουρανό. Ουδείς μπορεί να προοδεύσει στην αρετή, εάν δεν είναι εξυπηρετικός προς τους διπλανούς του. Δεν είναι αρκετό, λέγει, να υψώνουμε τα χέρια μας προς τον Ουρανό, πρέπει να τα τείνουμε σε αυτούς που έχουν ανάγκη και μόνο τότε θα εισακουστούμε από τον Θεό. Ο αληθινός βωμός είναι το σώμα του συνανθρώπου. Η μοναχική ζωή, η λιτότητα και η ολιγάρκεια, η διαρκής και αληθινή φροντίδα για τους ασθενείς, η γεμάτη ταπείνωση και πίστη, ζωή των Άγιων, έγινε αφορμή ώστε να δημιουργηθεί γύρω τους ένα επιτελείο από εθελοντές. Το επιτελείο αυτό αποτελούνταν από άνδρες και γυναίκες περίφημων οικογενειών με πλούτη, μόρφωση, με σπουδαίες κοινωνικές σχέσεις, με λαμπρές θέσεις στην κοινωνία.
Όλος αυτός ο εθελοντικός κόσμος πρέπει να τίθενται υπό την καθοδήγηση αγίων ανθρώπων στην υπηρεσία της αγάπης, στην βοήθεια των πτωχών, των ασθενών, των ορφανών, των γερόντων.
Ένας στρατός σωτηρίας δηλαδή, με όπλα την συμπόνια και την αγάπη, με επικεφαλής του τον επιτελάρχη της αγάπης, Άγιο Χαράλαμπο. Τόση ήταν η ανησυχία του Αγίου για την τύχη των πεινασμένων και δυστυχισμένων, ώστε όπου και να βρισκόταν δεν έπαυε ούτε στιγμή να σκέπτεται και να φροντίζει για τους πεινασμένους, τους γυμνούς και να τους στέλνει χρήματα που του έστελναν πλούσιοι, να γράφει σε πολλούς πλουσίους επιστολές, να εμψυχώνει, την στιγμή που ο ίδιος στερούνταν από όλα και αυτού ακόμη του ύπνου.
Η ιστορία πλέον μαρτύρησε ότι κανείς στον κόσμο δεν ήταν τόσο αφιλοκερδής και κανείς επίσκοπος, σε καμία εποχή, δεν υπήρξε πιο πολύ ελεήμων. Συμβούλευε δε όλους τους πλούσιους να έχουν στα σπίτια τους ένα δωμάτιο για τον Χριστό (τους ξένους), έστω ευτελές.
Είχε μια βαθιά αντιπάθεια για την ανισότητα. Ο πλούσιος, ο οποίος δεν συγκινείται από τα παθήματα του φτωχού, του φαινόταν ασεβής ιερόσυλος και κλέφτης του Θεού. Κατηγορεί δριμύτατα τις σπατάλες στις εορτές, τα θέατρα και τα ιπποδρόμια. Αυτός είναι Ιεράρχης. Η δόξα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μια πόλη, δεν θαυμάζεται από τις οικοδομές, αλλά από τον υψηλό ποιόν των κατοίκων της. Ο Αβραάμ κατοικούσε σε μία καλύβα. Τα Σόδομα είχαν μεγαλοπρεπείς πύργους. Εν τούτοις, οι Άγγελοι παρέκαμψαν τα Σόδομα και ήρθαν να στεγαστούν στην καλύβα του Αβραάμ.

#Πρωτη_ειδηση

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022

Έφυγες 😭😭καλή αντάμωση …..




Κάθε μέρα ….Δεν αντέχεται 😭😭😭

Πόσο πόνο να αντέξεις όταν χάνεις 

αγαπημένα πρόσωπα 😭😭😭😭

Τι να πω ;;;; 

Είμαι σε σοκ !!!!!

Αγαπημένος φίλος και συνάδελφος με τιμή και 

αρχές Γιάννη μου δεν υπάρχουν λόγια, είναι όλα  

τόσο εφήμερα .

Αιωνία η μνήμη σου αγαπημένε μου.

Καλή αντάμωση ………. 

Π.Π.Νούνης 

🌺🌹🌺🌹🌺🌹

😭😭😭😭😭😭