Το δικό μου κανάλι

Το δικό μου κανάλι
You tube

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Η εκπαίδευση στη Θάσο το 19ο και 20ο αιώνα



     ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ



 «ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ  ΜΟΥ  ΛΑΜΠΡΟ ΦΕΓΓΕ ΜΟΥ…»
ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ: ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΗΣ Β΄ & Γ' ΤΑΞΗΣ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΠΡΙΝΟΥ, ΘΑΣΟΥ
- ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ: ΦΙΛΟΜΙΛΑ ΠΑΡΤΑΛΗ -
ΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ
1.ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΥΚΩΜΑ: «Η ΘΑΣΟΣ ΣΕ ΑΣΠΡΟ –ΜΑΥΡΟ» ΤΟΥ Α. ΑΛΒΑΝΟΥ
2. ΑΠΟ ΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ :
ΕΝΡΙΕΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΕΛΕΝΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ
ΚΩΣΤΑΚΗ ΝΙΚΟΛΕΤΑ
ΜΑΓΚΑΦΙΝΗ ΓΕΩΡΓΙΑ
ΓΙΑΝΤΣΟΥ ΑΓΛΑΙΑ
3. ΑΠΟ ΤΑ «ΘΑΣΙΑΚΑ»


  
 
 
Α: ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΑΣΟΥ
Η Θάσος καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το 1455 και παρέμεινε υπό την κυριαρχία τους έως το 1912 όταν απελευθερώθηκε κατά τον 1ο βαλκανικό πόλεμο από τον ελληνικό στρατό. Σε όλη τη διάρκεια των 350 περίπου χρόνων οθωμανικής εξουσίας πέρασε για λίγο μόνο στην κατοχή των Βενετών το 1457-59 και των Ρώσων κατά την εποχή των ρωσοτουρκικών πολέμων τα έτη 1770-74. Την μακρά αυτή περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας το νησί ακολούθησε τη μοίρα των υπόλοιπων υπόδουλων περιοχών με τις ιδιαιτερότητες που το χαρακτήριζαν: Βαριά φορολογία αλλά και πειρατικές επιδρομές  οι οποίες προκαλούν τρόμο στους κατοίκους και τους αναγκάζουν να αποσυρθούν στο εσωτερικό του νησιού δημιουργώντας νέους οικισμούς σε ορεινά μέρη μέσα σε χαράδρες και δύσβατα σημεία.
Το έτος 1813 αποτελεί ορόσημο για την ιστορία του νησιού. Τότε ο σουλτάνος παραχωρεί τη Θάσο στον ηγεμόνα  της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην αυτοκρατορία απελευθερώνοντας τις ιερές πόλεις Μέκκα και Μεδίνα. Η Θάσος γίνεται «αληθές» βακούφι δηλαδή τα έσοδα από τη φορολογία των κατοίκων θα διαθέτονταν για τις ανάγκες των αγαθοεργών ιδρυμάτων Ιμαρέτ (πτωχοκομείο) και Μενδρεσέ (Διδασκαλείο) της γενέτειρας του Μεχμέτ, της Καβάλας. Η Τουρκία θα είχε την επικυριαρχία του νησιού η οποία εκδηλωνόταν με την είσπραξη του κεφαλικού φόρου.
Η περίοδος της τουρκοαιγυπτιακής συγκυριαρχίας διακρίνεται σε δύο ουσιαστικά περιόδους , από το 1813 έως το 1874 η πρώτη και από το 1874 έως το 1902 η δεύτερη. Κατά την πρώτη περίοδο κάτω από τον σκιώδη έλεγχο του Μεχμέτ Αλή και των κληρονόμων του και μακριά από την τουρκική διοίκηση οι κάτοικοι του νησιού ζουν σ’ ένα κλίμα ελευθερίας που τους δίνει τη δυνατότητα να διευρύνουν τα κοινοτικά προνόμια της τουρκοκρατίας και να δημιουργήσουν ένα ιδιότυπο κοινοτικό καθεστώς που τους επιτρέπει την αυτοδιαχείριση των κοινοτήτων. Μετά το θάνατο του Μεχμέτ Αλή το 1849 οι διάδοχοί του αποκτούν το δικαίωμα της κληρονομικής μεταβίβασης της κυριαρχίας της Αιγύπτου στη Θάσο. Η αντικατάσταση του Τούρκου διοικητή του νησιού με Αιγύπτιο το 1854 φέρνει τη Θάσο ακόμα πιο κοντά στην αιγυπτιακή κυριαρχία. Η χαμηλή φορολογία-σε σχέση με αυτήν που επιβάλλει η Τουρκία στις υπόλοιπες υπόδουλες περιοχές- και η ανάληψη της θέσης του διοικητή της Θάσου από έναν φωτισμένο αιγύπτιο, τον Τζαφέρ Μπέη
Στη δεύτερη περίοδο από το 1874 οι διάφοροι Αιγύπτιοι διοικητές του νησιού με διαταγές της Αιγύπτου αφαιρούν σταδιακά τα προνόμια του νησιού και προσβάλλουν το ιδιότυπο κοινοτικό πολίτευμα. Η αλλαγή της στάσης της Αιγύπτου υπαγορεύεται και από τη στάση της Αγγλίας η οποία από το 1883, έτος διάνοιξης της διώρυγας του Σουέζ, ελέγχει την αιγυπτιακή κυβέρνηση λόγω των δανείων που της παραχώρησε. Η σημαντική θέση της Θάσου στην περιοχή του βόρειου Αιγαίου αλλά και ο ορυκτός πλούτος του νησιού καθώς και η δραστηριοποίηση της εταιρείας Spiegel που εξυπηρετούσε γερμανικά συμφέροντα κάνουν τους Άγγλους να υποδείξουν στους Αιγύπτιους μια σκληρή πολιτική απέναντι στο νησί η οποία εκδηλώνεται με την κατάργηση , όπως προαναφέραμε, των κοινοτικών προνομίων αλλά και την επιβολή νέων δυσβάστακτων φόρων. Την ένταση στις σχέσεις μεταξύ Αιγυπτίων και Θάσου ενίσχυσε και η αλόγιστη εκμετάλλευση των δασών του νησιού η οποία κορυφώθηκε όταν η αιγυπτιακή κυβέρνηση επιχείρησε να παραχωρήσει στη εταιρεία του Ψιακή την εκμετάλλευση μεγάλης ποσότητας ξυλείας. Δημιουργήθηκε μεγάλη ένταση μεταξύ των κατοίκων οι οποίοι χωρίστηκαν σε δύο παρατάξεις: μία φιλοαιγυπτιακή και μία φιλοτουρκική η οποία επιθυμούσε την επιστροφή στην πλήρη κυριαρχία της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Όταν η αιγυπτιακή κυβέρνηση επέβαλε φόρο για τα ερίφια ζητώντας τη σταδιακή εξόντωσή τους οι κάτοικοι του νησιού εξεγείρονται. Πραγματοποιείται μεγάλη συγκέντρωση στο Θεολόγο όπου παρεμβαίνουν οι αιγυπτιακές αρχές βίαια με αποτέλεσμα των θάνατο δύο κατοίκων. Η γενική  συνέλευση των κατοίκων απευθύνεται στις τουρκικές αρχές στην Καβάλα και ζητά την επαναφορά της Θάσου στην τουρκική διοίκηση . Οι Τούρκοι βρίσκουν αφορμή και τον Απρίλιο του 1902 με την πρόφαση της αποκαταστάσεως της τάξης ανακαταλαμβάνουν το νησί και ορίζουν τούρκο υποδιοικητή χωρίς να καταλύσουν επίσημα την από αιώνος τουρκοαιγυπτιακή συγκυριαρχία.  Η αλήθεια είναι βέβαια ότι η αντίδραση αυτή των κατοίκων είχε ως σκοπό σε συνεννόηση με τον Έλληνα πρόξενο να φύγουν από την αιγυπτιακή κυριαρχία και να περάσουν στην τουρκική για να μην αποκλειστεί η Θάσος από τον ελληνικό κορμό σε περίπτωση ένταξης της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος. Η κατάσταση βέβαια δεν βελτιώθηκε εφόσον η τουρκική κυβέρνηση επέβαλε νέους φόρους και εφάρμοσε θεσμούς που ίσχυαν στην υπόλοιπη αυτοκρατορία όπως αυτός της υποχρεωτικής στράτευσης των υπηκόων. Το καθεστώς αυτό ίσχυσε μέχρι την κατάληψη του νησιού από τον ελληνικό στόλο στις 18-10-1912. Τότε ξεκινά μία νέα περίοδος έως την ομαλή ένταξη του νησιού και των Νέων Χωρών στο ελληνικό κράτος.
 Η ΑΣΚΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΣΤΗ ΘΑΣΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΑΙΓΥΠΤΙΑΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑΡΧΙΑ
Η Θάσος αποτελούσε για την Αίγυπτο μια απομακρυσμένη κτήση και γι αυτό το λόγο η εξουσία των αρχών δεν γινόταν ιδιαίτερα αισθητή στους κατοίκους της. Ο Μεχμέτ Αλή ενδιαφερόταν μόνο για την εύρυθμη λειτουργία του φοροεισπρακτικού συστήματος και για την αποστολή ναυπηγήσιμης ξυλείας που υπήρχε άφθονη στο νησί. Έτσι την διοίκηση την ανέθετε συχνά σε ανίκανους και βάναυσους μπέηδες της Καβάλας τους οποίους αντιπροσώπευε στο νησί ένας από τους ανθρώπους τους και αυτός ήταν ο διοικητής του. Μαζί με αυτόν ασκούσαν την εξουσία και κάποιοι άλλοι διοικητικό υπάλληλοι: ο γραμματέας της ελληνικής αλληλογραφίας, ο γραμματέας της τουρκικής αλληλογραφίας, ο αρχιγραμματέας, ο λογιστής και ο ταμίας. Αργότερα προστέθηκαν και δύο ακόμα υπάλληλοι, ο γραμματέας της αραβικής αλληλογραφίας και πρωτοκολλητής. Όλοι αυτοί δεν έμεναν στο νησί αλλά το επισκέπτονταν περιστασιακά, ήταν υπάλληλοι του αιγυπτιακού κράτους, από εκεί διορίζονταν και από εκεί πληρώνονταν. Τα πρώτα χρόνια –μέχρι το 1818- μαρτυρείται και η ύπαρξη ενός καδή Τούρκου ο οποίος ήταν ο μοναδικός εκπρόσωπος της τουρκικής εξουσίας στο νησί. Πρέπει να εκδιώχθηκε το 1821 και δεν ξαναγύρισε έκτοτε.
Σε κάθε κοινότητα τον διοικητή εκπροσώπευε ο σούμπασης , ένα είδος χωροφύλακα που χρηματοδοτούνταν από την κοινότητα.(ή από τα εισοδήματα του βακουφιού). Ήταν τούρκος ή Αλβανός και προϋπόθεση ήταν ότι έπρεπε να γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Εκτός από τον σούμπαση υπήρχαν στο νησί και οι άντρες της φρουράς. Το 1867 ο αριθμός τους έφτανε τους 30.
Παράλληλα με την αιγυπτιακή διοίκηση λειτουργούν και οι ελληνικές αρχές διαμορφωμένες οι περισσότερες από αιώνες και άλλες δημιουργήματα των σύγχρονων αναγκών και συνθηκών. Η κοινότητα κάθε χωριού αποτελεί τον πυρήνα της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης κάθε τόπου. Ανώτερος άρχοντας είναι ο τσορμπατζής ή προεστός. Ρόλος του είναι  να υπερασπίζει τα δικαιώματα των συγχωριανών του απέναντι στις αρχές αλλά και τη συλλογή φόρων. Την είσπραξη των φόρων την αναθέτει σ’ έναν υπάλληλο κοινοτικό, τον γέροντα ή κοτζάμπαση. Μαζί με τον προεστό υπάρχει και η δημογεροντία η οποία αποτελείται από πέντε συνήθως μέλη (ανάλογα με τον πληθυσμό της κάθε κοινότητας). Η προεστοδημογεροντία εκλεγόταν δια βοής από το λαό και η θητεία της ήταν ενιαύσια και τιμητική. Μόνο ο προεστός έπαιρνε προμήθεια από τους εμπόρους των δασικών προϊόντα. Τα βασικά προσόντα για την εκλογή τους ήταν η αρχοντική καταγωγή, το ήθος και η ικανότητά τους.
Η προεστοδημογεροντία ασκούσε διοικητική και δικαστική εξουσία. Ήταν υπεύθυνοι για τη φύλαξη των κτημάτων, για την τάξη, για την εφαρμογή των ιδιαίτερων κανονισμών, των συμφωνητικών, την τιμωρία των παραβατών και γενικά για την αντιμετώπιση των αναγκών της κοινότητας. Ήταν ακόμα υπεύθυνη για θέματα εκπαίδευσης: προσλήψεις δασκάλων, μισθοδοσία τους, εξεύρεση πόρων για τη λειτουργία των σχολείων, διαχείριση των φόρων που προορίζονταν για την παιδεία κ.λ.π. Επίσης, δίκαζαν τις πταισματικές και μικρές πολιτικές υποθέσεις ανέκκλητα. Το έργο τους βοηθούσαν κοινοτικοί υπάλληλοι, όπως ο «γέροντας» που προαναφέρθηκε, οι μπεχτσήδες ή δραγάτες (αγροφύλακες). Ανώτερος όλων των προεστών ήταν ο Μπας Τσορμπατζή ή ο «πρόεδρος», ο Έλληνας άρχοντας του νησιού ο οποίος έπρεπε να είναι αυτόχθων.  Προτεινόταν από τους προεστούς του νησιού και εκλεγόταν σε σύσκεψή τους παρουσία του Μητροπολίτη. Την εκλογή την επικύρωνε και ο διοικητής της Θάσου. Από το 1874 οι αιγυπτιακές αρχές κατήργησαν το αξίωμα του Προέδρου. Το βασικό όργανο των ελληνικών αρχών της Θάσου ήταν η γενική της συνέλευση, ένα είδος συμβουλίου,  η οποία συγκαλούνταν μία φορά το χρόνο και οι εργασίες της διαρκούσαν περίπου ένα μήνα. Στο τέλος των εργασιών συντασσόταν ένα πρακτικό μέσω του οποίου υποβάλλονταν οι παρακλήσεις των κατοίκων προς τον Αιγύπτιο διοικητή.
Εκκλησιαστικά η Θάσος υπαγόταν από το 1646 μαζί με τη Σαμοθράκη στην Επισκοπή Μαρώνειας. Ο Μητροπολίτης έφερε τον τίτλο του «υπερτίμου και εξάρχου Ροδόπης « και είχε την έδρα του στην Κομοτηνή (Γκιουμουρτζίνα). Επισκεπτόταν τη Θάσο μια φορά το χρόνο συνήθως κατά τους θερινούς μήνες για τη ρύθμιση εκκλησιαστικών και εκπαιδευτικών ζητημάτων καθώς και για την τήρηση των πρακτικών μια και οι ιερείς του νησιού ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία αγράμματοι. Εκπροσωπούνταν όμως από τον « αρχιερατικό επίτροπο» που διέμενε στο νησί και εκπροσωπούσε το Μητροπολίτη όπου παρίστατο άμεση ανάγκη.
ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ (ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ), ΤΑ ΧΩΡΙΑ, Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΘΑΣΟΥ
Πληροφορίες για το νησί της Θάσου για τα χρόνια του Μεχμέτ Αλή έχουμε κυρίως από δύο περιηγητές, τον αυστριακό Prokesch von Osten και από τον διδάκτορα της ιατρικής A. Grisebach καθώς και από ένα χειρόγραφο ημερολόγιο του άγνωστου προεστού του Καζαβητίου. Ο Prokesch von Osten ο οποίος επισκέφτηκε το νησί στα 1828 αναφέρει ανάμεσα σε άλλα ότι τα κύρια προιόντα εξαγωγής ήταν το λάδι, το κερί, το μέλι, η πίσσα και η ξυλεία. Υπήρχε επίσης άφθονη κτηνοτροφία.
Ο A. Grisebach στα 1839 αναφέρει ότι η Θάσος έχει 12 χωριά, προφανώς μέσα σε αυτά περιλαμβάνει και το Λιμένα και τις Καλύβες Καζαβητίου όπου λίγα χρόνια πριν το 1835 εγκαινιάστηκαν οι ναοί του Αγίου Νικολάου. Πρωτεύoυσα του νησιού μεταξύ του 1838-1840 γίνεται η Παναγιά ενώ μέχρι τότε ήταν ο Θεολόγος. Την επιλογή της Παναγίας ως νέα πρωτεύουσα την ανέδειξαν κυρίως λόγοι γεωγραφικοί: η θέση της απέναντι από την ηπειρωτική ακτή, η μικρή απόσταση από αυτήν και το καλό λιμάνι της, ο Λιμένας. Αρκετά χρόνια πριν ο ναύαρχος του ελληνικού στόλου Ανδρέας Μιαούλης είχε καταφέρει σημαντικό πλήγμα στους Θεσσαλομακεδόνες πειρατές του Αιγαίου περιορίζοντας τη δράση τους. Έτσι εμφανίζεται μια «εξωστρέφεια» των κατοίκων των νησιών και των παραθαλάσσιων περιοχών. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Έλληνα προξενικού πράκτορα στα 1858 εννέα χρόνια μετά το θάνατο του Μεχμέτ Αλή και την εποχή του φωτισμένου διαδόχου του Σαίδ οι κάτοικοι της Θάσου ήταν 10.000 περίπου αποκλειστικά ελληνόφωνοι και χριστιανοί ορθόδοξοι. Η αύξηση του πληθυσμού είναι πενταπλάσια σε σχέση με  τα τέλη του 18ου αιώνα οπότε –σύμφωνα με τον Cousinery- μαρτυρούνται περίπου 2.500 χιλιάδες κάτοικοι σε ολόκληρο το νησί. Παρουσιάζεται μετά την επανάσταση του 1821 όταν πολλοί Έλληνες από άλλες επαναστατημένες περιοχές, κυρίως από τη Μακεδονία, τη Θράκη και την Ήπειρο κατέφυγαν στη Θάσο για να αποφύγουν τις διώξεις των Τούρκων. Στις διάφορες απογραφές ο αριθμός των κατοίκων παρουσιάζει αυξομοιώσεις. Πάντως από το 1870 έως το 1912 κατοικούσαν στο νησί 10.000-15.000 «αμιγέστατοι Έλληνες και ορθόδοξοι το θρήσκευμα». Έμεναν στα χωριά: Παναγία, Ποταμιά, Θεολόγος (Τολός), Κάστρο (Γενίσαρ), Κακή Ράχη, Μαριές, Σωτήρος, Καζαβήτι, Βουργάρω και Αγ. Γεώργιος. Η πρωτεύουσα Παναγία είχε την εποχή αυτή(μέσα 19ου αιώνα ) 600 περίπου σπίτια. Στο επίνειο της Παναγίας, το Λιμένα υπήρχαν την εποχή αυτή 6-7 σπίτια με ισόγεια καταστήματα και καφενεία.
Ο Perrot στα μέσα του αιώνα δίνει πληροφορίες για τους κατοίκους, τα σπίτια και τις καλλιέργειες κυρίως του λαδιού που ήταν και η πιο σημαντική. Τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα ήταν το λάδι, το κερί, το μέλι, η ξυλεία και η πίσσα. Τα δημητριακά που παρήγαγαν επαρκούσαν μόνο για τρεις μήνες, έτσι αναγκάζονταν να εισάγουν απ’ έξω για την κάλυψη των αναγκών.
Ανεκτίμητη και ανεξάντλητη πηγή πλούτου για το νησί ήταν τα δάση. Τα δάση της Θάσου ήταν κοινοτικά. Ήταν διαιρεμένα σε τόσες δασικές περιφέρειες όσες και οι κοινότητες. Οι κάτοικοι είχαν δικαίωμα να ξυλεύονται μόνο από τη δασική έκταση που ανήκε στην κοινότητά τους. Οι χοντροί κορμοί των δέντρων θεωρούνταν ιδιοκτησία της αιγυπτιακής κυβέρνησης. Κάποιες φορές όμως, όταν είχαν ανάγκη από χρήματα, ο διοικητής τους έδινε την άδεια να κόβουν τους μεγάλους κορμούς των δέντρων και να τους πουλούν ως ναυπηγήσιμη ξυλεία για λογαριασμό τους πληρώνοντας ως φόρο το 1/10 της τιμής τους. Την εποχή του Σαίδ τα δάση ήταν σε κακή κατάσταση τόσο επειδή η εκμετάλλευσή τους δεν οργανώθηκε ποτέ συστηματικά όσο και επειδή οι κάτοικοι έβοσκαν ελεύθερα τα ζώα τους που κατέστρεφαν κυρίως τα τρυφερά βλαστάρια.
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΙΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ
Τους πρώτους αιώνες της τουρκικής κατάκτησης οι υπόδουλοι κατάφεραν με τη βοήθεια της εκκλησίας να κρατήσουν άσβεστες κάποιες μικρές εστίες στοιχειώδους εκπαίδευσης. Τα παιδιά διδάσκονταν γράμματα διαβάζοντας την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και άλλα εκκλησιαστικά κυρίως βιβλία.  
Το 18ο αιώνα οι συνθήκες για τους υπόδουλους Έλληνες διαμορφώνονται διαφορετικά; Με τη συνθήκη του Πασάροβιτς (1718) μεταξύ της Αυστρίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ξεκινούν οι εμπορικές συναλλαγές της αυτοκρατορίας των Αψβούργων με την οθωμανική αυτοκρατορία. Δυτικομακεδόνες Έλληνες και Βλαχόφωνοι διεξήγαγαν με καραβάνια το διαμετακομιστικό εμπόριο ή μετανάστευαν στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων ιδρύοντας αποικίες (Τεργέστη, Σέμλιν, Βιέννη, Βουδαπέστη) ή εμπορικές κομπανίες στην Τρανσυλβανία (Σιμπίου, Μπράσοβ). Η σύνθηκη του Κιουτσούκ Καιναρτζή το 1774 ανάμεσα στη Ρωσία και την οθωμανική αυτοκρατορία (ελεύθερη διέλευση των ρωσικών πλοίων από τη Μαύρη Θάλασσα και τα Στενά, ελληνικά εμπορικά πλοία υπό ρωσική σημαία κ.λ.π.) αλλά και ο αποκλεισμός της Αγγλίας κατά τη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων)ευνόησε ακόμα περισσότερο την ανάδυση μιας ελληνικής αστικής τάξης καθώς το διαμετακομιστικό εμπόριο περιήλθε στα χέρια των Ελλήνων.
Η παρουσία Ελλήνων στο εξωτερικό τους έδωσε τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με τις πνευματικές κατακτήσεις που πραγματοποιούνται στην Ευρώπη και ιδιαίτερα με το κίνημα του Γαλλικού Διαφωτισμού μέσω του οποίου προβάλλεται έντονα η έννοια του έθνους ως πολιτική υπόσταση και η αρχή των εθνοτήτων; Κάθε έθνος δικαιούται κρατικής υπόστασης. Η αντίληψη αυτή υπήρξε καταλυτική για την εθνική αφύπνισή τους. Όλοι αυτοί οι έμποροι και αστοί αλλά και οι διανοούμενοι αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα της παιδείας για το λαό και επιδίδονται μέσα από γενναίες δωρεές στην ίδρυση διδακτηρίων στον τόπο καταγωγής τους. (Ι. Τραμπάντζης-Τραμπάντζειο Γυμνάσιο Σιατίστης, Γρ. Μαρασλής- Μαράσλειον Ελληνικόν και Πρακτικόν εμπορικόν Λύκειον, Ι. Παπάφης-Παπάφειο Ορφανοτροφείο κ.α.)
Οι αυξανόμενοι εθνικοί ανταγωνισμοί ανάμεσα στις διάφορες εθνότητες που ζούσαν στη Μακεδονία πυροδοτήθηκαν από τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της οθωμανικής αυτοκρατορίας με το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου το 1856 και την έκδοση του σουλτανικού διατάγματος Χάττι-Χουμαγιούν. Σύμφωνα με αυτό επαναλαμβάνονταν οι διακηρύξεις της αυτοκρατορίας για ισονομία και ισοπολιτεία όλων των υπηκόων της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως θρησκεύματος, οι εγγυήσεις για την τιμή και την περιουσία τους ενώ επιτράπηκε η είσοδος των μη Μουσουλμάνων σε δημόσιες υπηρεσίες. Συγχρόνως, πάρθηκαν εκσυγχρονιστικά μέτρα που αφορούσαν τη διοίκηση, το στρατό, την παιδεία, ευνοήθηκε η ίδρυση σχολείων. Σκοπός όλων αυτών των μέτρων ήταν η εξασφάλιση της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η διατήρηση της νομιμοφροσύνης των υπηκόων έναντι του Σουλτάνου και η απονεύρωση του αλυτρωτισμού και εθνικισμού των υποδούλων.
Παρ’ όλ’ αυτά, η υπερχρέωση της αυτοκρατορίας για την επίτευξη των μεταρρυθμίσεων οδήγησε σε δυσαρέσκεια τους αστούς υπηκόους της οι οποίοι είτε στράφηκαν –όπως στην περίπτωση των Ελλήνων- προς το εθνικό τους κράτος ή -όπως στην περίπτωση των Βουλγάρων – στη δημιουργία εθνικού κράτους. Ήδη με την προτροπή της Ρωσίας και την πανσλαβιστική ιδεολογία που προέβαλε οι Βούλγαροι είχαν αρχίσει να αναπτύσσουν έντονη εθνικιστική δράση· το 1871 αποσχίστηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο δημιουργώντας τη Βουλγαρική εξαρχία. Μέσα στις πρωταρχικές διεκδικήσεις των Βουλγάρων ήταν και περιοχή της Μείζονος Μακεδονίας. Όλες αυτές οι διεκδικήσεις εκδηλώθηκαν σε έναν ανελέητο εκπαιδευτικό ανταγωνισμό που εκδηλώθηκε με την ίδρυση μεγάλου αριθμού σχολείων και την επάνδρωσή τους με ειδικευμένο προσωπικό.
Το ελληνικό κράτος κινήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Μεγάλο ρόλο έπαιξε η ίδρυση του «Συλλόγου προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων» ο οποίος ενίσχυε οικονομικά τα ελληνικά σχολεία, φρόντιζε για το διορισμό σε αυτά ντόπιων εκπαιδευτικών με πατριωτικό ζήλο και προχώρησε στην ίδρυση σχολείων μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι πληθυσμοί ήταν μεικτοί και όχι όπως στη Θάσο όπου το ελληνορθόδοξο στοιχείο ήταν αμιγές.  Μαζί με τις πρωτοβουλίες του ελληνικού κράτους και η ελληνική αστική τάξη, κυρίως οι αστοί, όπως προαναφέρθηκε, που προέρχονταν από τις υπόδουλες περιοχές, φρόντισαν με μεγάλο ζήλο για τη διάδοση της παιδείας με σκοπό την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης. Έτσι ιδρύουν στις περιοχές αυτές σωματεία  γνωστά ως «εκπαιδευτικοί σύλλογοι».
Ο πρώτος που ιδρύθηκε ήταν ο «Εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος» το 1861. Μέχρι το 1910 λειτουργούσαν στη Μακεδονία 57 φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι από τους οποίους οι 40 δρούσαν στο Βιλαέτι της Θεσσαλονίκης.[1]
Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗ ΘΑΣΟ ΤΟ 19Ο ΑΙΩΝΑ
Παρά το προνομιακό καθεστώς που υπήρχε στη Θάσο μετά το 1813 με τους ελαφριούς φόρους και την αναπτυγμένη τοπική αυτοδιοίκηση με τις τοπικές αρχές και τα συμβούλιά της η Θάσος παρουσιάζει μια καθυστέρηση σε ό, τι αφορά τα εκπαιδευτικά πράγματα σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις περιοχών στις οποίες η οικονομική άνθιση και τα προνομιακά καθεστώτα συνοδεύτηκαν από παράλληλη άνθιση της παιδείας και του πολιτισμού και απέκτησαν από πολύ νωρίς φημισμένες σχολές και δασκάλους.
Ιδιαίτεροι λόγοι μπορούν να αιτιολογήσουν αυτήν την καθυστέρηση και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των Θάσιων: Ο φόβος των πειρατών και η επακόλουθη περιχαράκωσή τους στους ορεινούς τους οικισμούς καθιστούσαν πολύ δύσκολη τη συνεχή επαφή με την υπόλοιπη Μακεδονία με αποτέλεσμα να μην μπορούν να παρακολουθούν τις εξελίξεις στην παιδεία από κοντά. Αλλά και η αδιαφορία της αιγυπτιακής διοίκησης η ανυπαρξία μορφωμένων ανθρώπων και οι τοπικές διενέξεις και οι μικροκομματικές έριδες ήταν οι βασικοί λόγοι της πνευματικής καθυστέρησης του τόπου[2].
 Οργανωμένη εκπαίδευση θα μπορούσαμε να πούμε ότι συναντάμε στο νησί μετά το 1870 ενώ μια πρώτη μνεία για οργανωμένο σχολείο φαίνεται να γίνεται μόλις το 1850 με την ίδρυση της ελληνικής σχολής. Παρ’ όλ΄αυτά, υπάρχουν πολλά στοιχεία  που αποδεικνύουν ότι πολλοί θασίτες γνώριζαν γράμματα τα οποία είχαν μάθει σε σχολεία του νησιού πριν από το 1850.  Αρχικά ένα πλήθος εγγράφων: οι ιδιόχειρες διαθήκες, των Θασίων, οι εμπορικές σημειώσεις τους, η αλληλογραφία τους οι υπογραφές των συμβαλλομένων στα ιδιωτικά πωλητήρια έγγραφα. Έπειτα οι προφορικές μαρτυρίες, όπως αυτή του Αναστάσιου Γιαξή (1877-1964) ότι ο παππούς του Δημήτριος Χ’’Γιαξής είχε φοιτήσει στο σχολείο της Παναγίας.  Ο Δημήτριος Χ΄΄Γιαξής υιοθετήθηκε από τον προεστό Χ’’Γιαξή Μεταξά το 1815 και εγκαταστάθηκε στο Θεολόγο. Επομένως , η φοίτησή του έγινε πριν από αυτήν τη χρονολογία. Μια άλλη μαρτυρία που αφορά τον Αρχιμανδρίτη Καλλίνικο Σταματιάδη( )μας λέει ότι πριν το 1821 είχε φοιτήσει στο σχολείο του Καζαβητίου.
Σε μια ενθύμιση του 1765 που ήταν γραμμένη σε μηναίο της μονής του Μιχαήλ Αρχαγγέλου και που ανέγραφε: « εκοιμήθη ο δούλος του Θεού Αναστάσιος διδάσκαλος της Χώρας έτος 1765» γίνεται πρώτη φορά λόγος για την ύπαρξη δασκάλου στο νησί. Πιθανόν η Χώρα που αναφέρει να είναι ο Θεολόγος.
Στο χειρόγραφο ημερολόγιο του άγνωστου προεστού του Καζαβητίου έχουμε μια σημείωση που αναφέρεται στην πρόσληψη του δάσκαλου Μανώλη έναντι του ποσού των 500 γροσίων.  Επίσης σε πωλητήριο έγγραφο του 1823 αναφέρεται ως μάρτυρας ο δάσκαλος Παπαμόσκας.
Στη Θάσο λοιπόν πριν το 1850 λειτουργούσαν σχολεία. Τα σχολεία αυτά, όπως και στην υπόλοιπη Μακεδονία είναι υποτυπώδη και στεγάζονταν σε εκκλησιαστικά κτίσματα, σε υπερώα ναών ή σε μικρά κοινοτικά κτίσματα. Είναι γνωστά ως «κοινά» ή «γραμματοδιδασκαλεία» ή «ναρθηκοδιδασκαλεία». Τέτοια σχολεία ήταν:
 Στο Μεγάλο Καζαβήτι λειτουργούσε σχολείο σε εκκλησιαστικό κτίσμα που βρίσκεται στη ΝΔ άκρη του προαύλιου της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων. Το  κτίσμα ήταν διώροφο και ο επάνω όροφος πρέπει να ήταν νεώτερη προσθήκη. Το σχολείο πρέπει να λειτούργησε και τα πρώτα χρόνια μετά την Κατοχή σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων του Πρίνου παράλληλα με το νεόχτιστο σχολείο του Κάτω Πρίνου. Στο παλιό σχολείο του Καζαβητίου φοιτούσαν οι μαθητές από Σεπτέμβρη μέχρι Νοέμβρη οπότε και μεταφέρονταν με όλο τον εξοπλισμό στο καινούριο μισοτελειωμένο κτίριο ή οι λίγο μεγαλύτεροι σε ηλικία σε κτίσμα που βρισκόταν εκεί που στεγάζεται σήμερα το κοινοτικό κατάστημα Πρίνου.  Αυτό γινόταν κατά τη διάρκεια του ελιομαζώματος που κρατούσε μέχρι το Μάιο. Μετά ανέβαιναν πάλι στο επάνω σχολείο.
 Και στο Μικρό Καζαβήτι λειτουργούσε σχολείο στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου έως το 1945-46 σύμφωνα πάλι με μαρτυρίες κατοίκων του Πρίνου.
Στις Μαριές, στο προαύλιο της εκκλησίας των Ταξιαρχών υπήρξε εκκλησιαστικό κτίσμα το οποίο λειτουργούσε ως σχολείο  προ του 1850. Η χρονολογία κτίσης του πρέπει να μην απέχει πολύ από το 1803 που είναι το έτος ανέγερσης του Ι. Ναού των Ταξιαρχών. Το 1877 για να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες χτίστηκε νέο σχολείο δίπλα στο παλιό το οποίο κατεδαφίστηκε  και στη θέση του ανεγέρθηκε μετά το 1965 το σημερινό σχολείο Δημοτικό σχολείο των Μαριών.
Στον ορεινό οικισμό Κάστρο λειτουργούσε σχολείο στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγ. Αθανασίου. Το σχολείο ήταν μετακινούμενο. Όταν κατέβαιναν οι κάτοικοι στη Μέση (Καλύβια) τα μαθήματα γίνονταν στο γυναικωνίτη του Αγ. Γεωργίου.
Στο Θεολόγο το σχολείο βρισκόταν στο προαύλιο της εκκλησίας της Αγ. Παρασκευής. (Γκρεμίστηκε το 1908 επειδή ήταν σε άθλια κατάσταση).
Επομένως το πρώτο μισό του 19ου αιώνα οι εκπαιδευτικές ανάγκες καλύπτονταν από εκκλησιαστικά κτίσματα, ενοικιαζόμενους χώρους υπερώα εκκλησιών[3].
Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗ ΘΑΣΟ ΜΕΤΑ ΤΟ 1850.
Ο Γάλλος αρχαιολόγος Perrot που επισκέφτηκε τη Θάσο στα μέσα του 19ου αιώνα σχολιάζει ότι το πνευματικό επίπεδο των κατοίκων της ήταν πολύ χαμηλό. Αναφέρει ότι λειτουργούσαν στο νησί τρία αλληλοδιδακτικά σχολεία  στην Παναγία, στο Θεολόγο και το Καζαβήτι, όμως τα σχολεία αυτά δεν λειτουργούσαν ούτε καλά ούτε τακτικά. Πάντως την ίδια περίοδο πρέπει να λειτουργούσαν και σε άλλα χωριά σχολεία[4].
Η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια για οργανωμένο διδακτήριο έγινε στη Θάσο το 1850.  Πρόκειται για την «ελληνική σχολή»[5] την οποία αναφέρει σε επιστολή του της 15-7-1850 ο Δημήτριος Χατζηγιαξής. Την επιστολή την απευθύνει στο θείο του Αρχιμανδρίτη Καλλίνικο Σταματιάδη από τον οποίο ζητά να έρθει από το Μόναχο όπου υπηρετούσε ως ιερέας για να διδάξει εκεί. Ο τόπος ανέγερσης του κτιρίου δεν αναφέρεται ρητά. Λόγω της καταγωγής του Δημήτριου Χατζηγιαξή από το Θεολόγο ο Απ. Βακαλόπουλος θεώρησε ότι  σχολείο έγινε εκεί. Νεότερες όμως έρευνες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Παναγία ήταν ο τόπος λειτουργίας του[6]. Ο τύπος του σχολείου μας μαρτυρείται από έναν κατάλογο συνδρομητών του 1858. Εκεί ανάμεσα σε άλλα αναφέρεται και το όνομα του αλληλοδιδάσκαλου Γεώργιου Δασκαλόπουλου[7]
            Αργότερα , το 1870 ο Γερμανός Loher, που επισκέπτεται το νησί αναφέρει ότι στη Θάσο λειτουργούσαν τέσσερα σχολεία αλληλοδιδακτικά: στην Παναγία, στο Καζαβήτι, στην Κακή Ράχη  και στο Θεολόγο. Μια διαφορετική εικόνα μεταφέρει ο γιατρός Μελλίρυτος στο βιβλίο του[8] αναφέρει χωρίς άλλες πληροφορίες ότι υπήρχαν σχολεία σε όλα τα χωριά της Θάσου. Την ίδια εποχή ο ανταποκριτής της Λιαρίγκοβης (Αρναία) Χαλκιδικής στην εφημερίδα «Νεολόγος» της Κωνσταντινούπολης σε άρθρο που δημοσιεύει αναφέρει τα σχολεία της Παναγίας, Θεολόγου ,Κακή Ράχης και Καζαβητίου  εκφράζοντας την ευχή να ακολουθήσουν και τα άλλα χωριά της νήσου το παράδειγμά τους.
Μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη της παιδείας και στην κινητοποίηση των κατοίκων προς αυτή την κατεύθυνση διαδραμάτισε η ίδρυση της Αδελφότητος «Φοίνιξ» στην Παναγία.
           
 ΟΙ ΦΙΛΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ ΣΤΗ ΘΑΣΟ
Ο Φιλεκπαιδευτικός σύλλογος Φοίνιξ ιδρύθηκε στο χωριό Παναγία το Νοέμβριο του  1873. Στο καταστατικό του συλλόγου που περιλαμβάνει 12 άρθρα ορίζεται ότι σκοπός του συλλόγου είναι η ηθική ανάπτυξη και η πρόοδος της δημοτικής εκπαίδευσης και για τα δύο φύλα. Η συνδρομή των μελών ορίζεται σε 3 γρόσια τον μήνα.  Το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από τον πρόεδρο και τέσσερα μέλη. Η θητεία όλων είναι εξάμηνη. Ως επέτειος ημέρα της Αδελφότητας ορίζεται η 21η Νοεμβρίου, Τα Εισόδια της Θεοτόκου. Ο Φοίνιξ φαίνεται ότι λειτούργησε έως το 1903. Στις κύριες επιδιώξεις του ήταν η ίδρυση κεντρικής σχολής στο νησί κάτι που δεν επιτεύχθηκε κυρίως -όπως θα αναφέρουμε διεξοδικότερα- λόγω των ανταγωνισμών και διενέξεων των κατοίκων. Πάντως είναι γεγονός ότι συνέβαλε σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη της εκπαίδευσης στο νησί και αποτέλεσε παράδειγμα για την ίδρυση και άλλων συλλόγων («Αρμονία» στις Μαριές, 1878, «Μεταμόρφωσις» στην Καλλιράχη, 1888, «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος» στο Θεολόγο, 1909, «Παλιγγενεσία» στις Μαριές, «Αγαθοεργός Αδελφότης» στο Βουργάρο, 1909[9]).
Στη δεκαετία λοιπόν του 1870 τα πράγματα παρουσιάζουν μεγάλη βελτίωση. Στα πρακτικά του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως του 1876 καταγράφεται ότι εκ της Παναγίας Θάσου η Αδελφότης ο Φοίνιξ ζητεί προσηκόντως την συνδρομήν  του Συλλόγου διότι επί της μικρας εκείνης νήσου η φιλομουσία των κατοίκων ίδρυσε πολλαχού εκπαιδευτήρια…» Και μας δίνει επιπλέον την πληροφορία ότι οι μαθητές στο νησί ανέρχονται σε 550. Επίσης, σχεδόν και τα δέκα χωριά έχουν αλληλοδιδακτικά σχολεία, ένα από αυτά έχει και ελληνικό, ενός άλλου το σχολείο έκλεισε εξαιτίας διχονοιών και ένα ακόμα έκλεισε λόγω έλλειψης πόρων.
Μετά το 1880 το ρεύμα φοίτησης των μαθητών αυξάνεται. Ο Έλληνας υποπρόξενος της Καβάλας, Αλέξιος Τσιμπουράκης αναφέρει ότι στη Θάσο κατά τα έτη 1883-1884 φοιτούν οι εξής μαθητές, μαθήτριες και νήπια: Στην Παναγία 164, στην Ποταμιά 54, στο Θεολόγο 108, στο Κάστρο 65, στις Μαριές 54, στην Κακηράχη 62, στο Σωτήρα 30, στο Παπάζ μαχαλά του Καζαβητίου 27, στην Τσιγγούρα Μαχαλά 62, στους δύο συνοικισμούς του Βουργάρω 53 και στο Λιμένα που είχε 120 κατοίκους δε φαίνεται να λειτουργούσε σχολείο σύνολο δηλαδή 679 μαθητές.
Τα τελευταία χρόνια της Τουρκοαιγυπτιακής συγκυριαρχίας τα πράγματα στην εκπαίδευση είναι αρκετά κρίσιμα. Οι κομματικές διαμάχες μεταξύ των κατοίκων του νησιού, η σταδιακή κατάργηση των προνομίων (το 1874 καταργήθηκε ο θεσμός του Προέδρου του νησιού), η επιβολή νέων φόρων αλλά και η είσπραξη των φόρων που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση των σχολικών αναγκών απευθείας από τους χωροφύλακες για λογαριασμό της αιγυπτιακής κυβέρνησης και όχι από την κοινότητα υποχρεώνουν τη Γενική Συνέλευση να ορίσει μια επιτροπή η οποία θα είχε ως έργο της την ανεύρεση οικονομικών πόρων για την εξασφάλιση της λειτουργίας των σχολείων.
Παρά τις οικονομικές και πολιτικές δυσκολίες , πάντως η επίδοση των μαθητών είναι καλή[10] και η λειτουργία των σχολείων συνεχίζεται: Σε έντυπο στατιστικό πίνακα όπου σημειώνονται τα σχολεία που λειτουργούσαν κατά το έτος 1894-95 στην περιφέρεια Καβάλας μαθαίνουμε ότι:  Στο Βουργάρο της Θάσου δίδαξε 1 δάσκαλος σε 75 μαθητές, στο Λιμένα 1 σε 30, στο Θεολόγο 3 σε 120, στο Κάστρο 1 σε 60, στην Κακηράχη 3 σε 130, στο Καζαβήτι 2 σε 170, στις Μαριές 1 σε 60, στο Σωτήρος 1 σε 40, στην Ποταμιά 1 σε 55 και στην Παναγία 3 σε 100.
Μετά τα αιματηρά γεγονότα(βλ. παραπάνω) που συνέβησαν στο νησί το 1902 η Θάσος περνά πάλι ουσιαστικά στην τουρκική κυριαρχία χωρίς να καταργηθεί τυπικά η συγκυριαρχία. Και αυτό το καθεστώς θα επικρατήσει μέχρι την απελευθέρωση του νησιού από τους Έλληνες. Ο νέος διοικητής του νησιού, Κιαζήμ Μπέης είναι δίκαιος και φιλοπρόοδος και προσπαθεί να πάρει μέτρα για την ευημερία και την πρόοδο του θασίτικου λαού[11]. Μέσα από ένα πρωτόκολλο εισαγόμενων εγγράφων το οποίο απευθύνεται στις μουχταροδημογεροντίες του Άνω και Κάτω Θεολόγου φαίνεται το ενδιαφέρον για την εφαρμογή των νόμων και τη λήψη φιλοπρόοδων μέτρων. Σε μια εγκύκλιό του προτρέπει τους δημογέροντες να κάνουν τις απαιτούμενες παρατηρήσεις στους γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο και να μην παραμελούν τη μόρφωσή τους. Σε ένα άλλο πάλι έγγραφο βάζει ως πρωταρχικό στόχο τη διατήρηση των εκπαιδευτικών καταστημάτων. Στα κρίσιμα χρόνια που ακολουθούν (Μακεδονικός αγώνας) μέσα από τα έγγραφα βλέπουμε τη διάθεση της τουρκικής διοίκησης να ασκήσει πλήρη έλεγχο στα εκπαιδευτικά πράγματα. Ζητούν λεπτομερή αναφορά των σχολείων, των μαθητών και των δασκάλων[12] που υπηρετούν σε αυτά. Σε μια άλλη εντολή καταργείται από τις τουρκικές αρχές η απευθείας είσπραξη από τη δημογεροντία του φόρου σφαγής που προοριζόταν για τα σχολεία και η είσπραξή του από τη Δημαρχία. Αξιοσημείωτο είναι και το μέτρο που αφορά την υποχρεωτική διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας στα σχολεία. Ελλείψει μάλιστα τουρκοδιδασκάλων ορίζεται να διδάσκει την Τουρκική ο αστυνόμος κάθε χωριού[13].
Μέσα από ένα έγγραφο[14] αντλούμε πληροφορίες για τα σχολεία της Θάσου αυτήν την περίοδο. Πρόκειται για μία χειρόγραφη έκθεση του διευθυντή των σχολείων Παναγίας Θάσου Αλ. Γεωργιάδη προς τον Βασίλειο Μυστακίδη, καθηγητή της Μεγάλης του Γένους Σχολής το οποίο συντάχτηκε στην Κωνσταντινούπολη και φέρει χρονολογία: 16 Αυγούστου 1906. Το έγγραφο επιγράφεται : «Χωρία, κάτοικοι, μαθηταί και διδάσκαλοι της νήσου». Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει:
1.Στο Κάστρο υπάρχουν 400 οικογένειες. Σχολή 5τακτος[15], μαθητές 95, μαθήτριες 25. Διευθυντής ο Ν. Χάσκας, βοηθός ο Αύγουστος Ιατρίδης, Νηπιαγωγός η Κλεάνθη Σουγιάννη.
2. Στο Κάστρον Λιμενάρια: Σχολή 5τακτος, μαθητές 55, μαθήτριες 35. Β. Παπαβασιλείου, Αριάδνη Σουγιάννη.
3. Στο Θεολόγο: Οικογένειες 600. Μαθητές 200, μαθήτριες 50. Διδάσκαλοι Γ. Ζαχαρόπουλος, Δ. Τσιας, Χ. Ζαρκάδης, Σπυρίδων Μαυρουδής, Χρυσάνθη Κων/νου.
4. Σωτήρος: Οικογένειες 250. Μαθητές 44, μαθήτριες 12, Στ. Αστερινόπουλος, Ελένη Δόνα.
5. Καλλιράχη: Οικογένειες 380. Σχολή 5τακτος, μαθητές 140, μαθήτριες 40, Θωμάς Ζάχος, Αύγουστος Οικονομίδης, Αικατερίνη Π. Χρυσοχόου.
7. Καζαβίτιον μέγα: 200 οικογ. 5τακτος μαθητές 50, μαθήτριες 40, Κ. Μπόσκου, Θεανώ Κρατσοβαλίδου
6. Καζαβίτιον μικρόν: Οικογ. 80, μαθητές 15.
7. Βουλγάρον μέγα: Οικογ. 150, μαθητές 35, μαθήτριες 5, Φραγκίσκος Ανθόπουλος.
8. Βουλγάρον μικρό:50 οικογ. Νήπια 25, Νηπιαγωγός Νία Κων/νου
10. Ποταμία. Οικογ. 250, μαθητές 90, μαθήτριες 10. Κ. Ιωαννίδης, Ν.Ι. Καρανικόλας.
11. Παναγία: Οικογ. 300, μαθητές 165 μαθήτριες 40. Διευθ. Αλ. Γεωργιάδης, διδ. Όμηρος Καράβης, Θεογνωσία Κιουλαχατζόγλου, Μαρία Χρυσάφη.
12.Λιμήν: Οικογ. 110, μαθητές 40 μαθήτριες 50.
 Όπως προκύπτει από αυτήν την έκθεση η αναλογία διδασκόντων και διδασκομένων είναι 1 προς 42 η οποία είναι αρκετά ικανοποιητική για τα δεδομένα της εποχής επίσης το ποσοστό των μαθητών σε σχέση με τον πληθυσμό είναι 10%. Το ποσοστό είναι συνηθισμένο για τα βιλαέτια της Μακεδονίας.
Παρά λοιπόν τα προβλήματα που υπάρχουν την τελευταία αυτή περίοδο της τουρκοκρατίας η εικόνα της εκπαίδευσης είναι ικανοποιητική και σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια έχει πραγματοποιηθεί πολύ μεγάλη πρόοδος.
Ο Μακεδονικός Αγώνας την εποχή αυτή βρίσκεται σε ένταση. Πολλά σχολεία της μακεδονικής υπαίθρου έχουν επανδρωθεί με δασκάλους μυημένους σε αυτόν. Με εντολή του Κέντρου Καβάλας τοποθετείται στην Καλλιράχη ο Πάνος Παρίσης που ανακλήθηκε αμέσως γιατί θεωρήθηκε ύποπτος από τις τουρκικές αρχές. Το ελληνικό προξενείο της Καβάλας διόρισε ακόμα ως δασκάλους στην Καλλιράχη το Νικόλαο Μερτζιανίδη και το φλογερό πατριώτη Ιωάννη Αντωνιάδη Κορωναίο. Η εθνική δράση των δασκάλων μετατρέπει σε φυτώρια εθνικά τα περισσότερα σχολεία[16].
Η Θάσος απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στόλο στις 18 Οκτωβρίου 1912. Οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην ομαλή ενσωμάτωση των κοινοτικών σχολείων των Νέων Χωρών στο εκπαιδευτικό σύστημα του ελληνικού κράτους. Ο Γ. Χαλκιάς διακρίνει τρεις φάσεις προς αυτήν την κατεύθυνση. Στην α΄ φάση από το 1912 έως το 1914 τη διαχείριση των σχολείων εξακολουθούν  να έχουν η σχολική εφορεία και η εκκλησία. Οι διαφορές επίσης στη δομή των δύο εκπαιδευτικών συστημάτων[17] κάνουν τον τότε υπουργό παιδείας να διατηρήσει σιωπηρά το υπάρχον σύστημα. Στη χρονική περίοδο από το 1914 έως το 1920 ο υπουργός παιδείας σε συνεργασία με τους διευθυντές των σχολείων, τους επιθεωρητές και τα εποπτικά και εκπαιδευτικά συμβούλια θα ασκούν την εκπαιδευτική πολιτική. Το εκπαιδευτικό συμβούλιο θα είναι υπεύθυνο για την αναβάθμιση ή κατάργηση των σχολείων της δημοτικής και της μέσης εκπαίδευσης. Η σχολική εφορεία α ντικαθίσταται από τη σχολική επιτροπή της οποίας ο ρόλος υποβαθμίζεται εφόσον της αφαιρείται η αρμοδιότητα πρόσληψης του εκπαιδευτικού προσωπικού. Στην γ΄ φάση ιδρύεται το Ταμείο Εκπαιδευτικής Πρόνοιας, καταργούνται οι σχολικές εφορείες που είχαν απομείνει και ενισχύεται ο ρόλος της σχολικής επιτροπής η οποία αποκτά μεγαλύτερη λαϊκή συμμετοχή.
 
ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΝ.
Οι τύποι των σχολείων που υπήρχαν στο ελεύθερο ελληνικό κράτος και στις υπόδουλες περιοχές ήταν: στη δημοτική εκπαίδευση:
Α) η Αστική Σχολή η οποία ήταν 6ετούς φοίτησης, αντίστοιχη με το σημερινό δημοτικό σχολείο.
Β)  το δημοτικό σχολείο που ήταν 4ετούς φοίτησης.
Το ελληνικόν σχολείο που ήταν 3ετούς φοίτησης αντιστοιχούσε στις δύο τελευταίες τάξεις του 6ετούς δημοτικού σχολείου και η τελευταία τάξη ήταν προπαρασκευαστική για το γυμνάσιο.
 Στις υπόδουλες περιοχές επικρατούσε στη Δημοτική εκπαίδευση ο τύπος του 6ετούς δημοτικού σχολείου που ονομαζόταν  η Αστική Σχολή.
Στη χρονική περίοδο 1894-1911 λειτουργούσαν οι εξής τύποι Αστικών σχολών: 7/τάξια πλήρης Αστική σχολή με 5 δασκάλους, 5/τάξια ή 6/τάξια Αστική σχολή με 3 δασκάλους, 4/τάξιο Δημοτικό σχολείο με 2-3 δασκάλους. Όταν όμως τα οικονομικά του σχολείου δεν το επέτρεπαν λειτουργούσαν και με λιγότερους δασκάλους. Από το 1912 οι τύποι σχολείων που λειτουργούν είναι η 6/τάξια Αστική Σχολή τύπου Α με 5 δασκάλους, η 6/τάξια Αστική Σχολή τύπου Β με 3 δασκάλους  και η 4/τάξια Αστική Σχολή τύπου Γ με 2 δασκάλους.[18]
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μέσω των οργάνων του [19]εξακολουθεί να είναι ο κύριος ρυθμιστής των εκπαιδευτικών ζητημάτων για τον υπόδουλο Ελληνισμό και μετά τις μεταρρυθμίσεις του 1856 (Χάττι- Χουμαγιούν) και το σύνταγμα του 1876. Οι κύριες αρμοδιότητες των οργάνων αυτών ήταν ο έλεγχος της καταλληλότητας των σχολικών εγχειριδίων, η εφαρμογή ενιαίας διδακτικής μεθόδου στα σχολεία, η έκδοση των αναλυτικών προγραμμάτων και η επιχορήγηση σχολείων της Μακεδονίας. Το ελληνικό κράτος προσπαθεί από το τέλος του 19ου αιώνα να παρέμβει στην εκπαίδευση των υπόδουλων πληθυσμών. Γι αυτό το σκοπό είχε συσταθεί –όπως αναφέραμε πιο πάνω- ο «Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» και από τις αρχές του 20ου αιώνα ο θεσμός του Γενικού Επιθεωρητή των σχολείων ο οποίος όμως δεν έτυχε θετικής αντιμετώπισης από το Πατριαρχείο. Ο προγραμματισμός των μαθημάτων γινόταν στην αρχή κάθε σχολικού έτους , δηλαδή στο πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου. Υπήρχε για το διδακτικό προσωπικό μία δυνατότητα επιλογής ως προς τη διδακτέα ύλη και τα σχολικά βιβλία που θα χρησιμοποιούσαν[20]. Αυτά ήταν τα δεδομένα για την επιλογή των μαθημάτων και των σχολικών εγχειριδίων στα σχολεία της Μακεδονίας και ειδικότερα της Θάσου.
Από παλιά τετράδια και σχολικά εγχειρίδια που εντοπίστηκαν στην Παναγία αντλούμε ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τα διδασκόμενα μαθήματα στα σχολεία του χωριού στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Στην Γ΄ και Δ΄ τάξη του Δημοτικού τα παιδιά διδάσκονταν την ελληνική Ιστορία, στην Ε΄ Τάξη τη ρωμαϊκή και στις ανώτερες τάξεις των Αστικών σχολών τη βυζαντινή Ιστορία του Θ. Κώτσιου. Στη Γεωγραφία οι μαθητές της Β΄ Τάξης διδάσκονταν Πατριδογραφία, της Γ΄ τάξης Μ. Ασία, της Δ΄ Τάξης Ευρωπαϊκή Τουρκία και Ελλάδα και της Ε΄ Τάξης παγκόσμια Γεωγραφία. Τα εγχειρίδια που χρησιμοποιούσαν για τη Γραμματική των Γ΄, Δ΄Ε΄και ΣΤ΄ Τάξεων ήταν η Ελληνική Γραμματική των Γ. Λογοθέτου, Γ. Σαμαρά, Μ. Ρόκου και Ε. Αντωνιάδου. Για την Αριθμητική οι «Αριθμητικές Ασκήσεις των Ν. Πράσινου και Μ. Ιακώβου.
Για τα γλωσσικά μαθήματα χρησιμοποιούσαν αναγνωστικά ενώ και στα τετράδια φαίνονται  των μαθητών είναι αντεγραμμένοι Μύθοι του Αισώπου,  τα αποφθέγματα του Πλούταρχου, το Ενύπνιο του Λουκιανού, οι χαρακτήρες του Θεόφραστου κ.λ.π. μεταφράσεις αρχαίων κειμένων και σχολιασμός καθώς και η πρώτη, δεύτερη, τρίτη κλίση και η ανώμαλη κλίση. Σε άλλα πάλι τετράδια είναι αντεγραμμένες σημειώσεις από γαλλικά, φιλοσοφία, ψυχολογία, μουσική κ.λ.π.  Τα τετράδια είναι εντυπωσιακά, με βυζαντινά σχέδια και διακόσμηση.
Εντύπωση προκαλεί ακόμα η ύπαρξη στα τετράδια ύμνων και ποιημάτων με πατριωτικό περιεχόμενο όπως « ο Τουρκομάχος Έλλην « κ.α. Ξεχωριστό ρόλο στην εκπαίδευση των μαθητών κατείχαν τα θρησκευτικά μαθήματα  όπως αποδεικνύουν η «Ιστορία της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης» αλλά και ηθικοπλαστικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης (Ελληνική Χρηστομάθεια).
Χαρακτηριστικό εγχειρίδιο είναι η επίτομη βιογραφική ιστορία των σουλτάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του Αβραάμ Βαπορίδη, γενικού επιθεωρητή των τυπογραφείων και εξελεγκτή των ελληνικών βιβλίων στο αυτοκρατορικό υπουργείο της δημοτικής εκπαίδευσης που εκδόθηκε στην Κων/πολη το 1885  και ένα τουρκικό αναγνωστάριο.
Τα μαθήματα που διδάσκονται τα παιδιά στο Δημοτικό-όπως προκύπτει από το βιβλίο ύλης της Αστικής Σχολής Κάστρου κατά τα έτη 1908-1909 είναι τα εξής:
Θρησκευτικά, Ηθικά διηγήματα,  Γλωσσικά-Ελληνικά, Αριθμητική, Ιστορία, Γεωγραφία, Γαλλικά, Τουρκικά, Γυμναστική, Ωδική, Πατριδογραφία[21], Πραγματογνωσία. Μεγαλύτερη βαρύτητα δίνεται στα γλωσσικά μαθήματα που διδάσκονται 8 ώρες τη βδομάδα και αξιοπρόσεκτο είναι ότι τα Τουρκικά διδάσκονται 4 ώρες την εβδομάδα. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που η Τουρκία παρεμβαίνει άμεσα στα εκπαιδευτικά ζητήματα και ο τουρκικός εθνικισμός έχει αφυπνιστεί[22]
Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τα παραπάνω είναι ενδιαφέροντα. Καταρχήν διαπιστώνουμε ότι το επίπεδο των γνώσεων που λάμβαναν οι μαθητές κατά τη φοίτησή τους τελειώνοντας το Δημοτικό σχολείο της εποχής  αντιστοιχούσε με τις γνώσεις του σημερινού μαθητή Λυκείου. Επίσης, διακρίνεται ο έντονος ηθικοπλαστικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης, αλλά και ο πατριωτικός ζήλος τον οποίο εμφυσούσαν οι δάσκαλοι στους μαθητές.  
Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΘΑΣΟ
Το 1850 όπως προαναφέραμε στη Θάσο, όχι εξακριβωμένα, αλλά πιθανότατα στην Παναγία έγινε προσπάθεια για τη λειτουργία «ελληνικής σχολής». Είναι πιθανό το σχολείο αυτό να μη λειτουργούσε κανονικά. Πάντως, σε αναφορά του Ελληνικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Κωνσταντινούπολης αναφέρεται ανάμεσα σε άλλα ότι σε ένα από τα χωριά της Θάσου λειτουργούν ένα αλληλοδιδακτικό και ένα ελληνικό σχολείο.
 Το  1863 γίνεται μια κίνηση από τους κατοίκους να ιδρυθεί μία κεντρική σχολή, ένα είδος γυμνασίου ή διδασκαλείου στη Θάσο. Η κίνηση αυτή είχε και την υποστήριξη του χεδίβη(πρίγκηπα) της Αιγύπτου Ισμαήλ πασά ο οποίος είχε προσφέρει για την ανέγερσή της το ποσό των 20.000 . Η σχολή πρέπει να λειτούργησε αλλά δεν είναι γνωστό για πόσο χρονικό διάστημα και πού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έδωσε το 1958 ένας 85χρονος Μαριώτης ο τόπος λειτουργίας της ήταν οι Μαριές. Πάντως το 1863 η σχολή λειτουργούσε πιθανόν προσωρινά σε κάποιο κτίσμα στις Μαριές, όπως φαίνεται από διαθήκη που συντάχτηκε εκείνη τη χρονιά στο Θεολόγο σύμφωνα με την οποία « ο Ιωάννης Μεταξάς χαρίζει εις το κεντρικόν σχολείον του νησιού εν ελαιόδενδρον καλόν και υπέργηρον…». Η λειτουργία όμως της σχολής δεν κράτησε πολύ. Όταν έμελλε να κτισθεί το νέο σχολείο οι κάτοικοι των άλλων χωριών ξεσηκώθηκαν και η ανέγερση της σχολής ματαιώθηκε.
Άλλες δύο φορές έγιναν προσπάθειες για την ίδρυση γυμνασίου στη Θάσο οι οποίες δεν απέδωσαν.
Έτσι οι ανάγκες των μαθητών για συνέχιση των σπουδών τους καλύπτονταν από τη φοίτησή τους στα γυμνάσια άλλων περιοχών: από επιστολή του ιατροφιλόσοφου Γ. Μ. Χρηστίδη προς το διευθυντή του ημιγυμνασίου Καβάλας (14-11-1879) μαθαίνουμε ότι 7 Θάσιοι μαθητές από τους οποίους οι 6 κατάγονται από την Παναγία και Ποταμιά και ο ένας από τις Μαριές θέλουν να εγγραφούν στο ημιγυμνάσιο. Τελικά οι μαθητές γίνονται δεκτοί. Την περίοδο 1879-1881 υπήρχαν και άλλοι μαθητές που φοιτούσαν σε γυμνάσια άλλων περιοχών[23]. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι στην Καβάλα μέχρι το τέλος της βουλγαρικής κατοχής  (1916) λειτουργούσε μόνο ημιγυμνάσιο. Έτσι έχουμε μαθητές οι οποίοι φοιτούν στις Σέρρες, στο γυμνάσιο της Σύρου, σε γυμνάσια της Θεσσαλονίκης, στο Τσοτύλι της Κοζάνης, στο Βαρβάκειο της Αθήνας, ακόμα και στη Μυτιλήνη. Σημαντικό ρόλο στη μόρφωση των Θάσιων μαθητών έπαιξε και η Αθωνιάδα σχολή του Αγίου Όρους.
Μετά τη λήξη της βουλγαρικής κατοχής της Καβάλας ιδρύθηκε το 1919 το πρώτο 6τάξιο γυμνάσιο στην πόλη. Όπως ήταν φυσικό με την ίδρυσή του αρχίζουν σε αυτό οι εγγραφές των πρώτων Θάσιων μαθητών. Αυτοί είναι ή καινούριοι μαθητές ή μαθητές που προέρχονται από μετεγγραφή από άλλα σχολεία. Ήδη στο Λιμένα είχε γίνει μία προσπάθεια για την ίδρυση γυμνασίου το οποίο όμως λειτούργησε μόνο κατά την περίοδο της γαλλικής κατοχής (1916-17). Κάποιοι μαθητές προέρχονται και από αυτό.
Ο αριθμός που φοίτησαν στο γυμνάσιο Καβάλας κατά την περίοδο 1919-1940 είναι συγκριτικά με το σύνολο μικρός. Τα πρώτα χρόνια προέρχεται κυρίως από το βόρειο και το νότιο τμήμα του νησιού και από τις ευπορότερες οικογένειες. Αργότερα εμφανίζονται μαθητές και από τα δυτικά αλλά και από λιγότερο ευπορες οικογένειες. Πάντως, η μικρή προσέλευση των μαθητών οφείλεται στην οικονομική ανέχεια των κατοίκων του νησιού αλλά και στην ίδρυση του ημιγυμνασίου Λιμεναρίων το 1922.
Η λειτουργία του ενιαίου δημοτικού σχολείου Κάστρου-Λιμεναρίων και ο μεγάλος αριθμός που συγκέντρωσε (υπερέβαιναν τους 300) δημιούργησε την προϋπόθεση για τη δημιουργία 6τάξιου γυμνασίου στα Λιμενάρια. Φιλοδοξία ήταν να προσελκύσει και μαθητές από άλλες περιοχές του νησιού. Ο σχεδιασμός προέβλεπε να λειτουργήσει αρχικά με λίγες τάξεις και στη συνέχεια να γίνει 6τάξιο. Τον πρώτο λοιπόν χρόνο της λειτουργίας του, τη σχολική χρονιά 1922-23 φοίτησαν 10 μαθητές στην Α΄ τάξη. Τη δεύτερη χρονιά και η Β΄ Τάξη με 5 μαθητές. Την Τρίτη χρονιά λειτουργούσαν και οι τρεις τάξεις με μικρή όμως προσέλευση μαθητών. Συνολικά μέχρι το έτος κατάργησης του σχολείου φοίτησαν σε αυτό 80 μαθητές που η πλειοψηφία τους  (60 μαθητές)προερχόταν από το Κάστρο, τα Λιμενάρια και τον προσφυγικό συνοικισμό. Τα μαθήματα γίνονταν σύμφωνα με τα λεγόμενα του Κ. Τζιάτα αλλά και επιστολή που έστειλε η κοινότητα Κάστρου το 1925 στη μονή Βατοπεδίου στο νεόδμητο κτίριο του δημοτικού σχολείου Λιμεναρίων. Όμως υπάρχουν και προφορικές μαρτυρίες που αναφέρουν ως χώρο στέγασης κάποιο κτίσμα στην Ευαγγελίστρια.
Οι καθηγητές της μέσης εκπαιδεύσεως που δίδαξαν στο γυμνάσιο ήταν αρχικά ο Παναγιώτης Μεταξάς, γεννημένος στην Περίσταση της Ανατολικής Θράκης ο οποίος είχε έρθει το 1922 ως πρόσφυγας σε ηλικία 54 χρόνων. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Κ. Τζιάτα για την αδυναμία του ηλικιωμένου καθηγητή να ελέγξει τους ζωηρούς μαθητές του.[24] Τον τρίτο χρόνο λειτουργίας του σχολείου έρχεται ως δεύτερος καθηγητής ο Μιχαήλ Νικολαΐδης από τη Σμύρνη, τέως διευθυντής της Ευαγγελικής Σχολής Φασουλά ο οποίος αναλαμβάνει και τη διεύθυνση .
Το ημιγυμνάσιο Θάσου έπαυσε να λειτουργεί το έτος 1929. Σε αυτό συντέλεσε ο μικρός αριθμός των μαθητών ο οποίος σύμφωνα με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929 ήταν απαγορευτικός για την ίδρυση 6τάξιου γυμνασίου.
Τα επόμενα χρόνια το κράτος δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία. Το 1958 ιδρύθηκαν δύο ιδιωτικά γυμνάσια: Στο Λιμένα από τον καθηγητή Λόβουλο και στα Λιμενάρια από τον καθηγητή Κυριακίδη. Τα γυμνάσια αυτά λειτούργησαν έως το 1965. Τότε το κράτος προχώρησε στην ίδρυση και λειτουργία γυμνασίων στο Λιμένα και στα Λιμενάρια. Τα σχολεία στεγάστηκαν αρχικά σε ιδιωτικά κτίρια και έπειτα σε νεόχτιστα διδακτήρια.
ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΩΝ
     1.      Πότε γεννηθήκατε και πού;
     2.       Πήγατε σχολείο; Το τελειώσατε; Αν όχι μέχρι ποια τάξη φοιτήσατε;
     3.      Ποια χρονολογία πήγατε σχολείο; Πότε αποφοιτήσατε ή πότε το διακόψατε;
     4.      Σε ποιο σχολείο φοιτήστε;
      5.      Υπάρχει σήμερα το κτίριο;
      6.      Τι είδος σχολείου ήταν; ( Μονοθέσιο,Τριθέσιο κ.λ.π. )
      7.      Πόσα παιδιά είχε κάθε αίθουσα;
      8.      Ποιος ήταν ο διευθυντής;
      9.      Ποια τα ονόματα των δασκάλων;
       10.  Τι μαθήματα διδασκόσαστε;
      11.  Πού γράφατε; Ποιες ώρες γίνονταν τα μαθήματα;
      12.  Ποια μαθήματα κάνατε; Ποιες ώρες ήσαστε στο σχολείο;
      13.  Είχατε ασκήσεις για το σπίτι;
       14.  Είχατε βιβλία; Πώς τα προμηθευόσαστε;
      15.  Φορούσατε στολές
      16.  Πώς ήταν οι δάσκαλοι; Αυστηροί, επιεικείς;
      17.  Πηγαίνατε εκδρομές; Πού;
      18.  Ποιες γιορτές και πώς τις γιορτάζατε;
      19.  Θυμάστε κάποιο περιστατικό από το σχολείο;
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΡΙΘΜ. 1
 Κα Παναγιώτα…(δεν ήθελε να αναφέρει επώνυμο)
Γεννήθηκα στην Καβάλα.
Πήγα σχολείο στο Μεγάλο Καζαβήτι το 1938.
Τελείωσα την 6η Δημοτικού. Το σχολείο βρισκόταν στην εκκλησία των Αγ. Αποστόλων.
Τα ονόματα των δασκάλων που θυμάμαι είναι: Τσανακλίδης, Θανάσης Πανάρετος, Πρινιώτης στην καταγωγή. Ο δάσκαλος ήταν και διευθυντής.
Το σχολείο ήταν 3θέσιο.: Η Α΄τάξη με τη Β΄, Η Γ΄με τη Δ΄και η Ε΄με την ΣΤ΄.
Η τάξη ήταν μικρή και γεμάτη παιδιά.
Από μαθήματα θυμάμαι την Ιστορία, τα Θρησκευτικά Γεωγραφία, Αριθμητική.
Πέρναμε βαθμούς από το 1-10.
Είχαμε μια πάνινη τσάντα και μέσα βάζαμε ένα βιβλιο, τετράδια, ένα πινακάκι που γράφαμε, μολύβι και σβήστρα.
Μας έβαζαν ασκήσεις για το σπίτι.
Πηγαίναμε 4 ώρες το πρωί και 2 το απόγευμα.
Θυμάμαι ότι το σχολείο μεταφερόταν στον Κάτω Πρίνο την εποχή του μαζέματος των ελιών.
Θυμάμαι ακόμα ότι είχαμε μια δασκάλα που την κοροϊδεύαμε Κα Θουτ επειδή δεν είχε δόντια και δεν μπορούσε να πει το Σίγμα. Μας είπαν κάποτε, όταν θα ερχόταν κάποιος επίσημος από την Καβάλα να φορέσουμε σκισμένα ρούχα για να μας δώσουν βοήθεια.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΡΙΘΜ. 2.
 Κα Λότσου Σωτηρία.
Γεννήθηκα στο Καζαβήτι το 1934.
Υπήρχαν 2 σχολεία: 1 στην Παραχώρα (Μικρό Καζαβήτι) και 1 στο Μεγάλο Καζαβήτι.
Από τον Οκτώβριο μέχρι το Νοέμβριο πήγαιναν σχολείο στο Καζαβήτι (στους Αγίους Αποστόλους), από τον Νοέμβριο έως το Μάρτιο στον Πρίνο. Το σχολείο του Πρίνου ήταν μισοφτιαγμένο. Είχε 4 αίθουσες. Η Ε΄ και η ΣΤ΄  τάξη έκαναν μάθημα στα γραφεία.
Δάσκαλος ήταν ο Πανάρετος. Θυμάται και το όνομα μιας δασκάλας: Αριάδνη. Υπήρχαν και οι Πρωτόσχολοι που ήταν μαθητές Γυμνασίου που επέβλεπαν την πρόοδο των μαθητών(;)
Το σχολείο το τελείωσε μετά την Κατοχή. «Πηδούσαν» τάξεις κάθε 6 μήνες. Την Ε΄ και την ΣΤ΄ τάξη τις έκαναν ολόκληρες.
Τα μαθήματα που έκαναν ήταν Καλλιγραφία, Ανθρωπολογία, Ζωολογία, Έκθεση, Θρησκευτικά, Αριθμητική, Ιστορία.
Δεν είχαν βιβλία. Αντέγραφαν από τον πίνακα.
Δεν φορούσαν ποδιές. Μόνο τα τελευταία χρόνια γιακά.
Είχαν μαζί τους τετράδια, μολύβι, Μελανοδοχείο, πένα που την έλεγαν «πάπια». Όλ’ αυτά τα κουβαλούσαν μέσα σε μια υφαντή τσάντα.
Σχολείο πήγαιναν πρωί-απόγευμα.
Κάθε πρωί έφερναν στο σχολείο ένα ξύλο για τη φωτιά.
Θυμάται ότι στη Β΄ τάξη πήγε ανθοδέσμη σε κάποιους Άγγλους αλλά ήταν ξυπόλητη και ντράπηκε πολύ.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΡΙΘΜ.3
 Κος Κώστας Παπακωνσταντίνου
Είμαι 83 ετών.
Γεννήθηκα στον Άνω Πρίνο (Καζαβήτι)
Πήγα σχολείο μέχρι την Ε΄τάξη. Ήμουν 6 ετών.
Το σχολείο ήταν στον Άνω Πρίνο, στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων.
Ονόματα δασκάλων: Κα Σοφία, Κος Αντιπάτης. Διευθυντής ήταν ο Τσανακλίδης. Ήταν από Καβάλα.
Το σχολείο ήταν 6θέσιο(;).Η κάθε τάξη είχε 20-25 παιδιά.
Από μαθήματα θυμάμαι: Γραμματική, Μαθηματικά, Ιστορία.
Στις μικρές τάξεις γράφαμε με κοντύλια και σε πλάκα. Στις μεγαλύτερες γράφαμε με πένα και σε τετράδια.
Ο δάσκαλος ήταν ήπιος και απαιτητικός. Ο Τσανακλίδης ήταν άγριος. Έδερνε με τη βέργα.
Σχολείο πηγαίναμε από το πρωί μέχρι το μεσημέρι και μετά το απόγευμα.
Κάναμε και εκδρομές στην ύπαιθρο
Στις γιορτές είχαμε εκκλησία. Γιορτάζαμε με τραγούδια.
Είχαμε αρκετό διάβασμα για το σπίτι και ασκήσεις.
Τα βιβλία τα αγοράζαμε από το σχολείο.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΡΙΘΜ. 4
Σταύρος Καραμανιώλας.
Γεννήθηκα το 1909.
Πήγα σχολείο το 1915. Έκανα μόνο τις 4 από τις 6 τάξεις. Σταμάτησα για να δουλέψω στα καπνομάγαζα. Το σχολείο δεν ήταν υποχρεωτικό γι αυτό το εγκατέλειπαν για να εργαστούν.
Πήγα σχολείο στο Καζαβήτι. Το κτίριο είναι σήμερα γκρεμισμένο.
Το σχολείο ήταν μετακινούμενο: Τον Οκτώβριο κατέβαινε στον Πρίνο όπου έμενε μέχρι το Πάσχα. Ήταν η περίοδος του ελιομαζώματος. Τα πράγματα τα κατεβαζαμε με τα γαιδούρια. Με τον ίδιο τρόπο τα ανέβαζαμε πάλι μόλις τέλειωναν οι γεωργικές εργασίες.
Ονόματα δασκάλων: Ελευθεριάδηε, Τσανακλίδης. Συνάντησα την πρώτη μου δασκάλα, της οποίας το όνομα δε θυμάμαι ,στα πρώτα «Καζαβητιανά» το 1996.
Το σχολείο ήταν 3θέσιο. Οι τάξεις ήταν ανά δύο.
Από μαθήματα θυμάμαι Αριθμητική και Γλώσσα.
Μάθημα κάναμε πρωί και απόγευμα.: Από τις 8 μέχρι τις 12 και από τις 2 μέχρι τις 4.
Βιβλία δεν είχαν όλα τα παιδιά. Τα αγοράζαμε.
Γιορτάζαμε των Τριών Ιεραρχών και του Ευαγγελισμού.
Δεν φορούσαμε ποδιές. Είχαμε μόνο μία τσάντα που την έφτιαχναν οι μαμάδες.
Πήγαιναμε εκδρομές και κάθε Κυριακή στην Εκκλησία.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΡΙΘΜ. 5
 Κα Σταυρούλα Στεργιάδου
Γεννήθηκα το 1925 στο Μικρό Πρίνο.
Πήγα στο σχολείο μέχρι την ΣΤ΄ Τάξη. Πρωτοπήγα σχολείο το 1932 και τελείωσα το 1937.
Το κτίριο βρισκόταν στον Άνω Πρίνο. Τώρα είναι γκρεμισμένο.
Ήταν μετακινούμενο την εποχή του ελιομαζώματος.
Το σχολείο στον Κάτω Πρίνο βρισκόταν στο κτίριο της σημερινής κοινότητας.
Ένας δάσκαλος που θυμάμαι ήταν ο Νικόλαος Αντιπάτης που μέχρι σήμερα ζει στην Αττική. Επίσης, τη Σοφία Μπακαλάκη και την κα Δήμητρα. Διευθυντής ήταν ο κος Τσανακλίδης.
Από μαθήματα θυμάμαι Αριθμητική, Ανάγνωση και Γεωμετρία. Γράφαμε σε ένα μόνο τετράδιο. Αν περίσσευαν σελίδες τις κόβαμε και τις ράβαμε σε ένα μπλοκάκι.
Ποδιές δεν φορούσαμε. Σχολείο πηγαίναμε πρωί –απόγευμα.
Κάποιοι δάσκαλοι ήταν επιεικείς αλλά κάποιοι άλλοι όπως η κα Δήμητρα πολύ αυστηροί.
Θυμάμαι ένα περιστατικό από το σχολείο: Πάνω από το σχολείο υπήρχε ένα καφενείο. Ο γιος του ιδιοκτήτη συνεννοήθηκε με δυο παιδιά, άφησε ανοιχτό το παραθυράκι και τη νύχτα πήγαν να κλέψουν λουκούμια. Τότε τα λουκούμια ήταν τα μοναδικά γλυκά. Το ίδιο βράδυ μπήκαν στο καφενείο από το παραθυράκι και έκλεψαν τα λουκούμια. Την άλλη μέρα τα μοίραζαν σε όλα τα παιδιά. Ο καφετζής  κατήγγειλε την κλοπή στο δάσκαλο. Ο δάσκαλος ρώτησε την τάξη ποιος μοίραζε τα λουκούμια. Κανείς δε μιλούσε όμως μια μαθήτρια κατονόμασε έναν από τους δράστες και η τιμωρία ήταν να στηθούν στην πόρτα και να τους φτύσουν όλοι οι μαθητές.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΡΙΘΜ. 6
Δημήτριος Χαρικόπουλος (Κανατσούλης)
Γεννήθηκα το 1922.
Σχολείο πήγα το 1928 και το τελείωσα όλο.
 Το σχολείο ήταν εδώ στον Πρίνο κοντά στην εκκλησία. Τώρα δεν υπάρχει, έχει γκρεμιστεί.
Οι δάσκαλοι που θυμάμαι είναι ο Τσανακλίδης ο οποίος ήταν διευθυντής του σχολείου και καταγόταν από τη Μ. Ασία. Μια άλλη δασκάλα που θυμάμαι είναι η Κοραλία. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη, έμενε μόνιμα στην Καβάλα αλλά για πολλά χρόνια έμεινε στον Πρίνο όπου δούλευε.
Κάθε τάξη είχε 40 παιδιά.
Το σχολείο είχε 6 τάξεις και κάθε τάξη είχε δική της αίθουσα(;).
Μαθαίναμε Γλώσσα, Αριθμητική, Γεωμετρία, Ιστορία, Θρησκευτικά και Γεωγραφία.
Γράφαμε σε τετράδιο.
Είχαμε βιβλίο Αριθμητικής, Θρησκευτικών, Αναγνωστικό. Άλλα βιβλία  δεν θυμάμαι. Τα βιβλία τα αγοράζαμε. Τα κουβαλούσαμε μέσα σε μια πάνινη τσάντα που μας έφτιαχναν οι μαμάδες.
Είχαμε ασκήσεις για το σπίτι κάθε φορά.
Οι δάσκαλοι ήταν τότε πολύ αυστηροί. Θυμάμαι μια φορά δεν είχα κάνει μια άσκηση και ο δάσκαλος με χαστούκισε αν και ήμουν καλός μαθητής. Όταν πήγα σπίτι ο πατέρας μου το κατάλαβε γιατί είχε μελανιάσει το μάγουλό μου και πήγε να δείρει το δάσκαλο.
Πηγαίναμε σχολείο πρωί-απόγευμα. Τρώγαμε το μεσημέρι στο σπίτι και επιστρέφαμε.
Ποδιές δεν φορούσαμε. Αργότερα φόρεσαν τα παιδιά ποδιές και καπέλα.
 Πηγαίναμε εκδρομές με τα πόδια στα γύρω χωριά (Ραχώνι, Σωτήρος, Καλλιράχη). Στα μακρινά χωριά πήγαινε μόνο η Ε΄ και η ΣΤ΄ τάξη.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΡΙΘΜ. 7
Κα Ελένη Σταυροπούλου-Δουρρείου
Γεννήθηκε στην Καλλιράχη το 1930.
Δάσκαλους θυμάται το Βασίλη Μπάρκουλη και την Κα Μαρίκα.
Πήγε σχολείο μέχρι την Γ΄τάξη γιατί ήρθε η Κατοχή.
Από μαθήματα έκαναν Μαθηματικά, Θρησκευτικά, Γεωγραφία, Ιστορία.
Στην Κατοχή θυμάται ότι λειτούργησε στην Καλλιράχη βουλγαρικό σχολείο. Θυμάται μία δασκάλα που την έλεγαν Μάγδα.
Μετά την Κατοχή περνούσαν γρήγορα τις τάξεις.
Σχολείο πήγαιναν πρωί-απόγευμα.
Πήγε σε ιδιωτικό γυμνάσιο θηλέων στου Γριτζόπουλου, στην Καβάλα.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΡΙΘΜ. 8
Κος Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης
Γεννήθηκε στο Ραχώνι Θάσου το 1932.
Πήγε σχολείο το 1939. Μέχρι τη Β΄ Δημοτικού γιατί μετά ήρθε η Κατοχή.
Συνέχισε μετά τον πόλεμο. Κάθε 2-3 μήνες περνούσαν τάξη.
Το σχολείο ήταν στο Ραχώνι. Είχε και νηπιαγωγείο.
Από δασκάλους θυμάται την κα Στέλλα από την Καβάλα, τον κο Αργύρη Αγγέλου από το Σωτήρος.
Θυμάται ότι το σχολείο ήταν 3θέσιο. Στην τάξη του είχε 14 αγόρια και 12 κορίτσια.
Τα μαθήματα ήταν Ανάγνωση, Γραφή, Μαθηματικά, Γεωγραφία.
Αντέγραφαν από τον πίνακα σε ένα τετράδιο όλα τα μαθήματα.
Ήταν πολύ ωραία. Αλλά έπεφτε πολύ ξύλο. Οι μαθητές έκοβαν τις βέργες με τις οποίες τους χτυπούσαν οι δάσκαλοι.
Σε μια γωνία υπήρχε χαλίκι πάνω στο οποίο γονάτιζαν οι άτακτοι για τιμωρία. Ο τιμωρημένος έμενε και μετά το σχόλασμα μέχρι το απόγευμα .
Σχολείο πήγαιναν πρωί και απόγευμα; Από τις 8 μέχρι τις 12 και από τις 2 το μεσημέρι μέχρι τις 4.
Έγραφαν σε πλάκες με κοντύλια. Βιβλίο είχαν μόνο ένα Αναγνωστικό.
Είχαν για το σπίτι Αντιγραφή και διάβασμα.
Πήγαιναν εκδρομές στον Αι Γιάννη, και από το Βουργάρο στον Άι Βασίλη.
Έκαναν γιορτές, έραβαν και κοστούμια από τσουβάλια. Έκαναν και λαμπαδηφορίες: Μέσα σε ένα κουτί έβαζαν στάχτη και το περιέφεραν στο χωριό.
Κάθε μέρα πήγαιναν δύο ξύλα για τη φωτιά. Ο επιμελητής άνοιγε το σχολείο, άναβε τη σόμπα.
Υπήρχε συσσίτιο στο σχολείο. Διέθετε μαγειρείο.
 Συνολικά πήραμε 11 συνεντεύξεις. 4  από τους ερωτηθέντες πήγαν σχολείο στο Μεγάλο Καζαβήτι, 1 στο Μικρό Καζαβήτι, 1 στον Πρίνο, 2 στο Ραχώνι, 1 στην Καλλιράχη, και 2 στο Σωτήρος
Παραθέτουμε εδώ τις 8 από αυτές .
Οι πληροφορίες που αντλούμε από αυτές τις μαρτυρίες είναι αρκετά ενδιαφέρουσες.
Καταρχήν για τον Πρίνο πληροφορούμαστε ότι υπήρχαν δύο σχολεία στο  επάνω χωριό. Ρητά δηλώνεται η θέση του ενός: βρισκόταν στην εκκλησία των Αγ. Αποστόλων και το κτίσμα είναι τώρα γκρεμισμένο. Πρόκειται για το παλιό κτίριο του σχολείου που λειτουργούσε από τις αρχές του 19ου αιώνα. Και στον Κάτω Πρίνο υπήρχε σχολείο που προφανώς δεν είχε σταθερή στέγη. Κάποια στιγμή πρέπει να χρησιμοποιούσαν ένα χώρο κοντά στην εκκλησία, στη συνέχεια έναν άλλο χώρο που βρισκόταν εκεί που σήμερα στεγάζεται το κοινοτικό κατάστημα του χωριού. Την εποχή των αγροτικών εργασιών (Νοέμβρης – Μάρτης) το σχολείο του Άνω Πρίνου μεταφερόταν στο κάτω σχολείο. Το σημερινό κτίριο του Δημοτικού σχολείου ήταν τη δεκαετία του ’30 υπό ανέγερση. Προς το τέλος της ολοκληρώθηκε η κατασκευή του αλλά υπήρχαν ελλείψεις. Πράγματι, έπειτα από επίσκεψή μας στο Δημοτικό όπου είδαμε το Αρχείο του σχολείου, το κτίσμα εγκαινιάστηκε το 1938.
Ενδιαφέρουσα είναι η μαρτυρία που προκύπτει ότι λειτούργησε την περίοδο της Κατοχής βουλγαρικό σχολείο στην Καλλιράχη.
Πάντως τα σχολεία πρέπει να λειτούργησαν ελάχιστα έως καθόλου κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά την οποία η Θάσος τελούσε υπό βουλγαρική Κατοχή.
Από τις μαρτυρίες επίσης φαίνεται η ανέχεια του πληθυσμού σε μια κρίσιμη εποχή για την Ελλάδα, τη δεκαετία του ’30, αλλά και μεταπολεμικά. Πέρα από αυτό όμως διαγράφεται καθαρά πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος του σχολείου στη ζωή των παιδιών και πόσο αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους υπήρξε. τα παιδιά πήγαιναν σχολείο ακόμα κι αν κάποιοι δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Στην επίσκεψή μας στο αρχείο του Πρίνου εντοπίσαμε ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα έγγραφα και το αρχείο των μαθητών των ετών  1944, 1945, 1946. Παρά τις περιπέτειες τις μεταπολεμικές και το κλίμα του εμφυλίου πολέμου το ενδιαφέρον για φοίτηση παραμένει ζωηρό όπως διαπιστώσαμε από τον αριθμό των μαθητών που πυκνώνει εντυπωσιακά τη χρονιά 1946.


[1] Γ. Δ. Χαλκιάς, Τα σχολεία στο Κάστρο της Θάσου (1870-1930)
[2] Γ. Δ. Χαλκιάς, «Τα σχολεία στο Κάστρο της Θάσου (1870-1930).
[3] Κ.  Ι. Χιόνη, «Η εκπαίδευση στη Θάσο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας», Θασιακά, Τόμος 7ος.
[4] Ο Κ. Ι. Χιόνης αναφέρει ότι σε έξι πωλητήρια έγγραφα που συντάχτηκαν από το 1855-1866 υπογράφει ως συντάκτης ο δάσκαλος Ποταμίας, Γαλακτίων ο οποίος είναι πολύ ανορθόγραφος. Επίσης, σε πωλητήριο έγγραφο που συντάχτηκε στις Μαριές το 1863 υπογράφει ο δάσκαλος Μαριών Ιωάννης Καντσές.
[5] Το ελληνικό σχολείο αντιστοιχούσε με τις δύο τελευταίες τάξεις του δημοτικού και μία προπαρασκευαστική τάξη των μαθητών για την εισαγωγή τους στο Γυμνάσιο.
[6] Το σχολείο στο Θεολόγο το οποίο λειτουργούσε την ίδια εποχή στο προαύλιο της εκκλησίας της Αγ. Παρασκευής ήταν μικρό και μονώροφο. Αυτό το κτίσμα κατεδαφίστηκε ως ετοιμόρροπο το 1908. Αντίθετα στην Παναγία το κτίριο του σχολείου , σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων- ήταν μεγάλο και διώροφο. Γκρεμίστηκε από τους Βούλγαρους στην Κατοχή κι ένα μέρος του οικοπέδου το συμπεριέλαβε ο περίβολος της εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ενώ το υπόλοιπο έγινε πλατεία. (Κ. Ι. Χιόνης, Θασιακά, τόμος 7ος και Ι. Κ. Χιόνη, Θασιακά, τόμος 11ος).
[7] Αθ. Καραθανάση-Ιω. Θ. Μπάκα: «Θασιακά εκπαιδευτικά (1860-1910), Θασιακά, Τόμος 10ος.
[8]  Μ. Μελιρρύτου, Περιγραφή ιστορική και γεωγραφική υπ’ εκκλησιαστικήν άποψιν της θεοσώστου επαρχίας Μαρωνείας, Κων/πολις, 1871.
[9] Γ. Δ. Χαλκιάς, Τα σχολεία στο Κάστρο της Θάσου (1870-1930)

[10] Όπως φαίνεται από το τετράδιο του μαθητή της Ε΄ τάξης  Κων/νου Οικονομίδη από το σχολείο του Κάστρου. Κ. Ι. Χιόνη, Η εκπαίδευση στη Θάσο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Θασιακά, τόμος 7ος.

[11] Περικλή Βακουφάρη, Τουρκικές παρεμβάσεις στα σχολεία της Θάσου μετά το Τανζιμάτ, Θασιακά, Τόμος 7ος.
[12] Ζητούν από τους μουχταροδημογέροντες να ελέγχουν τα πιστοποιητικά των δασκάλων και να τα αποστέλλουν για κυβερνητικό έλεγχο. Π. Βακουφάρη, Θασιακά, Τόμος 7ος.
[13] Ίσως να ήταν και ένας τρόπος να ελέγχονται οι δάσκαλοι οι οποίοι διαπνέονται αυτήν την κρίσιμη εποχή του Μακεδονικού Αγώνα από πατριωτικά αισθήματα.
[14] Κ. Μαναφής, Χωρία, κάτοικοι, μαθηταί και διδάσκαλοι της νήσου, Θασιακά,
[15] Κατά τον Μαναφή ο όρος σημαίνει το σχολείο που λειτουργεί με 5 τάξεις. Η αστική σχολή του Θεολόγου ήταν 6τακτη.
[16] Κ. Ι. Χιόνη, Η εκπαίδευση στη Θάσο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
[17] Στο ελληνικό κράτος υπήρχε το 4ετές δημοτικό σχολείο, το 3ετές ελληνικό και το 4ετές γυμνάσιο. Στις υπόδουλες περιοχές οι βασικές βαθμίδες ήταν η 6ετής αστική σχολή και το 6ετές γυμνάσιο.
[18] Γ. Χαλκιά,  Τα σχολεία στο Κάστρο της Θάσου (1870-1930)
[19] Την Πατριαρχική Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή(1873, Ήταν μία 6μελής επιτροπή αποτελούμενη από τρεις λαικούς και τρεις κληρικούς που αντιπροσώπευε τον Πατριάρχη σε θέματα παιδείας),  την Εκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότητα Αγαπατε Αλλήλους και το Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινούπολης.
[20] Από το βιβλίο ύλης των σχολικών μαθημάτων στην Αστική Σχολή Κάστρου φαίνεται ότι το έτος 1908-09 ο δ/ντής Β. Λάσκαρις διδάσκει Ξενοφωντος Κυρου Αναβαση ενώ την επόμενη χρονιά ο δ/ντής Μερτζιανίδης προτιμά τα Απομνημονεύματα. Σ. Ζιώγου –Καραστεργίου, Θέματα οργάνωσης και Λειτουργίας της Αστικής Σχολής Κάστρου στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας.
[21] Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σε αυτό το μάθημα τα παιδιά μάθαιναν για το σχολείο και τα πέριξ αυτού:οδοί, ενορίαι, πλατείαι, δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα, το χωρίον κ.λ.π.
[22] Το 1908 εκδηλώνεται το Κίνημα των Νεότουρκων.
[23] Ο μαθητής Γρηγόρης Χατζηκωνσταντινίδης ήθελε να μεταγραφεί από το ημιγυμνάσιο Σερρών στο ημιγυμνάσιο Καβάλας.
[24] Κων. Τζιάτας, Θασιακά, Χρονικό ίδρυσης και λειτουργίας των γυμνασίων Θάσου.

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg