Το δικό μου κανάλι

Το δικό μου κανάλι
You tube

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453)




Παύλος ο καλός ο μαθητής.......
Αγαπητοί φίλες και φίλοι καλημέρα σας.
Σήμερα είναι ημέρα μνήμης και περίσκεψης και
το...'Δεν ξεχνώ" της Κύπρου ταιριάζει απολύτως με
την 29 Μαΐου 1453 την ημέρα της άλωσης της Κωνσταντινούπολης.
Σήμερα οι κυβερνώντες με τους συνεταίρους τους εδώ και στην
Ευρώπη με διάφορα σχέδια και νόμους, αντιρατσιστικούς και άρθρα
τύπου <<Ρεπούση>>> προσπαθούν να ξεριζώσουν της σκέψεις μας και
φυσικά την μνήμη  από της ρίζες μας και τους χιλιάδες νεκρούς
μας ακόμα  και στην νεότερη και σύγχρονη ιστορία μας με τους....
απέναντι γείτονες 560 χρόνια πέρασαν και οι βλέψεις τους και το
μίσος τους για τον Ελληνισμό ακόμα σιγοκαίει και με κάθε τρόπο
το δείχνουν καθημερινά με τής δηλώσεις τους και της παραβιάσεις
στο Αιγαίο.
Τούς εδώ τους λέμε ότι δεν ξεχνάμε της χαμένες Πατρίδες μας
όσα αντιρατσιστικά νομοσχέδια και αν φέρουν προσπαθώντας να
φιμώσουν τον Έλληνα να μιλάει για της ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ να μιλάει
για την Κωνσταντινούπολη για την Σμύρνη, για τον Ελληνισμό του
πόντου που τον κατακρεούργησαν οι ορδές των βαρβάρων.

Όχι κύριοι: Δεν θα ξεχάσουμε-Δεν θα σιωπήσουμε....



























 TΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453 μ.Χ. 

Απίστευτη σύμπτωση σήμερα .Τρίτη 29 Μαίου. Η αποφράδα ημέρα του Ελληνισμού. Η άλωση της Βασιλεύουσας πριν από 559 χρόνια ΑΚΡΙΒΩΣ, ίδιο μήνα και ημέρα!!!!. Βρεθήκαμε τις Άγιες ημέρες του Πάσχα στα Άγια χώματα της Πόλης. Για να την προσκυνήσουμε. ΄Εληνες επισκέπτες αρκετοί. Βλέμματα  βουβά. Η συγκίνηση να πλημμυρίζει τις καρδιές μας.Τα μάτια μας να τρέχουν ποτάμι. Και εκεί, μεγαλόπρεπη για 1500 χρόνια στην σημερινή πλατεία Σουλταναχμέτ, να στέκει ολόλαμπρη όπως πάντα. Περιδιαβήκαμε το κατώφλι της.Σημαίες τουρκικες παντού για να θυμίζουν στον παγκόσμιο πολιτισμό, ότι ουδέποτε ήταν δική τους και ότι υπήρξαν απλά οι τελευταίοι κατακτητές της!!! Μπήκαμε μέσα στο μεγαλοπρεπή ναό. Ξαφνικά σαν να ακούστηκαν φωνές από το υπερπέραν. Νενίκηκάς σε Σολομώντα!!!!
30 χιλιάδες Βυζαντινοί να αποθεώνουν τον Ιουστινιανό. Όχι Θεέ μου δεν ήταν αλήθεια. Ήταν απλώς ένα παιγνίδισμα του νου. Προχωρήσαμε μπροστά και δεξιά. Σε κάποια στιγμή ακούσαμε ελληνικές ομιλίες και ενωθήκαμε με γκρουπ Ελλήνων, που η ξεναγός τους εξηγούσε κάτι, το οποίο ομολογώ ότι ουδέποτε είχα ακούσει. Έδειχνε δύο κολώνες. Στη μία υπήρχε το αποτύπωμα ενός χεριού και στην ακριβώς απέναντι κάποιο σημάδι και μιά σχισμή στο μάρμαρο. Είπε το εξής εκπληκτικό: Ότι όταν ο Μωάμεθ ο Πορθητής μπήκε την 3η ημέρα της Αλώσεως, καβάλα στο άλογό του στο ναό, αυτό αφηνίασε και κλώτσησε με την οπλή του την κολώνα, ο Μωάμεθ εκτινάχτηκε από το άλογο,  χτύπησε με το σπαθί του, την κολώνα,  ενώ και  δεξί του χέρι χτύπησε στην απέναντι κολώνα και έμεινε για πάντα το αποτύπωμά του (1η φωτογραφία). Την ρώτησα τότε: πως είναι δυνατόν ένας, έστω έφιππος, να  αφήσει σημάδι στα 3-4 μέτρα ψηλά, γιατί τόσο είναι το ύψος όπου βρίσκεται το αποτύπωμα της παλάμης. Ξαφνικά όλοι παγώσαμε με την απάντηση της Ελληνίδας ξεναγού: Το άλογο του Μωάμεθ δεν πατούσε στο πάτωμα του ναού, αλλά στα πτώματα των γυναικόπαιδων που βρίσκονταν σωριασμένα σχηματίζοντας λόφο 2-3 μέτρων από άψυχα κορμιά.!!!! Ακόμη κι αν αυτό είναι πιθανότατα μύθος όπως είπε η ξεναγός (δηλαδή το περιστατικό με το άλογο), ή η παλάμη είναι το αποπτύπωμα του Θεού όπως λέει ο θρύλος, η ουσία είναι ότι πάντοτε θα θυμίζει στις επόμενες γενεές την απίστευτη θηριωδία των οθωμανών, που στα 30.000 ανυπεράσπιστα γυναικόπαιδα που βρίσκονταν και προσεύχονταν στο ναό, ψέλνοντας τον Ακάθιστο Ύμνο, έδειξαν όλο το μίσος κατασφάζοντάς τα. Και δυστυχώς πολλοί Έλληνες προσκυνητές όταν επισκέπτονται το ιερό μνημείο του Ελληνισμού, θαυμάζουν το αριστούργημα του Ανθέμιου και του Ισίδωρου, αγνοώντας ότι υπήρξε τόπος σφαγής, ανυπεράσπιστων και αθώων ψυχών. Ελληνικών ψυχών. 
Δεν ξέρω αν Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικιά μας θάναι. Όσο και να προσπαθούν οι Τούρκοι να την εξισλαμίσουν με κάτι άθλιες στρογγυλές αραβικές πινακίδες, με μουσουλμανικές προσθήκες στο εσωτερικό του ναού, με 4 μιναρέδες, με την καταστροφή των ανυπέρβλητων χρυσών ψηφιδωτών που έχουν ασβεστώσει, με τις εκατοντάδες τούρκικες σημαίες, με το παραποιημένο όνομα Hagia Sophia Muzeni, ΟΛΟΙ οι τουρίστες που σέβονταν τον εαυτόν τους και μιλήσαμε μαζί τους γνώριζαν: Η Αγία Σοφία ήταν (και θα είναι) Ελληνική. Η καρδιά της χτυπάει Ελληνικά για 15 αιώνες. Οι ψυχές των Ελλήνων που μαρτύρησαν στις 29 Μαίου του 1453 έχουν στοιχειώσει το ναό, και όσο και να προσπασθούν οι Τούρκοι να την σφετεριστούν, την ιστορία δεν μπορούν να την καπηλευτούν.
Τους αναγνωρίζω, μέσα στην τρομερή τους προπαγάνδα, κι ένα ελαφρυντικό. Όλη η  Πόλη είναι ΠΕΝΤΑΚΑΘΑΡΗ και περιποιημένη. Ένα ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ στολίδι!!! Το ίδιο και ο περιβάλλων χώρος του Ναού. Παντού τάξη και μπράβο τους. Αν το Μνημείο αυτό ήταν στην Ελλάδα, πολύ φοβάμαι ότι θα ήταν αφημένο στη τύχη του, στα σκουπίδια και στους παράνομους μικροπωλητές. Μπορεί οι Τουρκαλάδες να την εκμεταλλεύονται τουριστικά και πολιτικά, τουλάχιστον όμως δείχνουν την προσοχή που της αξίζει. Κάτι είναι κι αυτό.





Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους (1453). Γαλλικό χειρόγραφο, 15ος αιώνας.
Χρονολογία 29 Μαΐου 1453
Τόπος Κωνσταντινούπολη
Έκβαση Νίκη των Οθωμανών
Μαχόμενα μέρη
Βυζαντινή Αυτοκρατορία Οθωμανικό Σουλτανάτο
Αρχηγοί
Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος (1404-1453) Μωάμεθ (Μεχμέτ) Β΄ ο Πορθητής (1432-1481)
Δυνάμεις
στρατιώτες 8.500 περίπου , 26 πλοία στρατιώτες 80.000-100.000, 150 πλοία
Απώλειες
Περίπου 4.000 νεκροί στρατιώτες και άμαχοι Άγνωστος αριθμός
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β'. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 6 Απριλίου έως την Τρίτη, 29 Μαϊου 1453 (Ιουλιανό ημερολόγιο). Όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε, η υπερχιλιετής Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει.
Το Βυζάντιο ήταν ήδη εξασθενημένο και διαιρεμένο τους τελευταίους δύο αιώνες, σκιά της παλιάς Αυτοκρατορίας. Η Άλωση του 1204 από τους Σταυροφόρους και αργότερα, μετά την επανάκτησή της το 1261, οι πολιτικές και θρησκευτικές έριδες, η αδυναμία βοήθειας από την Δύση, η άσχημη οικονομική κατάσταση και η φυγή ανθρώπινου δυναμικού, οδήγησαν στη σταδιακή εξασθένηση και συρρίκνωση. Η κατάληψη της Καλλίπολης το 1354 από τους Οθωμανούς, η οποία έφερε ορδές φανατικών μουσουλμάνων πολεμιστών στην Ευρώπη, σταδιακά κύκλωσε εδαφικά το Βυζάντιο, το οποίο έγινε το 1373 φόρου υποτελής στον Οθωμανό σουλτάνο. Έτσι, η Άλωση ήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα και της αδιάκοπης επέκτασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή. Οι συγκρούσεις ήταν ιδιαίτερα άνισες υπέρ των Τούρκων, σε σημείο που να μνημονεύεται από τις πηγές το τετελεσμένο της έκβασης της πολιορκίας. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στον ηρωισμό των πολιορκημένων και ιδιαίτερα του Αυτοκράτορα. Το γεγονός της πτώσης της «θεοφυλάκτου Πόλεως», άφησε βαθιά ίχνη στις πηγές της εποχής.
Απόρροια της Άλωσης ήταν η συνέχιση της εδαφικής προώθησης των Τούρκων. Κατά τα τέλη του 17ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία έφτασε στο απόγειό της, απειλώντας την Βιέννη. Πολλές φορές η Άλωση της Κωνσταντινούπολης χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς ως γεγονός που σηματοδοτεί το τέλους του Μεσαίωνα και την έναρξη της Αναγέννησης. Πολλοί μάλιστα εξ αυτών συμφωνούν στο ότι η μαζική μετακίνηση πολλών Ελλήνων από την Κωνσταντινούπουλη στην Ιταλία λόγω της Άλωσης έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του περιεχομένου και της φιλοσοφίας που ακολούθησαν τα πρόσωπα της Αναγέννησης.

Πηγές 

Οι διάφορες πηγές που περιγράφουν αναλυτικά τις τελευταίες στιγμές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προέρχονται από επιφανείς ιστορικούς της εποχής και είναι καταγεγραμμένες σε διάφορες γλώσσες: ελληνικά, λατινικά, ιταλικά, σλάβικα, τούρκικα. Οι τέσσερις κυριότερες ελληνικές πηγές ποικίλουν ιδιαίτερα ως προς την εκτίμηση των γεγονότων. Ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας, επιφανής ιστορικός, αξιωματούχος και διπλωμάτης Γεώργιος Σφραντζής, που έλαβε και ο ίδιος μέρος στην πολιορκία και ήταν στενός φίλος του Αυτοκράτορα, περιέγραφε τις τελευταίες ημέρες του Βυζαντίου με σκοπό την αποκατάσταση της τιμής του ηττημένου Κωνσταντίνου ΙΑ', της ταπεινωμένης του χώρας και της προσβεβλημένης ορθόδοξης πίστης. Ο Μιχαήλ Κριτόβουλος, που είχε προσχωρήσει στο στρατόπεδο των Τούρκων, περιγράφει τα γεγονότα από το πρίσμα ενός υπηκόου της νέας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αν και ποτέ δεν επιτίθεται κατά των Ελλήνων συμπατριωτών του. Ο Δούκας, υποστηρικτής της ένωσης των εκκλησιών, τονίζει την ανάγκη συνεργασίας του Βυζαντίου με τις δυτικές δυνάμεις της εποχής. Μνημονεύει ιδιαίτερα τον Γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη, ο οποίος θα συνεισφέρει στην άμυνα της πόλης για κάποιο χρονικό διάστημα. Τέλος, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης επιλέγει ως κύριο θέμα της ιστορίας του όχι το Βυζάντιο αλλά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τονίζοντας την ραγδαία επέκτασή της. Το έργο του Χαλκοκονδύλη όμως είναι ιδιαίτερα γενικού χαρακτήρα και ο ίδιος δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων[1].
Από τις Λατινικές πηγές ξεχωρίζει από τον καρδινάλιο Ισίδωρο η «Έκκληση προς όλους τους πιστούς του Χριστού» (Ad universos Christifideles de expugnatione Constantinopolis), ο οποίος μόλις που διέφυγε την αιχμαλωσία από τους Τούρκους. Ο Λεονάρδος ο Χίος, Λατίνος αρχιεπίσκοπος της Λέσβου, έστειλε μια έκθεση προς τον Πάπα, που παρουσιάζει τα γεγονότα της Άλωσης ως θεία τιμωρία των Βυζαντινών λόγω της απομάκρυνσής τους από την Καθολική πίστη. Από τις σημαντικότερες πηγές είναι το «Ημερολόγιο της πολιορκίας της Κωνσταντινουπόλεως», του Βενετού Νικόλαο Μπάρμπαρο, που περιγράφει μέρα προς μέρα τις συγκρούσεις. Αξιόλογα έργα έχει να παρουσιάσει και η ρωσική γραμματεία. Τέλος, υπάρχουν και τουρκικές πηγές που παρουσιάζουν τα γεγονότα από το πρίσμα του θριαμβεύβοντος και νικηφόρου Ισλάμ και του εκπροσώπου του, Μωάμεθ Β'. Οι τουρκικές πηγές είναι εμπλουτισμένες και από θρύλους, σχετικούς με την Κωνσταντινούπολη και τον Βόσπορο[2].

Κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 


Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η ευρύτερη περιοχή το 1450.
Κατά τα 1.100 χρόνια ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη είχε πολιορκηθεί αρκετές φορές αλλά μόνο μία φορά είχε πέσει στα χέρια των εχθρών, το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας. Μετά το 1204 στην πόλη εγκαθιδρύθηκε ένα αδύναμο Λατινικό βασίλειο και οι υπόλοιπες περιοχές της Αυτοκρατορίας είχαν διασπαστεί σε επί μέρους βασίλεια. Ένα από αυτά, η ελληνική Αυτοκρατορία της Νίκαιας κατάφερε να επικρατήσει στην περιοχή και να ανακτήσει την Πόλη το 1261. Τους επόμενους δύο αιώνες, η εξασθενημένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεχόταν συνεχείς επιθέσεις από Λατίνους, Σέρβους, Βουλγάρους και ιδιαίτερα από τους Οθωμανούς Τούρκους. Το 1453 στην Αυτοκρατορία ανήκαν εκτός από την ίδια την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της, το μεγαλύτερο τμήμα της Πελοποννήσου, με επίκεντρο τον Μυστρά. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ένα ελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε το 1204 στην άκρη της Μικράς Ασίας και κατάφερε να επιβιώσει όλο αυτό το διάστημα, αποτελούσε εντελώς ξεχωριστή από το Βυζάντιο πολιτική οντότητα.

Οι αντίπαλοι ηγέτες 

Μωάμεθ Β΄ 


Πορτραίτο του Μωάμεθ Β΄, από τον Τζεντίλε Μπελλίνι (Λονδίνο, Εθνική Πινακοθήκη). Σύμφωνα με μια παράδοση ο Μωάμεθ διαφώνησε με τον Μπελλίνι για το πώς έπρεπε να απεικονίζεται ο ανθρώπινος λαιμός. Για να λύσει το πρόβλημα, ο σουλτάνος διέταξε να φέρουν μπροστά τους έναν δούλο, τον οποίο έβαλε να αποκεφαλίσουν επιτόπου.
Στο οθωμανικό στρατόπεδο, ο Μωάμεθ Β', είκοσι ενός μόλις ετών (το 1453), χαρακτήρας, όπως υποστηρίζει ο βυζαντινολόγος Βασίλιεφ, ιδιαίτερα σκληροτράχηλος, φιλοπόλεμος, υπέκυπτε γενικά σε κατώτερα πάθη, ταυτόχρονα όμως έδειχνε ενδιαφέρον για την επιστήμη και τη μόρφωση, ενώ κατείχε και τα χαρίσματα του στρατηγού, του πολιτικού και του οργανωτή. Ο Γ. Σφραντζής αναφέρει ότι ασχολούταν με ιδιαίτερο ζήλο με τις επιστήμες, κυρίως αστρολογία, διάβαζε παραμύθια και μιλούσε εκτός από τουρκικά και άλλες πέντε γλώσσες. Οι μουσουλμανικές πηγές εξυμνούν την ευσέβειά του και την προστασία που παρείχε στους ομόθρησκούς του λογίους.[3]
Η επιθυμία να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη είχε γίνει έμμονη ιδέα για τον νεαρό σουλτάνο: διασώζεται ότι έμενε άυπνος για συνεχείς νύχτες, χαράσσοντας στο χαρτί το σχέδιο της πόλης και σημειώνοντας τα σημεία που μπορούσαν να προσβληθούν ευκολότερα. Αφού αποφάσισε να δώσει το τελικό χτύπημα στην Πόλη, ο Μωάμεθ άρχισε να εργάζεται με εξαιρετική προσοχή. Πρώτα έκτισε, στα βόρεια της πόλης, στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, στο πιο στενό σημείο του, ένα ισχυρό φρούριο, το Ρούμελι Χισάρ [ή Μπογάζ Κεσέν στα τουρκικά ("Λαιμοκόφτης")]. Τα κανόνια που τοποθετήθηκαν εκεί ήταν ό,τι πιο προηγμένο είχε να επιδείξει η πολεμική τεχνολογία της εποχής. Αυτή η ενέργεια προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στους Βυζαντινούς, που πίστεψαν πια ότι πλησιάζει το τέλος τους. Το οχυρωματικό αυτό έργο απέκοπτε, σε συνδυασμό με το προϋπάρχον οχυρό στην απέναντι ασιατική ακτή (Ανατολού-χισάρ), την θαλάσσια επικοινωνία της Κωνσταντινούπολης με τα λιμάνια του Εύξεινου πόντου, στερώντας έτσι πολύτιμες ενισχύσεις και εφόδια για την πόλη[4]. Αμέσως μετά, ο Μωάμεθ Β' έστειλε τον Τουραχάν μπέη να εισβάλει στις βυζαντινές περιοχές της Πελοποννήσου, για να εμποδίσει την αποστολή ενισχύσεων από τους αδελφούς του Κωνσταντίνου, οι οποίοι διοικούσαν το Δεσποτάτο του Μυστρά.

Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος 


Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος. (φανταστικό πορτραίτο)
Η περιοχή που αναγνώριζε την εξουσία του τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα, περιοριζόταν στην Κωνσταντινούπολη, με τις πλησιέστερες προς αυτήν εκτάσεις της Θράκης, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου (Μορέως), η οποία βρίσκονταν μακριά από την βασιλεύουσα και κάτω από την ουσιαστική κυριαρχία των αδελφών του Αυτοκράτορα.
Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' κατέβαλε γενναιόδωρες προσπάθειες να περισώσει από την Αυτοκρατορία ό,τι ήταν δυνατό, ο ίδιος ως χαρακτήρας διακρινόταν για την ενεργητικότητα και την ανδρεία του. Ένας Ιταλός ανθρωπιστής, ο Φραντσέσκο Φίλελφο, τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο «με ευσεβές και ανώτερο πνεύμα». Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο βυζαντινός Αυτοκράτορας κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια σε αυτόν τον άνισο αγώνα, μετέφερε στην πόλη όλες τις ποσότητες σιτηρών που ήταν δυνατόν να συγκεντρωθούν και επισκεύασε τα τείχη της πόλης. Η είσοδος του Κεράτιου κόλπου κλείσθηκε με βαριά αλυσίδα, όπως συνέβαινε κάθε φορά σε επικείμενες καταστάσεις πολιορκίας για να αποτραπεί η διείσδυση του εχθρικού στόλου. Η φρουρά της πόλης όμως μόλις έφθανε τις λίγες χιλιάδες.
Ο Αυτοκράτορας στράφηκε για βοήθεια και προς τα κράτη της Δύσης. Τελικά σοβαρές στρατιωτικές ενισχύσεις δεν κατέφθασαν ποτέ στην πόλη. Αντί για στρατιωτική βοήθεια στην Κωνσταντινούπολη έφθασε ένας καρδινάλιος, ελληνικής καταγωγής, ο Ισίδωρος, που είχε λάβει παλαιότερα μέρος στην Σύνοδο της Φλωρεντίας. Ο Ισίδωρος τέλεσε και μια λειτουργία στην Αγία Σοφία, το γεγονός αυτό όμως προκάλεσε μεγάλη αναταραχή μεταξύ του πληθυσμού της πόλης. Ένας από τους πιο σημαντικούς βυζαντινούς στρατηγούς του Αυτοκράτορα, ο Λουκάς Νοταράς, είπε:
    Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν τη μέση τη πόλει φακίολον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν.    

Παρατάξεις 

Ο Οθωμανικός στρατός 

Ίσως να θεωρείται βέβαιο από τις πηγές ότι ο στρατός του Μωάμεθ Β' ήταν τουλάχιστον 150.000 άντρες. Σύμφωνα όμως με νεότερους ιστορικούς τα τακτικά στρατεύματα πρέπει να έφταναν τους 80.000-100.000 στρατιώτες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν από τις ευρωπαϊκές και ασιατικές επαρχίες[6]. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν το επίλεκτο σώμα 12.000 γενιτσάρων και αρκετοί χριστιανοί υποτελείς των Οθωμανών[7]. Το στράτευμα συνίστατο σε πεζικό, ιππικό, πυροβολικό. Επίσης υπήρχαν ελαφρά σώματα από τοξότες, σφενδονιστές και ακοντιστές. Όλοι οι πολεμιστές ήταν πολύ καλά εξοπλισμένοι με κάθε είδους όπλο, αμυντικό ή επιθετικό και έφεραν ασπίδες, επενδυμένες με σίδερο, κράνη, τόξα και βέλη, ξίφη και οτιδήποτε άλλο θεωρούνταν κατάλληλο για τειχομαχία. Ο στρατός ήταν άριστα εκπαιδευμένος και οργανωμένος και επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός. Ο οθωμανικός στρατός φαινόταν πολύ μεγαλύτερος γιατί τον ακολουθούσε μεγάλος αριθμός από επικουρικό προσωπικό. Επί πλέον είχαν συγκεντρωθεί ατελείωτα πλήθη Τούρκων ατάκτων, που τους προσέλκυσε η προοπτική της λεηλασίας[8]. Επίσης πολυάριθμοι φανατικοί μουσουλμάνοι μοναχοί (δερβίσηδες) και ιερωμένοι κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους στρατιώτες και με κηρύγματα τόνωναν την πολεμική ορμή τους.
Ο Μωάμεθ γνώριζε ότι χωρίς να μπορέσει πρώτα να ελέγξει την θαλάσσια περιοχή της πόλης πολύ δύσκολα θα κατάφερνε την άλωση της μόνο από την ξηρά. Γι΄ αυτό αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ισχυρό στόλο που αποτελούνταν από 6 τριήρεις (οι οποίες αντί για τρεις παράλληλες σειρές κωπήλατων που είχαν οι αρχαίες, αυτές είχαν μία με τρεις κωπηλάτες), 10 διήρεις, περίπου 15 γαλέρες, περίπου 70 φούστες, 20 παραντάρια και έναν άγνωστο αριθμό από καΐκια και κότερα[9]. Το μέγεθός του πρέπει να έφτανε τις 150 μονάδες[10]. Ο σουλτάνος προσωπικά επέλεξε με προσοχή τους αξιωματικούς που θα τον στελέχωναν, ενώ ως διοικητή του επέλεξε έναν Βούλγαρο εξωμότη, τον Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου[11].
Όμως εκεί πού έδωσε την μεγαλύτερη προσοχή ο σουλτάνος ήταν στην κατασκευή πυροβόλων που θα μπορούσαν να καταστρέψουν τα ισχυρά τείχη που προστάτευαν την Κωνσταντινούπολη. Ο Μωάμεθ Β' υπήρξε ο πρώτος στρατιωτικός ηγέτης που είχε στην διάθεσή του πραγματικά οργανωμένο πυροβολικό. Ο άνθρωπος που το αναβάθμισε και το έκανε το καλύτερο της εποχής του ήταν ένας επιδέξιος τεχνίτης, ο Ουρβανός, ο οποίος ήταν ουγγρικής ή σαξονικής καταγωγής[12]. Το μεγαλύτερο πυροβόλο που έφτιαξε ο Ουρβανός είχε μήκος 8 μέτρα και εκτόξευε πέτρινα βλήματα βάρους περίπου 400 κιλών. Συνολικά το οθωμανικό πυροβολικό είχε 70 πυροβόλα από τα οποία τα 11 εκτόξευαν βλήματα 250 κιλών και πάνω από 50 χρησιμοποιούσαν βλήματα 100 κιλών. Με αυτά ο Μωάμεθ σχημάτισε 14 πυροβολαρχίες, 9 από τις οποίες περιλάμβαναν μικρότερου διαμετρήματος πυροβόλα και 5 που περιλάμβαναν τα μεγαλύτερα πυροβόλα[13]. Ο ιστορικός Κριτόβουλος χαρακτηριστικά αναφέρει ότι οι υπόνομοι και οι υπόγειοι διάδρομοι που άνοιγαν οι Τούρκοι κάτω από τα τείχη αποδείχθηκαν εντελώς περιττοί καθώς τα κανόνια έδωσαν την λύση στο θέμα. Ακόμη και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν ορατά σε πολλά σημεία της πόλης τα τεράστια βλήματα που βρίσκονταν στην ίδια θέση που είχαν πέσει το 1453[14].

Οι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης 

Σχετικά με το στρατό των αμυνόμενων, εγκυρότερη θεωρείται η αναφορά του Σφραντζή, ο οποίος ανέλαβε την καταμέτρηση των δυνάμεων κατ’ εντολή του αυτοκράτορα. Ο Σφραντζής αναφέρει 4.937 βυζαντινούς και περίπου 2000 ξένους[15]. Από τους ξένους ξεχωρίζαν οι 700 κατάφρακτοι στρατιώτες που έφθασαν στην βυζαντινή πρωτεύουσα τον Ιανουάριο του 1453 με δύο γενουατικά πλοία. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος απένειμε στον αρχηγό τους Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο, έμπειρο πολεμιστή, τον τίτλο του πρωτοστάτορος (αρχιστρατήγου) και του ανέθεσε την άμυνα της πόλης[16]. Σε κάθε περίπτωση ο συνολικός αριθμός δεν πρέπει να υπερέβαινε τους 8.500[17].
Οι βυζαντινοί διέθεταν και πυροβολικό, μικρότερο σε μέγεθος διαμετρημάτων σε σχέση με το οθωμανικό. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως στις πρώτες μέρες τις πολιορκίας και μετά σίγησε λόγω της ελάχιστης ποσότητας πυρίτιδας και βλημάτων, αλλά και τις διαφωνίας στον τρόπο χρήσης αυτών των όπλων [18].
Στην αρχή τις πολιορκίας υπήρχαν στον Κεράτιο κόλπο 26 πλοία πολεμικά. Από αυτά 10 ανήκαν στο Βυζάντιο, 5 ήταν βενετικά, 5 γενοβέζικα, 3 κρητικά, 1 από την Αγκώνα, 1 από την Καταλωνία και 1 από την Προβηγκία. Υπήρχαν επίσης μικρότερα σκάφη και εμπορικά πλοία των Γενοβέζων που ήταν ελλιμενισμένα στο Πέραν[19].

Τα τείχη της πόλης 

Κύριο λήμμα: Θεοδοσιανά τείχη
Η μορφή της περιτειχισμένης Κωνσταντινούπολης μπορεί να περιγραφεί ως τριγωνική. Ως βάση του τριγώνου ήταν τα χερσαία τείχη ενώ οι πλευρές του, που αποτελούσαν και την ακτογραμμή της πόλης, σχηματιζόταν από τα θαλάσσια τείχη[20].

Σχεδιαστική τομή των χερσαίων τειχών της Κωνσταντινούπολης
Τα χερσαία (ή Θεοδοσιανά) τείχη, που είχαν μήκος 5.570 μέτρων περίπου, εκτεινόταν από την αποβάθρα των Πηγών στην ακτή της Προποντίδας μέχρι τη συνοικία των Βλαχερνών. Σε όλο τους το μήκος ήταν διπλά, με εκείνο που έβλεπε προς την πόλη έφερε την ονομασία Έσω Τείχος και εκείνο που έβλεπε προς την πεδιάδα ονομαζόταν Έξω Τείχος. Η κύρια γραμμή άμυνας των βυζαντινών ήταν το Έσω τείχος, που είχε ύψος 12 μέτρα και πλάτος 5 μέτρα, και περιλάμβανε 96 πύργους ύψους 18 ως 20 μέτρα ο καθένας. Οι πύργοι αυτοί απείχαν μεταξύ τους 55 μ. περίπου. Το Έξω Τείχος είχε 8,5 μέτρα ύψος και 2 μ. πλάτος και είχε επίσης 96 πύργους, που είχαν ύψος 10 μ. περίπου και ήταν τοποθετημένοι έτσι ώστε να βρίσκονται στο κέντρο του κενού που άφηναν ανάμεσά τους οι εσώπυργοι. Τα τείχη απείχαν μεταξύ τους 15 έως 20 μ. ενώ ο χώρος που υπήρχε μεταξύ τους ονομαζόταν από τους βυζαντινούς «Περίβολος». Σε όλο το μήκος του Έξω Τείχους και σε απόσταση 15 έως 17μ. περίπου από αυτό υπήρχε τάφρος που το πλάτος της ήταν 19 μέχρι 21 μ. και το βάθος της περίπου 10 μ. Τα χερσαία τείχη είχαν 10 πύλες[21].
Η πρόσβαση στην πόλη από την θάλασσα παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες χάρης σε ένα ισχυρό θαλάσσιο ρεύμα στον Βόσπορο, τους βόρειους ανέμους αλλά και μια σειρά από ξέρες και ύφαλους που υπήρχαν στην Προποντίδα. Έτσι, για την προστασία των ακτών αρκούσε μόνο μια σειρά τειχών. Το παραθαλάσσιο τείχος του Κερατίου κόλπου εκτείνονταν από την συνοικία των Βλαχερνών μέχρι την παλαιά Ακρόπολη και είχε ύψος 10μ. περίπου, 17 πύλες, 110 πύργους και μήκος 5.600 μ. Στην εξωτερική πλευρά του υπήρχε μια στενή λωρίδα γης. Το τείχος της Προποντίδας, που ξεκινούσε από την Ακρόπολη και έφτανε ως την αποβάθρα των Πηγών, είχε ύψος 12 ως 15 μ., διέθετε 188 πύργους, περίπου 13 πύλες και είχε μήκος 8.900 μ. Σχεδόν σε όλο το μήκος το τείχος της Προποντίδας ήταν δίπλα στη θάλασσα, επομένως η αποβίβαση εχθρικών δυνάμεων ήταν αδύνατη και το έργο της άμυνας καθίστατο πιο εύκολο[22].

Η πολιορκία 

Οι Οθωμανοί προ των τειχών 


Η Κωνσταντινούπολη και τα τείχη του Θεοδόσιου
Τα πρώτα οθωμανικά αποσπάσματα έκαναν την εμφάνιση τους στις 2 Απριλίου, ενώ ολόκληρο το στράτευμα έφτασε σταδιακά έξω από τα τείχη της πόλης εως στις 5 Απριλίου. Την ίδια ημερομηνία έφτασε και ο σουλτάνος με τις τελευταίες μονάδες και αμέσως απέκλεισε την πόλη από στεριά και θάλασσα[23].
Όσον αφορά την διάταξη των αντιπάλων, ο αυτοκράτορας με τα καλύτερα στρατεύματά του ανέλαβε την υπεράσπιση του μεσαίου τμήματος των χερσαίων τειχών (Μεσοτειχίου), που ήταν και τα πιο ευπρόσβλητα, γιατί σ΄ εκείνο το σημείο τα διέσχιζε κάθετα ο χείμαρρος Λύκος. Απέναντί του τάχθηκε ο σουλτάνος με τους γενίτσαρους και άλλες επίλεκτες μονάδες, καθώς και το μεγάλο κανόνι που κατασκεύασε ο Ουρβανός[24].

Η διάταξη των αντιπάλων
Αριστερά του αυτοκράτορα, προς την Προποντίδα, ήταν ο Καττενάο με τα γενοβέζικα στρατεύματά του, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο οποίος μαζί με μερικούς βυζαντινούς φύλασσε την πύλη των Πηγών, ο Φίλιππος Κονταρίνι που ήταν υπεύθυνος για το τμήμα από την πύλη των Πηγών μέχρι τη Χρυσή πύλη, στην οποία ήταν ο Γενοβέζος Μανουήλ, ενώ λίγο πιο κάτω, δίπλα στα θαλάσσια τείχη, ήταν ο Δημήτριος Καντακουζηνός. Απέναντί τους οι Οθωμανοί παρέταξαν τα μικρασιατικά στρατεύματα υπό τον Ισάκ πασά[25].
Δεξιά του αυτοκράτορα, προς τον Κεράτιο Κόλπο, στο τμήμα των τειχών που ονομάζονταν Μυριάνδριον παρατάχθηκε ο Ιουστιννιάνης, ο οποίος λίγο μετά μετακινήθηκε στο σημείο που ήταν ο αυτοκράτορας. Αντικαταστάθηκε από ένα τμήμα υπό τους αδελφούς Μποκκιάρντι. Πιο πάνω, στο παλάτι των Βλαχερνών, εγκαταστάθηκε ο Βενετός βάιλος Μιννότο, ενώ ένας συμπατριώτης του, ο Τεόντορο Καρίστο, στρατοπέδευσε μαζί με τους άντρες του στο τμήμα των τειχών μεταξύ της πύλης Καλιγαρίας και του Θεοδοσιανού τείχους. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος μαζί με τους αδελφούς Λανγκάσκο ήταν πίσω από την τάφρο στο σημείο που κατέληγε στον Κεράτιο. Όλοι αυτοί είχαν να αντιμετωπίσουν τα ευρωπαϊκά στρατεύματα των Οθωμανών, υπό τον Καρατζά πασά.[26]
Τα θαλάσσια τείχη φυλάσσονταν από την πλευρά της Προποντίδας από τον Τζιάκομο Κονταρίνι, ο οποίος αμυνόταν στην περιοχή του Στουδίου. Δίπλα του υπήρχε ένα τμήμα από Έλληνες καλόγερους. Στο λιμάνι του Ελευθερίου ήταν ο πρίγκιπας Ορχάν με τους Τούρκους του, ενώ στο ανατολικό παράλιο της Προποντίδας εγκαταστάθηκαν άντρες της καταλανικής παροικίας υπό τον Περέ Χούλια. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος με 200 τοξότες υπεράσπιζε το ακρωτήριο της ακρόπολης. Τις ακτές του Κερατίου κόλπου φύλασσαν 700 Βενετοί και Γενοβέζοι ναύτες υπό τον Γκαμπριέλε Τρεβιζάνο. Στον Αλβίζο Ντιέντο παραχωρήθηκε η διοίκηση των πλοίων που ήταν στον κόλπο. Απέναντί τους είχαν τον Ζαγανός πασά με ένα τμήμα του Οθωμανικού στρατού, το οποίο παρατάχθηκε στο σημείο όπου τα χερσαία τείχη ενώνονταν με τα τείχη του Κεράτιου. Μέσα στην πόλη υπήρχαν δύο αποσπάσματα ως εφεδρεία: ένα υπό τον Λουκά Νοταρά, που στάθμευε στην συνοικία της Πέτρας, και το άλλο, υπό τον Νικηφόρο Παλαιολόγο, κοντά στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων.[27]
Στις 6 Απριλίου κηρύχθηκε επίσημα η πολιορκία από τον Μωάμεθ Β', αφού πρώτα, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, η πρόταση του για να παραδοθεί η πόλη υποσχόμενος ότι θα σέβονταν την ζωή και την περιουσία των κατοίκων, απορρίφθηκε από τους βυζαντινούς[28]. Αμέσως ξεκίνησε ο κανονιοβολισμός, με αποτέλεσμα ένα τμήμα των τειχών κοντά στη Χαρίσια πύλη να καταστραφεί, όμως οι υπερασπιστές κατάφεραν να το επισκευάσουν γρήγορα. Ταυτόχρονα οι Οθωμανοί άρχισαν εργασίες για να παραγεμίσουν την τάφρο, ώστε σε περίπτωση ρήγματος των τειχών να μπορούν να επιτεθούν με ευκολία. Επίσης αναλήφθηκαν υπονομευτικές εργασίες εναντίον των τμημάτων των τειχών που το έδαφος ήταν κατάλληλο. Στην θάλασσα τα πλοία έκαναν την πρώτη τους επίθεση, πιθανόν στις 9 Απριλίου, χωρίς επιτυχία, με αποτέλεσμα ο Μπαλτόγλου να περιμένει την άφιξη της μοίρας του Ευξείνου για να σχεδιάσει νέες επιχειρήσεις[29]. Το διάστημα μεταξύ 6 με 11 Απριλίου ο Μωάμεθ πήρε μερικά στρατεύματα και κυρίευσε δύο φρούρια που υπήρχαν έξω από την πόλη, το Θεράπειο και Στουδίου, ενώ την ίδια περίοδο ο Μπαλτόγλου επιτέθηκε και κατέλαβε τα Πριγκιπόνησα[30].
Στις 12 κατέφθασε ο τουρκικός στόλος από την Καλλίπολη και αγκυροβόλησε στο Διπλοκιόνιο. Ήταν ο πρώτος πραγματικά αξιόμαχος στόλος που είχαν αποκτήσει οι Οθωμανοί. Την ίδια μέρα ξεκίνησε ο βομβαρδισμός με τα κανόνια, που συνεχίστηκε αδιάκοπα σε όλο το διάστημα της πολιορκίας[31]. Οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα δικά τους κανόνια, που άλλωστε ήταν πολύ κατώτερα από τα τουρκικά, τα οποία είχαν τοποθετήσει πάνω στα τείχη για να βάλλουν εναντίον των πολιορκητών, αλλά γρήγορα διαπίστωσαν ότι κάθε βολή τους προκαλούσε ρωγμές στα ίδια τα τείχη[32]. Ωστόσο η άμυνα τις πρώτες βδομάδες διεξάγονταν με επιτυχία.
Την νύχτα της 18ης Απριλίου οι Οθωμανοί επιτέθηκαν με αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες στο Μεσοτείχιο. Καθώς το σημείο επίθεσης ήταν στενό η αριθμητική υπεροχή των Τούρκων ήταν χωρίς νόημα, ενώ η ανώτερη θωράκιση των βυζαντινών, όπως και η ηγετική ικανότητα του Τζουστινιάνι, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην νικηφόρα απόκρουση της επίθεσης. Μετά από τέσσερις ώρες οι Οθωμανοί υποχώρησαν έχοντας 200 νεκρούς ενώ οι υπερασπιστές κανέναν[33].
Στις 20 Απριλίου σημειώθηκε ένα αναπάντεχα ευχάριστο γεγονός για τους πολιορκημένους: τρία γενουατικά πλοία και ένα βυζαντινό, μετά από νικηφόρα σύγκρουση με αριθμητικά υπέρτερο τουρκικό στόλο, ήλθαν να ενισχύσουν τους Βυζαντινούς. Ο σουλτάνος είχε τόσο αναστατωθεί από την ναυμαχία αυτή που προχώρησε έφιππος στην θάλασσα. Το γεγονός αυτό ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για την ψυχολογία των πολιορκημένων, οι οποίοι πίστευαν ότι η ευνοϊκή έκβαση της πολιορκίας ήταν πλέον ορατή[34].
Στις 22 Απριλίου, ο στόλος των Τούρκων ύστερα από επιχείρηση της προηγούμενης νύχτας, κατάφερε να διεισδύσει εντός του Κεράτιου κόλπου. Για τον σκοπό είχε κατασκευαστεί στην κοιλάδα μεταξύ των λόγγων, ένα είδος ξύλινης εξέδρας, επάνω από την οποία σύρθηκαν- με τη βοήθεια πλήθους ανθρώπων που ήταν στη διάθεση του Μωάμεθ Β΄- τα οθωμανικά πλοία, που είχαν τοποθετηθεί πάνω σε τροχούς. Για να μη γίνει αντιληπτό το εγχείρημα, τα κανόνια βομβάρδιζαν ακατάπαυστα το χερσαίο τείχος. Ο στόλος των Βυζαντινών και των Ιταλών συμμάχων τους, που στάθμευε εντός του Κεράτιου κόλπου, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο πυρά και η κατάσταση της πόλης έγινε κρίσιμη. Τότε οργανώθηκε σχέδιο για να πυρποληθεί ο τουρκικός στόλος με υγρό πυρ την επόμενη νύχτα, όμως το σχέδιο προδόθηκε και έτσι δεν πραγματοποιήθηκε. Επιπλέον, η άμυνα της πόλης εξασθενούσε, καθώς έπρεπε να τοποθετηθούν δυνάμεις στο τείχος του Κερατίου που ως τότε δεν είχε ανάγκη από ιδιαίτερη περιφρούρηση.
Στο μεταξύ στη βυζαντινή πρωτεύουσα είχε γίνει ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη τροφίμων. Οι πολεμιστές είχαν αρχίζει να κουράζονται με τις αλλεπάλληλες εχθρικές επιθέσεις. Επίσης Βενετοί και Γενουάτες διαπληκτίζονταν κατηγορώντας οι πρώτοι τους δεύτερους για συνεργασία με τον εχθρό. Υπήρχαν φήμες ότι οι Γενουάτες του Γαλατά, ο οποίος έμεινε ανέγγιχτος από τους Τούρκους σε όλο το διάστημα της πολιορκίας, βοηθούσαν τον σουλτάνο. Επίσης πολλοί Βυζαντινοί αλλά και ξένοι συμβούλευαν τον Αυτοκράτορα να διαφύγει, όμως ο Κωνσταντίνος με θάρρος και αξιοπρέπεια απέρριπτε την ταπεινωτική αυτή λύση.

Ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ επιβλέπει την υπερνεώλκηση του τουρκικού στόλου. Πίνακας του Fausto Zonaro, (1854-1929)
Ο συνεχής βομβαρδισμός της πόλης, που δεν διακόπηκε για αρκετές βδομάδες καθόλου, εξάντλησε εντελώς τον πληθυσμό, άντρες, γυναίκες παιδιά, ιερείς, μοναχοί προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις πολυάριθμες ρωγμές του τείχους. Η πολιορκία είχε ήδη διαρκέσει πενήντα μέρες. Ταυτόχρονα στο οθωμανικό στρατόπεδο επικρατούσαν φήμες, πιθανόν ψεύτικες, για την πιθανή άφιξη πολυάριθμου χριστιανικού στόλου από τη Δύση, κάτι που ανάγκασε τον Μωάμεθ να εντείνει την προσπάθεια για κατάληψη της πόλης.

Τμήμα των Θεοδοσιανών τειχών, με διπλή στοίχιση και πυργίσκους, όπως διασώζονται σήμερα.
Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Τέλος, εγγυόταν για την ασφάλεια του πληθυσμού που θα παρέμενε στην πόλη. Οι αντιπροτάσεις του Κωνσταντίνου διαπνέονταν από πνεύμα αξιοπρέπειας και αποφασιστικότητας. Δέχονταν να πληρώσει υψηλότερους φόρους υποτέλειας και να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων όλα τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει. Για την Κωνσταντινούπολη όμως δήλωσε:
    «Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ' ἐμὸν ἐστίν οὔτ' ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.»    
Δηλαδή, σε σύγχρονη απόδοση:
« Το να σου (παρα)δώσω όμως την πόλη ούτε σε εμένα επαφίεται ούτε σε άλλον από τους κατοίκους της• διότι με κοινή απόφαση οι πάντες θα αποθάνουμε αυτοπροαίρετα και δεν θα υπολογίσομε τη ζωή μας.»

Η τελική επίθεση 

Ύστερα από την αποτυχημένη προσέγγιση, ο Μωάμεθ Β' κάλεσε πολεμικό συμβούλιο και κατόπιν έβγαλε λόγο προς τους στρατιώτες του, ζητώντας του θάρρος και σταθερότητα. Τόνισε ότι υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για έναν επιτυχή πόλεμο: η επιθυμία (για τη νίκη), η ντροπή (για την ήττα) και η υπακοή στους ηγέτες. Επίσης δήλωσε με όρκο πως ο ίδιος ήθελε μόνο τα τείχη και τα οικοδομήματα της πόλης και πως αφήνει στο στρατό του όλα τα άλλα. Υπογράμμισε πως υπάρχουν θησαυροί μέσα στα κτήρια και κυρίως στις εκκλησίες και πως θα επωφεληθούν από τον εξανδραποδισμό των κατοίκων, ανάμεσά τους υπήρχαν πολλές νέες γυναίκες. Τέλος διέταξε νηστεία και προσευχή. Η επίθεση ορίστηκε για την νύχτα της 29ης Μαΐου[35].
Στις 28 Μαΐου συντελέστηκε μεγάλη ακολουθία στην Αγία Σοφία, η τελευταία χριστιανική ακολουθία που πραγματοποιήθηκε στην περίφημη εκκλησία της πόλης, την οποία παρακολούθησε πλήθος αξιωματούχων και πιστών. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' σε λόγο προς τον λαό του, όπως τον διασώζει ο Σφραντζής, τον προέτρεψε να αντισταθεί γενναία, λέγοντας ότι οι Τούρκοι «υποστηρίζονται από όπλα, ιππικό, πυροβολικό και την αριθμητική τους υπεροχή, εμείς όμως στηριζόμεθα πρώτα στον Θεό και Σωτήρα μας και κατόπιν στα χέρια μας και στην δύναμή μας που μας έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός». Ο Κωνσταντίνος ολοκλήρωσε την ομιλία του ως εξής:
    ...Γνωρίσατε λοιπόν τούτο: Εάν ειλικρινά υπακούσετε ό,τι σας διέταξα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία Του, που κρέμεται επάνω μας.    
.
Την Τρίτη το βράδυ, 29 Μαΐου, μεταξύ 01.00 και 02.00, εκδηλώθηκε γενική τουρκική επίθεση. Μόλις δόθηκε το σύνθημα η πόλη υπέστη συνδυασμένη επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως. Οι Βυζαντινοί κατάφεραν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ' όπου οι Τούρκοι προσπάθησαν να περάσουν κάτω από τα τείχη. Παρόλο που στις επιθέσεις ήταν περισσότεροι αριθμητικά, οι Βυζαντινοί τους απώθησαν αρκετές φορές προκαλώντας τους τρομερές απώλειες. Οι δύο πρώτες επιθέσεις αποκρούστηκαν. Όμως ο Μωάμεθ Β' οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση. Με ιδιαίτερη επιμονή οι Τούρκοι επιτέθηκαν κατά του μέρους των τειχών το οποίο ήταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού (Πέμπτον), όπου πολεμούσε και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνι, τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή η απώλεια υπήρξε ανεπανόρθωτη για τους Βυζαντινούς. Στα τείχη δημιουργούνταν συνεχώς ρήγματα και ο Αυτοκράτορας, πολεμώντας ως απλός στρατιώτης, έπεσε στην μάχη. Δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τον θάνατο του και για τον λόγο αυτό ο θάνατός του έγινε γρήγορα θέμα ενός θρύλου που έχει συσκοτίσει την ιστορική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να σπάσουν τη γραμμή άμυνας των τειχών, παρά μόνο όταν από εσωτερική προδοσία μπήκαν από την Κερκόπορτα και περικύκλωσαν τους αμυνόμενους.

Λεηλασίες 


Η είσοδος του Μωάμεθ Β΄ στην Κωνσταντινούπολη (πίνακας του Jean-Joseph Benjamin-Constant, 19ος αιώνας).
Η πολιορκία κράτησε περίπου 3 μήνες και, τελικά, ο σημαντικά ισχυρότερος Μωάμεθ κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 (αποφράς ημέρα). Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας μαζικές λεηλασίες. Ένα μεγάλο πλήθος πολιτών κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ελπίζοντας να βρει εκεί ασφάλεια. Αλλά οι Τούρκοι διέρρηξαν την κεντρική πύλη και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου έσφαξαν το πλήθος. Την ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ή πιθανόν την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Κατόπιν ο Πορθητής εγκαταστάθηκε στα αυτοκρατορικά ανάκτορα των Βλαχερνών.
Όπως παραδίδει ο Σφραντζής, δόθηκε διαταγή για τριήμερη λεηλασία της πόλης. Άλλες πηγές αναφέρουν πως ουσιαστικά η λεηλασία έπαυσε μετά την πρώτη ημέρα[37][38]. O ιστορικός Δούκας αναφέρει πως ο σουλτάνος επιφύλαξε για τον εαυτό του τα οικοδομήματα και τα τείχη της πόλης, αφήνοντας τα υπόλοιπα αγαθά, τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στη διάθεση των στρατευμάτων[39]. Ο άμαχος πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης θανατωνόταν χωρίς διάκριση.[40] Οι εκκλησίες με επικεφαλής την Αγία Σοφία, καθώς και τα μοναστήρια με όλο τους τον πλούτο λεηλατήθηκαν και βεβηλώθηκαν, ενώ οι ιδιωτικές περιουσίες έγιναν αντικείμενο αρπαγής και λαφυραγωγίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών χάθηκαν αναρίθμητοι πολιτιστικοί θησαυροί. Πολύτιμα βιβλία κάηκαν, κομματιάστηκαν ή πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές[41]. Ο ιστορικός Κριτόβουλος, που ανήκε στο οθωμανικό στρατόπεδο, αναφέρει ότι δεν υπήρξε στοιχειώδης οίκτος κατά τις λεηλασίες και η πόλη ερημώθηκε ολοσχερώς.

Επακόλουθα της Άλωσης 

Η Ορθόδοξη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε πια να υφίσταται και στη θέση της ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε η Μωαμεθανική Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη που ονομάστηκε από τους Τούρκους Ισταμπούλ.[43] (από τη φράση εις την πόλιν) και παρέμεινε έδρα του κράτους ως την οριστική κατάλυσή του το 1922.
Το 1456 ο Μωάμεθ Β' απέσπασε από τους Φράγκους την Αθήνα και λίγο αργότερα υπέταξε όλες τις ελληνικές περιοχές, όπως και την Πελοπόννησο. Ο Παρθενώνας, που τότε ήταν εκκλησία της Θεοτόκου, μετατράπηκε με διαταγή του ίδιου σε τζαμί. Το 1461, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας περιήλθε στην εξουσία των Οθωμανών. Την ίδια χρονιά καταλήφθηκαν και τα τελευταία υπολείμματα του Δεσποτάτου της Ηπείρου.
Η πτώση της Κωνσταντινούπολης σηματοδότησε την έναρξη της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα.

Θρύλοι και παραδόσεις 


Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ

Η Πύλη του Χαρίσιου από την οποία μπήκε στην Κωνσταντινούπολη ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής όπως είναι σήμερα. Υπάρχει στα δεξιά μαρμάρινη επιγραφή που υπενθυμίζει το γεγονός.
Ο τρόπος που θυσιάστηκε ο τελευταίος Αυτοκράτορας, καθώς και ότι δεν διασώθηκαν πληροφορίες για τις τελευταίες στιγμές του στο πεδίο της μάχης, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ποικίλους θρύλους με κυριότερο αυτόν του «μαρμαρωμένου βασιλιά»[44] που περιμένει την στιγμή να ανακτήσει την Πόλη και την Αυτοκρατορία του.
Μια λαϊκή χριστιανική παράδοση, αναφέρει ότι τη στιγμή που διέρρηξαν οι Τούρκοι την πύλη της Αγίας Σοφίας τελούνταν η θεία λειτουργία και ο ιερέας τη στιγμή που είδε τους μουσουλμάνους να ορμούν στο πλήθος των πιστών, εισήλθε και εξαφανίσθηκε μέσα στον τοίχο, πίσω από το Άγιο Βήμα, που άνοιξε μπροστά του κατά τρόπο μαγικό. Λέγονταν ότι όταν η Κωνσταντινούπολη θα επανέλθει στα χέρια των Χριστιανών, ο ιερέας θα βγει από τον τοίχο για να συνεχίσει την λειτουργία[45]. Ένας άλλος θρύλος λέει ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος στο ένα του χέρι είχε έξι δάχτυλα και αν βρεθεί κάποιος Έλληνας που έχει έξι δάχτυλα τότε θα ανακτήσει ( ο Κωνσταντίνος ) την Πόλη και την αυτοκρατορία του.
Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Αμερικάνος ιστορικός Ε. Α. Γκρόσβενορ αναφέρει ότι στην συνοικία Αμπού Βέφα στην Κωνσταντινούπολη, υπήρχε ένας χαμηλός ανώνυμος τάφος τον οποίο οι Έλληνες τιμούσαν ως τάφο του Κωνσταντίνου και τον χρησιμοποιούσαν κρυφά ως τόπο προσευχής. Όμως η Οθωμανική Κυβέρνηση επενέβη εκείνη την εποχή επιβάλλοντας ποινές και ερημώνοντας το μέρος[46].

Παραπομπές 

  1. Α.Α. Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324-1453),τόμ. Β΄, εκδ. Πάπυρος, 1971, σελ. 361-2
  2. Βασίλιεφ (1971), Β΄, 362-3
  3. Βασίλιεφ (1971), Β΄, 358
  4. Βασίλιεφ (1971), Β΄, 358-60
  5. Στίβεν Ράνσιμαν, Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1453 , εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 2002, σελ. 126
  6. Νίκος Νικολούδης, "Η άλωση της Κωνσταντινούπολης", στον συλογικό τόμο Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, εκδ. Περισκόπιο 2001, σελ. 28. Ράνσιμαν (2002), 129
  7. Ράνσιμαν, (2002) 129, 137
  8. Σοφία Φοίβα, 1453 Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης σύμφωνα με τις Βυζαντινές και Λατινικές πηγές, Θεσσαλονίκη 2010, σελ.78-80
  9. Ράνσιμαν, (2002) 126-8
  10. Νικολούδης, (2001) 28
  11. Ράνσιμαν, (2002) 129
  12. Νίκος Βασιλάτος, "Ο Μωάμεθ Β΄ο ..πυροβολητής", στο τόμο Η Άλωση της Πόλης Μαρτυρίες εντός και εκτός των τειχών, εκδ. Χ. Κ Τεγόπουλος-εφ. Ελευθεροτυπία, Αθήνα 2008, σελ. 112
  13. Σπύρος Κάπαρης , "Το τέλος των Θεοφύλακτων τειχών της Βασιλεύουσας", στο Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης , (2001), ό. π., σελ.50
  14. Βασίλιεφ, (1971), Β΄, 363-4
  15. Γεώργιος Φραντζής, "Το χρονικό της πολιορκία και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης", στον τόμο Γεώργιος Φραντζής- Νικολό Μπάρμπαρο, Η Πόλις εάλω Το χρονικό της πολιορκίας και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, Μετάφραση: Κουσουνέλος, Γιώργος, εκδ. Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1993, σελ. 26
  16. Νικολούδης, (2001) 27
  17. David Nicolle, Constantinople 1453 : The End of Byzantium, Osprey 2000, σελ.33
  18. Κάπαρης, (2001) 48
  19. Ράνσιμαν, (2002) 141
  20. Κάπαρης (2001), 42
  21. Κίμων Εμμανουήλ Πλακογιαννάκης, "Τα Θεοφύλακτα τείχη της Κωνσταντινούπολης", περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 45, εκδ. Περισκόπιο, Αθήνα 2000, σελ. 11-2
  22. Πλακογιαννάκης (2000), 17. Κάπαρης (2001), 42-3
  23. Ράνσιμαν, (2002) 143-4
  24. Νικολούδης, (2001) 29-30
  25. Νικολούδης, (2001) 29-30. Ράνσιμαν, (2002) 150
  26. Νικολούδης, (2001) 30. Ράνσιμαν, (2002) 149-150
  27. Νικολούδης, (2001) 30. Ράνσιμαν, (2002) 150
  28. Νικολούδης, (2001) 29
  29. Ράνσιμαν, (2002) 154-5
  30. Ράνσιμαν, (2002) 155-6. Σλουμπερζέ Γουστάβος, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Πολιορκία και Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα 1997, τόμ. Α΄, σελ. 120-1
  31. Σλουμπερζέ (1997), τόμ. Α΄, σελ. 125-6. Μπάρμπαρο (1993) 130
  32. Νικολούδης, (2001) 29
  33. Ράνσιμαν, (2002) 158-9. Μπάρμπαρο (1993) 130-1
  34. Le Siege, la prise, et le sac de Constantinople par les Turcs en 1453, σελ 140 (Γαλλικά)
  35. Κριτόβουλος, Ι, 50, 2, έκδοση Müller, σελ 91.
  36. Γεωργίου Φραντζή. Annales. III, 6 έκδοση Bonn. σελ. 217-279
  37. "Istanbul" στο The Encyclopedia of Islam, Vol. IV, E.J. Brill, Leiden: 1997
  38. S. Runciman, The Fall of Constantinople 1453, Cambridge, 1965, σ. 148
  39. Μιχαήλ Δούκα, Historia Byzantina, CSHB, Vol. 20, Bonn, σ. 281
  40. Α. Α. Βασίλιεφ. Τόμος Β', σελ. 367
  41. Μιχαήλ Δούκα, Historia byzantina, XLII, έκδοση Bonn, σελ. 312.
  42. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Εκδ. Αθηνών. Τόμος Θ', σελ. 213: "Ακόμη και ο Ιμβριώτης Κριτόβουλος... γράφει πως ο τουρκικός στρατός 'πάσαν ταύτην εκκένωσε και ηρήμωσε και πυρός δίκην ηφάνισε και ημαύρωσε, ωσθ' όλως απισθήναι, ει και ην εν αυτή ποτέ η ανθρώπων οίκησις η πλούτος, ή περιουσία πόλεως ή άλλη τις κατ' οίκον κατασκευή τε και περιφάνεια"
  43. Ο Άραβας γεωγράφος του 10ου αιώνα al-Masudi, αναφέρει ότι οι Έλληνες, στην εποχή του, ονόμαζαν την πρωτεύουσά Πόλιν, και αναφερόμενοι σε αυτήν συνήθιζαν να λένε εις την Πόλιν, και δεν χρησιμοποιούσαν το όνομα Κωνσταντινούπολη. G. Le Strange, The Lands of Eastern Caliphate, σελ 138. Έτσι το Ισταμπούλ είναι το ελληνικό εις την Πόλιν.
  44. Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς.
  45. Βασίλιεφ (1971), Β΄, 368
  46. Βασίλιεφ (1971), Β΄, 368

Πηγές 

  • Βασίλιεφ Α. Α., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τόμος Β', Μετάφραση Δημοσθένη Σαβράμη. Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος. Αθήνα 1971, σελ 357-372
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος Θ', Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα 1972, 2000.σελ. 207-213 ISBN 9789602131053.
  • Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, εκδ. Περισκόπιο, Αθήνα 2001, ISBN 960-86822-7-4
  • Η Άλωση της Πόλης Μαρτυρίες εντός και εκτός των τειχών, εκδ. Χ. Κ Τεγόπουλος-εφ. Ελευθεροτυπία, Αθήνα 2008
  • Nicolle David , Constantinople 1453 : The End of Byzantium, Osprey 2000, ISBN 978-1841760919
  • Πλακογιαννάκης Κίμων Εμμανουήλ, "Τα Θεοφύλακτα τείχη της Κωνσταντινούπολης", περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 45, εκδ. Περισκόπιο, Αθήνα 2000, σελ. 6-19
  • Ράνσιμαν Στίβεν , Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1453 , εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 2002, ISBN 9789602064795
  • Σλουμπερζέ Γουστάβος, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Πολιορκία και Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως, α΄έκδοση 1914 (γαλλικά), μετάφραση στην καθαρεύουσα (1914): Σπυρ. Π. Λάμπρου. Απόδοση στη Νέα Ελληνική : Ιωάννης Α. Μελισσείδης & Ρίτα Ζαβολέα - Μελισσείδου, Εκδ. Βεργίνα, Αθήνα 1997, τόμοι 2, έκδοση 2002 Εκδ.Βεργίνα, Αθήνα. ISBN 960717190X ISBN 9789607171900
  • Φοίβα Σοφία , 1453 Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης σύμφωνα με τις Βυζαντινές και Λατινικές πηγές, Θεσσαλονίκη 2010
  • Φραντζής Γεώργιος - Μπάρμπαρο Νικολό, Η Πόλις εάλω Το χρονικό της πολιορκίας και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, Μετάφραση: Κουσουνέλος Γιώργος, Λάππα Βανέσσα, εκδ. Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1993 ISBN 960-236-356-8 (αποσπάσματα από το κείμενο του Ν. Μπάρμπαρο μπορείτε να διαβάσετε εδώ http://www.e-istoria.com/62.htm

Περαιτέρω μελέτη 

Βιβλιογραφία 

Άρθρα και ιστοσελίδες [Επεξεργασία]


Κωνσταντινούπολη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κωνσταντινούπολη Istanbul collage 5555.jpg

Χώρα  Τουρκία
Περιοχή Διαμέρισμα Μαρμαρά
Επαρχία Κωνσταντινούπολη
Έκταση 1.830,92 km²
Πληθυσμός 12.782.960   (2009)
Υψόμετρο περ. 100 m
Δικτυακός τόπος http://istanbul.gov.tr/
Η Κωνσταντινούπολη, διεθνώς γνωστή ως Ιστανμπούλ (τουρκ.: İstanbul, IPA: [istɑ̟nbuɫ]), είναι η μεγαλύτερη πόλη και λιμάνι της Τουρκίας. Συνιστά ταυτόχρονα κύριο πολιτισμικό, οικονομικό και βιομηχανικό κέντρο της χώρας. Με πληθυσμό περίπου 12 εκατομμύρια κατοίκους, αποτελεί μια από τις πολυπληθέστερες πόλεις του κόσμου. Η Κωνσταντινούπολη είναι κτισμένη στη θέση της αρχαίας ελληνικής πόλης Βυζάντιο, που ονομάστηκε έτσι από τον Βύζαντα των Μεγάρων, ο οποίος την ίδρυσε κατά το έτος 667 π.Χ.. Είναι κτισμένη στις δύο πλευρές του Κερατίου Κόλπου (τουρκ. Haliç) στη νότια είσοδο του στενού πορθμού του Βοσπόρου, που με μήκος περίπου 35 χλμ. συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα (τουρκ. Karadeniz) στον βορρά με τη θάλασσα του Μαρμαρά στον νότο. Αποτελεί κατά αυτό τον τρόπο τη μοναδική πόλη στον κόσμο που βρίσκεται σε δύο ηπείρους, την Ευρώπη (Ανατολική Θράκη) και την Ασία[2]. Η σύγχρονη πόλη χωρίζεται σε τρεις κύριες ζώνες που περιλαμβάνουν την παλαιά Κωνσταντινούπολη (τουρκ. Eminönü και Fatih), την περιοχή του Μπέηογλου (τουρκ. Beyoğlu) με τη συνοικία του Γαλατά και τον ομώνυμο πύργο, καθώς και το Σκούταρι (τουρκ. Üsküdar) μαζί με άλλα προάστια που βρίσκονται στην απέναντι ασιατική πλευρά του Βοσπόρου.
Στη μακραίωνη ιστορία της υπήρξε πρωτεύουσα τριών διαδοχικών αυτοκρατοριών: της Ρωμαϊκής (και της συνέχειάς της, της αποκαλούμενης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324 -1453), της βραχύβιας Λατινικής (1204-1261) και της Οθωμανικής (1453-1922) με συνέπεια την ανάδειξη πολιτισμών σε μια σύμμεικτη σήμερα παρουσία. Ως πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπήρξε κέντρο του ελληνικού στοιχείου για περισσότερο από χίλια χρόνια. Οι ιστορικές περιοχές της πόλης, με σημαντικά μνημεία, ανήκουν από το 1985 στον κατάλογο Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ της UNESCO[3]. Στα σημαντικότερα αξιοθέατα της πόλης ανήκουν η Αγία Σοφία, το ανάκτορο Τοπ Καπί και το τζαμί του Σουλεϊμάν, καθώς και το τζαμί του Σουλτάνου Αχμέτ («Μπλε τζαμί»). Στην πόλη εδρεύει επίσης το αρχαιότερο πανεπιστήμιο της Τουρκίας.

Ονομασίες 

Η πόλη ονομαζόταν από την ίδρυσή της το 658/7 π.Χ. έως και το 330 μ.Χ. Βυζάντιο. Το 196 μ.Χ και για σύντομο χρονικό διάστημα, έλαβε επίσης την ονομασία Augusta Antonina από τον αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο, προς τιμή του γιου του Αντωνίου[4]. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄, στα εγκαίνιά της το 330, την μετονόμασε Nova Roma (ελλ. Νέα Ρώμη)[5], όνομα που όμως δεν επικράτησε, καθώς η πόλη έγινε γρήγορα γνωστή ως Κωνσταντινούπολη (=πόλη του Κωνσταντίνου), από το όνομα του ιδρυτή της[6][7]. Όπως παραδίδει ο ιστορικός Σωκράτης, στην Εκκλησιαστική Ιστορία, η ονομασία Νέα Ρώμη κατοχυρώθηκε δια νόμου[8] και φαίνεται πως απηχούσε ένα ρητορικό παραλληλισμό μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης[9]. Άλλες ονομασίες που της αποδόθηκαν είναι «Βασιλεύουσα», «Βασιλίς των πόλεων», «Μεγαλόπολις» και «Επτάλοφος», ενώ αναφορά γίνεται και στο όνομα «Ανθούσα» [Florentia][10].

Το κανάλι που χωρίζει Ανατολική-Δυτική Κωνσταντινούπολη, όπως φαίνεται απ' τον Πύργο της Γαλατα.
Η διεθνής ονομασία της πόλης σήμερα είναι Ιστάνμπουλ, όπως μετονομάστηκε επίσημα από την Τουρκική Δημοκρατία στις 28 Μαρτίου του 1930. Η ετυμολογία του όρου δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Περισσότερο αποδεκτή είναι η άποψη πως προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «εις την πόλη»[11][12]. Θεωρείται εξάλλου πιθανό πως με δεδομένα τη σπουδαιότητα και το μέγεθός της, οι κάτοικοί της την αποκαλούσαν απλά «Πόλη»[13], όπως αποκαλείται συχνά μέχρι σήμερα από τους Έλληνες. Η ονομασία Ιστάνμπουλ, μαζί με τις παραλλαγές Ιστινμπόλ [Istinbol] ή Ιστανμπόλ [Istanbol] χρησιμοποιήθηκαν κατά την περίοδο του σουλτανάτου των Σελτζούκων, καθώς και κατά την πρώιμη οθωμανική περίοδο, ενώ η προφορά της ονομασίας ως εις την πόλη [Istinboli] πιστοποιείται σύμφωνα με πηγές από τα τέλη του 14ου αιώνα[14]. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο όρος Ισταμπούλ πηγάζει από τη λέξη Ισλαμπούλ [Islambul], δηλαδή πόλη του Ισλάμ, αν και αυτή η υπόθεση φαίνεται να προσκρούει στο γεγονός της χρήσης του ονόματος πριν ακόμα γίνει πρωτεύουσα της οθωμανικής αυτοκρατορίας[13]. Το ελαφρά παραλλαγμένο όνομα Ισλαμπόλ [Islam-bol], που μεταφράζεται ως «εκεί που το Ισλάμ αφθονεί», φαίνεται πως δόθηκε στην πόλη από τον Μωάμεθ Β' και συναντάται σε έγγραφα του 15ου αιώνα, καθώς και σε φιρμάνι του 1760/1 — που τελικά δεν εφαρμόστηκε — σύμφωνα με το οποίο θα έπρεπε να αποτελεί επίσημο όνομα της πόλης[14][15]. Η ονομασία Κωνσταντινούπολη [οθ. τουρκ. قسطنطينيه, Konstantiniyye] βρισκόταν σε παράλληλη χρήση, κυρίως σε επίσημα οθωμανικά έγγραφα, λογοτεχνικά έργα, αλλά και νομισματικές κοπές[14]. Ήταν σε χρήση περισσότερο σε κύκλους λογίων, ενώ στην καθημερινή επικοινωνία κυριαρχούσαν διάφορες παραλλαγές της ονομασίας Ιστανμπούλ[16].

Ιστορία 

Βυζάντιο (658 π.Χ.- 46 π.Χ.) 

Κύριο λήμμα: Βυζάντιο
Η Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε στη θέση της αρχαίας πόλης Βυζάντιο (επίσης Βυζαντίς), η ονομασία της οποίας παραπέμπει σε θρακική ονοματολογία[17]. Στα Γεωγραφικά, ο Στράβων εξιστορεί πως η πόλη ιδρύθηκε το 658/7 π.Χ. από Μεγαρείς αποίκους, με επικεφαλής τον Βύζαντα, από τον οποίο και πήρε το όνομά της. Ο μυθικός ήρωας Βύζας θεωρείται γιος του βασιλιά Νίσου από τα Μέγαρα ή γιος του Ποσειδώνα και της Κερόεσσας[18], κόρης της Ιούς και του Δία, την οποία η μητέρα της γέννησε στον Κεράτιο κόλπο. Άλλη εκδοχή εμφανίζει τον Βύζαντα ως γιο της νύμφης Σεμέστρας[17]. Ο Βύζας αναφέρεται μαζί με τους Άντες στο χρονογράφημα Παραστάσεις σύντομοι χρονικαί (8ος-9ος αι.) και εικάζεται ότι πιθανός συνδυασμός των δύο ονομάτων οδήγησε στο τοπωνύμιο Βυζάντιον[17].
Σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο του Βυζαντίου, όπως παραδίδεται από τον Στράβωνα, οι άποικοι ακολούθησαν χρησμό — πιθανώς του Μαντείου των Δελφών — ο οποίος τους προέτρεπε να κτίσουν την πόλη τους έναντι της πόλης των «τυφλών». Ως τυφλοί υπονοούνταν οι κάτοικοι της Χαλκηδόνας, οι οποίοι είχαν ιδρύσει την πόλη τους νωρίτερα στην απέναντι ασιατική ακτή του Βοσπόρου δίχως να αντιληθούν τα εξαιρετικά πλεονεκτήματα της απέναντι τοποθεσίας[19][20]. Το Βυζάντιο αναπτύχθηκε γρήγορα, περιτειχίστηκε και κατέλαβε εδάφη στα ασιατικά παράλια. Κατά τον Παυσανία, υπήρξε μία από τις καλύτερα οχυρωμένες πόλεις της αρχαιότητας[21]. Ιστορικές πληροφορίες για το Βυζάντιο αντλούμε επίσης από τον Ηρόδοτο. O τύραννος της πόλης, Αρίστων, υποστήριξε μαζί με άλλους Έλληνες στρατηγούς τον Πέρση βασιλιά Δαρείο στην εκστρατεία του εναντίον των Σκυθών. Στη διάρκεια της Ιωνικής επανάστασης καταλήφθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις και μετά το τέλος της, οι κάτοικοί της μετοίκησαν, ιδρύοντας τη Μεσηβρία στις δυτικές ακτές του Εύξεινου Πόντου[22].
Κατά τους κλασικούς χρόνους, μετά τη νικηφόρο για τους Έλληνες έκβαση των Μηδικών Πολέμων, το Βυζάντιο καταλήφθηκε από το νικητή των Πλαταιών Παυσανία[23], o οποίος μετά από συμφωνία με τον Ξέρξη παρέμεινε διοικητής της πόλης πριν εκδιωχθεί από τους Αθηναίους[24]. To Βυζάντιο υπήρξε μέλος της Δηλιακής συμμαχίας, ενώ κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-405 π.Χ.) τάχθηκε αρχικά στο πλευρό των Αθηναίων. Το 411 π.Χ. αποστάτησε από τον αθηναϊκό συνασπισμό και τον επόμενο χρόνο καταλήφθηκε από τον Σπαρτιάτη στρατηγό Κλέαρχο, ο οποίος προφασίστηκε την ανάγκη να εμποδιστεί η αποστολή σιτηρών προς την Αθήνα από τον Εύξεινο Πόντο[25]. Πολιορκήθηκε εκ νέου το 409 π.Χ από τους Αθηναίους, με επικεφαλής τον Αλκιβιάδη και, όταν ο Κλέαρχος εγκατέλειψε την πόλη, ορισμένοι Βυζάντιοι άνοιξαν τις πύλες στους Αθηναίους[26], οι οποίοι, τελικά, μετά από μάχη εντός των τειχών κατέλαβαν την πόλη. Μετά την ήττα του Αλκιβιάδη στους Αιγός Ποταμούς, οι Αθηναίοι υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης που τους υποχρέωνε, μεταξύ άλλων, να εγκαταλείψουν το Βυζάντιο. Παράλληλα, οι πολίτες του Βυζαντίου που είχαν προδώσει την πόλη, παραδίδοντάς τη στα χέρια του Αλκιβιάδη, εξορίστηκαν, αποκτώντας όμως αργότερα τιμητικά την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη[27]. H σπαρτιατική παρουσία στην πόλη έληξε περίπου το 390 π.Χ, όταν ο αθηναίος στρατηγός Θρασύβουλος επανέφερε το Βυζάντιο στην αθηναϊκή σφαίρα επιρροής, ωστόσο δεν έλειψαν κρίσεις στις σχέσεις των δύο πόλεων, όπως το 357 π.Χ, όταν το Βυζάντιο συντάχθηκε με τις δυνάμεις του Μαυσώλου.
Κατά την περίοδο της εξάπλωσης του Φιλίππου Β', το Βυζάντιο υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον Μακεδόνα βασιλιά, ωστόσο εκείνος πολιόρκησε την πόλη, το 341 π.Χ, μετά από άρνηση των Βυζαντίων να στραφούν εναντίον της Αθήνας. Οι κάτοικοι της πόλης απέδωσαν τη σωτηρία της σε θαύμα της θεάς Εκάτης, όπως μαρτυρείται από άγαλμα που έστησαν προς τιμή της, αλλά και σε παραστάσεις της σε νομίσματα της εποχής. Η ημισέληνος που απεικονίστηκε σε βυζαντιακά νομίσματα έγινε σύμβολο της πόλεως, γεγονός που θεωρείται πως επιζεί έως σήμερα με την υιοθέτησή της στη σημαία της τουρκικής δημοκρατίας[28]. Στην πραγματικότητα, το Βυζάντιο υποστηρίχθηκε από τους Αθηναίους και αρκετές ακόμα ελληνικές πόλεις που συντάχθηκαν μαζί τους[29]. Στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η πόλη διατήρησε ένα προνομιακό καθεστώς αυτονομίας. Κατά την εκστρατεία του Αλεξάνδρου προς τον Δούναβη, τον υποστήριξε στέλνοντας πλοία[30]. Μετά τον θάνατό του οι Βυζάντιοι, αν και αρχικά υποστήριζαν τον Αντίγονο Α', τελικά διατήρησαν ουδέτερη στάση στη μάχη του με τον Κάσανδρο και τον Λυσίμαχο[31]. Tο 279 π.Χ., η πόλη αναγκάστηκε να πληρώνει βαρύ φόρο στους Γαλάτες. Στα χρόνια που ακολούθησαν οι Βυζαντινοί επιδίωξαν την επέκταση της κυριαρχίας τους, κυρίως μέσω του ελέγχου του εμπορίου.

Ρωμαϊκή περίοδος 

Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, το Βυζάντιο απολάμβανε αρχικά προνόμια ελεύθερης πόλης, καθώς διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στους αγώνες εναντίον των Θρακών. Ενδεικτικά, ο Κλαύδιος εκχώρησε πενταετή ατέλεια[32], ενώ όπως παραδίδεται από τις επιστολές του Πλίνιου του νεότερου, ο Τραϊανός κατάργησε στην περίπτωση του Βυζαντίου εισφορές για την αυτοκρατορική λατρεία[33]. Ωστόσο, τα προνόμια αυτά καταργήθηκαν επί αυτοκρατορίας του Βεσπασιανού, ο οποίος υποβίβασε το Βυζάντιο στο επίπεδο μιας κοινής ρωμαϊκής επαρχίας. Στα τέλη του 2ου αιώνα, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ του αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου (β. 193-211) και του διεκδικητή του θρόνου Πεσκένιου Νίγηρα, το Βυζάντιο τάχθηκε στο πλευρό του τελευταίου. Ο Σεβήρος προέβη σε συστηματική πολιορκία της πόλης, την οποία τελικά κατέλαβε το 196. Χρειάστηκε τριετής μάχη που συνοδεύτηκε από ολοσχερή καταστροφή, σκληρή τιμωρία των κατοίκων, αλλά και διοικητική υποβάθμιση του Βυζαντίου, αφού παραχωρήθηκε στην Πέρινθο[34]. Καθώς η θέση του Βυζαντίου ήταν εμφανώς στρατηγικής σημασίας, ο Σεβήρος προέβη αργότερα σε εκτεταμένη ανοικοδόμηση της πόλης, η οποία ολοκληρώθηκε από τον γιο του Αντωνίνο, υψώνοντας νέα τείχη που διπλασίασαν την έκτασή της[35], ενώ εκχώρησε επίσης προνόμια που ο ίδιος είχε παλαιότερα αφαιρέσει. Μεταξύ των σημαντικότερων κτισμάτων συγκαταλέγονται τα λουτρά στο ιερό του ναού του Διός, που ονομάστηκαν «Ζεύξιππον», θέατρο και ιπποδρόμιο, ενώ ανακαινίστηκε και το λεγόμενο «Στρατήγιον»[34]. Την ίδια περίοδο, η πόλη έλαβε προσωρινά την ονομασία Augusta Antonina [Αυγούστα Αντονίνα], προς τιμή του γιου τού Σεβήρου.
Το Βυζάντιο έζησε μια νέα καταστροφή, όταν ο Γαλιηνός (β. 254-268) κατέστρεψε τις οχυρώσεις της, οι οποίες αργότερα κτίστηκαν εκ νέου από τον Διοκλητιανό. Την εποχή αυτή, οι συχνές επιδρομές φυλών, κυρίων των Γότθων, έφεραν το Βυζάντιο αρκετές φορές σε θέση άμυνας, χωρίς ωστόσο να υποστεί σημαντικό πλήγμα. Εκεί κατέφυγε ο Λικίνιος μετά την ήττα του από τον Κωνσταντίνο Α' στη Χρυσούπολη. Ο τελευταίος τον καταδίωξε αναγκάζοντάς τον τελικά να παραδοθεί. Προέβη σε πολιορκία της πόλης, την οποία κατέλαβε τον Σεπτέμβριο του 324. Φαίνεται πως ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε τα σημαντικά πλεονεκτήματα της θέσης του Βυζαντίου, με αποτέλεσμα να αποφασίσει να μεταφέρει εκεί την πρωτεύουσα του.

Πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (330-1204) 

Το σύστημα διακυβέρνησης της Τετραρχίας (π. 293-324) χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, από την πρακτική της δημιουργίας τόπων διαμονής του αυτοκράτορα. Οι πόλεις που ιδρύονταν, ή επανιδρύονταν, ως αυτοκρατορικοί τόποι διαμονής συνήθως εξωραΐζονταν και οικοδομούνταν σε αυτές σημαντικά κτήρια, όπως ανάκτορα, μαυσωλεία ή ιπποδρόμια. Για παράδειγμα, ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός (β. 285-310) κυβέρνησε από το Μεδιόλανο (σημ. Μιλάνο), ενώ παράλληλα ο Διοκλητιανός είχε ως έδρα τη Νικομήδεια. Ο Κωνσταντίνος επέλεξε το Βυζάντιο, ως πρωτεύουσα, προφανώς αντιλαμβανόμενος τη στρατηγική θέση του[36]. Η θεμελίωση της Κωνσταντινούπολης ταυτίστηκε με την έναρξη ενός πολύ μεγάλου πολεοδομικού εγχειρήματος, μεγάλης εμβέλειας. Η πόλη επεκτάθηκε, εντάσσοντας στο Βυζάντιο έκταση περίπου 5000 στρεμμάτων, σε μεγάλο βαθμό μη οικοδομημένη[37]. Παράλληλα, τα νέα τείχη που ξεκίνησαν να κτίζονται επί Κωνσταντίνου και αποπερατώθηκαν επί Κωνστάντιου Α' (337-361), προεκτείνονταν κατά δεκαπέντε στάδια σε σύγκριση με τα παλαιότερα τείχη του Σεβήρου[38]. Τα εγκαίνια της πόλης τελέστηκαν με λαμπρότητα στις 11 Μαΐου του 330 και ονομάστηκαν γενέθλια. Επιθυμώντας να πυκνώσουν οι οικισμοί της πόλης, μέχρι το 361 ήταν εξασφαλισμένη η δωρεάν παροχή άρτου στους πολίτες που έχτιζαν την κατοικία τους εκεί (panes aedium), ενώ επιπλέον μέτρα πειθαναγκαστικού χαρακτήρα εφαρμόζονταν προκειμένου να υποχρεώνονται οι ανάδοχοι εδαφών αυτοκρατορικής ιδιοκτησίας στη Μικρά Ασία να οικοδομήσουν στην Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον, αρκετοί οίκοι παραχωρήθηκαν σε ανώτερους αξιωματούχους της αυλής και χρηματοδοτήθηκαν απευθείας από το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο[39]. Σύντομα η πληθυσμιακή ανάπτυξη της πόλης έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε να καταργηθούν τα μέτρα που την ευνοούσαν, οδηγώντας παράλληλα σε μεγάλο συνωστισμό ανθρώπων[40].

Τοπογραφικός χάρτης της Κωνσταντινούπολης κατά τη βυζαντινή περίοδο.
Περιτριγυρισμένη από επτά λόφους, η Κωνσταντινούπολη, όπως και η Ρώμη, διαιρέθηκε σε 14 περιοχές. Το κέντρο του παλαιού Βυζαντίου, το Τετράστωον, μαζί με τον κοντινό ιππόδρομο, επαναπροσδιορίστηκε αρχιτεκτονικά και μετονομάστηκε σε Αυγουσταίον, προς τιμή της μητέρας του Κωνσταντίνου. Συνδυάστηκε με τον νέο φόρο (αγορά) του Κωνσταντίνου, κοντά στον οποίο διακλαδωνόταν η Μέση οδός, ο κύριος οδικός άξονας της πόλης που οδηγούσε μέχρι την πρώτη Χρυσή Πύλη. Στη δυτική πλευρά του Αυγουσταίου βρισκόταν ο ναός της Θείας Σοφίας, αφιερωμένος στην Αγία Σοφία, και στα ανατολικά ανεγέρθηκε το πρώτο μέγαρο της Συγκλήτου. Ανατολικά του ιπποδρόμου βρισκόταν το αυτοκρατορικό παλάτι, το οποίο μέχρι τον 6ο αιώνα δεν υπέστη σημαντικές αλλαγές και παρέμενε περιορισμένων σχετικά διαστάσεων. Η Νέα Ρώμη του Κωνσταντίνου, μόλις από την ημέρα των εγκαινίων της, ήταν φαινομενικά και επισήμως μια χριστιανική πόλη[41], αν και τα ολιγάριθμα χριστιανικά κτίρια που ανεγέρθηκαν με την ίδρυσή της, μειοψηφούσαν σαφώς σε σχέση με τους ιερούς τόπους της ελληνορωμαϊκής θρησκείας[42]. Στολισμένη με μεγαλοπρέπεια, η Κωνσταντινούπολη διέθετε όλα τα στοιχεία της αστικής ευημερίας, ευνοώντας σε πολιτισμικό επίπεδο τη συγχώνευση των εθίμων, της αρχιτεκτονικής και της τέχνης Δύσης και Ανατολής. Αποτέλεσε επίσης εκκλησιαστικό κέντρο, καθώς από το 381 αποτελούσε έδρα του πατριάρχη[43].

Χάρτης της περιοχής του Μεγάλου Παλατίου της Κωνσταντινούπολης. Απεικονίζονται ο Ιππόδρομος, η Αγία Σοφία και η Αγία Ειρήνη, καθώς και άλλα κτίρια. Η διάταξη των κτιρίων του ανακτορικού συμπλέγματος στηρίζεται σε λογοτεχνικές και ιστορικές αναφορές, καθώς σήμερα καλύπτεται από άλλα κτίρια.
Σημαντική επέκταση της πόλης δρομολογήθηκε επί της αυτοκρατορίας του Θεοδόσιου Β' (408-450) και υπό την επίβλεψη του επάρχου των πραιτωρίων της Ανατολής Ανθέμιου, ο οποίος καθ' υπερβολή μπορεί να χαρακτηριστεί και δεύτερος ιδρυτής της Κωνσταντινούπολης[44]. Το δυτικό τμήμα της πρωτεύουσας προωθήθηκε σε απόσταση ενός ρωμαϊκού μιλίου[44], ενώ συνολικά η εντός των τειχών έκτασή της διπλασιάστηκε[45] Η ασφάλειά της ενισχύθηκε με μεσοπύργια που χτίστηκαν κατά μήκος των θαλάσσιων μετώπων, ενώ παράλληλα υιοθετήθηκε ένα καινοτόμο σχέδιο για τα χερσαία τείχη, γνωστά σήμερα ως Θεοδοσιανά[46]. Κατά την αυτοκρατορία του Ιουστινιανού Α' (527-565), η μεσαιωνική Κωνσταντινούπολη έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή της, με πληθυσμό που έφτανε περίπου τους 500.000 κατοίκους[43] και συνιστούσε ένα μωσαϊκό κοινοτήτων με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Σε αυτή την περίοδο επιχειρήθηκε μια νέα αναδιοργάνωση του αστικού τοπίου της πρωτεύουσας, όπως άλλωστε απαιτούσαν οι συνθήκες, με δεδομένες τις εκτεταμένες καταστροφές που επέφεραν η πυρκαϊά του 532 και τα γεγονότα της στάσης του Νίκα. Στο νέο πολεοδομικό πρόγραμμα περιλαμβάνονταν ο επαναπροσδιορισμός των θέσεων και των έργων που παρουσίαζαν το πρόσωπο της εξουσίας και η αποτύπωση αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών που αναδείκνυαν την πόλη ως χριστιανική πρωτεύουσα της οικουμένης[47]. Ξεχωριστή συνεισφορά του Ιουστινιανού A' υπήρξε η ανέγερση αρκετών μοναστηριών και εκκλησιών, με πιο επιβλητική εκείνη της Αγίας Σοφίας[48]. Το 542 στην πόλη εξαπλώθηκε η νόσος της πανώλης που, όπως λέγεται, προκάλεσε τον θάνατο των 3/5 του πληθυσμού και σηματοδότησε μια περίοδο παρακμής της Κωνσταντινούπολης[43]. Η περίοδος από τον 7ο αιώνα μέχρι τον 9ο υπήρξε εν γένει μια κρίσιμη φάση στην ιστορία της πόλης, κατά την οποία πολιορκήθηκε από Πέρσες και Αβάρους (626), Άραβες (674-78 και 717-18), Βούλγαρους (813, 913), Ρώσους (860, 941, 1043) και Πετσενέγους (1090-91), αντιμετωπίζοντας επίσης επιδημίες και εσωτερικές συγκρούσεις.

Λατινοκρατία (1204-61) και βυζαντινή επανάκτηση 

Το 1203, στα πλαίσια της Δ' Σταυροφορίας, έλαβε χώρα η πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, με σκοπό την αποκατάσταση του Ισαάκιου Β' στον θρόνο. Στις 13 Απριλίου 1204, εισέβαλαν στην πόλη, η λεηλασία της οποίας διήρκεσε για αρκετά χρόνια. Νέος αυτοκράτορας εκλέχτηκε ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας. Η περίοδος της εφήμερης εγκατάστασης της Λατινικής Αυτοκρατορίας (1204-61) χαρακτηρίζεται ως η πλέον καταστροφική στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης[43] και ειδικότερα η λεηλασία της πόλης ως άνευ προηγουμένου[49]. Ενδεικτικές πληροφορίες για τις εκτεταμένες καταστροφές, πυρπολήσεις και λεηλασίες ναών, ανακτόρων, μνημείων και κεντρικών συνοικιών αντλούμε από το χρονικό του Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου (π. 1160-1213), καθώς και από το έργο του ιστορικού και αυτόπτη μάρτυρα Νικήτα Χωνιάτη[50]. Πληθώρα τόπων λατρείας παραχωρήθηκαν στο λατινικό δόγμα, καθώς και στον φραγκικό και ενετικό κλήρο, καθώς, σε ευρεία κλίμακα, επιχειρήθηκε η εγκαθίδρυση του λατινικού δόγματος στην άλλοτε μητρόπολη της Ορθοδοξίας[51]. Λατίνοι ιερείς από τη Γαλλία, τη Φλάνδρα και την Ιταλία, ανέλαβαν τη λειτουργία των εκκλησιών της πόλης. Την ίδια περίοδο, η ενετική συνοικία επεκτάθηκε, οχυρώθηκε και έλαβε τον χαρακτήρα ξεχωριστής υπερπόντιας αποικίας[51], ενώ ταυτόχρονα σημειώθηκε μαζική έξοδος του ελληνικού στοιχείου. Η γενική αραίωση του πληθυσμού δεν εξισορροπήθηκε από τη λατινική μετανάστευση που ξεκίνησε το 1204[52]. Το 1261, η Κωνσταντινούπολη επανακτήθηκε από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο (1259-82) και τις επόμενες δεκαετίες επιχειρήθηκε ένα νέο πρόγραμμα ανοικοδόμησης, σηματοδοτώντας μια στροφή στη διαμόρφωση του αστικού τοπίου. Προωθήθηκαν ειδικά μέτρα για την επιστροφή του πληθυσμού από τα προάστια και εν γένει υποστηρικτικές δράσεις για την αποκατάσταση της εικόνας της πόλης. Προωθήθηκαν επίσης αμυντικά έργα, τα οποία κρίνονταν απαραίτητα, με δεδομένη την πολύ κακή κατάσταση στην οποία περιήλθαν τα τείχη της πόλης, ως αποτέλεσμα της έλλειψης φροντίδας κατά τα προηγούμενα έτη[53]. Κατά τη δυναστεία των Παλαιολόγων, το πολιτικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης μετακινήθηκε στην περιοχή των Βλαχερνών. Στη διάρκεια των επόμενων αιώνων, η ήδη συρρικνωμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν σε επισφαλή θέση, γνωρίζοντας απειλές τόσο από τη Δύση όσο και από τη Μικρά Ασία, με τη σταδιακή ανάδειξη των Οθωμανών ως της κυρίαρχης δύναμης στην περιοχή. Παρά την οικοδόμηση που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα και στις αρχές του 14ου, η Κωνσταντινούπολη παρέμενε παρηκμασμένη, γεμάτη ερείπια και μεγάλες ερημωμένες εκτάσεις[43]. Ο περιηγητής στην πόλη, την περίοδο 1432-33, Μπερτραντόν ντε λα Μπροκιέρ, αναφέρεται στους άδειους χώρους της πόλης οι οποίοι, όπως περιγράφει, εκτείνονταν σε μεγαλύτερη επιφάνεια από εκείνους που είχαν κτιστεί[54]. Ανάλογη περιγραφή παραδίδεται από τον Ρουί Γκονζάλες ντε Κλαβίχο, στις αρχές του 15ου αιώνα, ο οποίος διακρίνει επιπλέον το τμήμα της θαλάσσιας ακτής ως πιο πυκνοκατοικημένο, ενώ συγχρόνως σημειώνει τα ερείπια των άλλοτε επιβλητικών εκκλησιών και μοναστηριών της πόλης[55].

Οθωμανική Αυτοκρατορία 


Jean Chartier, Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, 15ος αι., Bibliothèque nationale de France. Manuscript Français 2691 folio CCXLVIv
Τον Απρίλιο του 1453 ξεκίνησε η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β'. Είχε προηγηθεί η αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης της πόλης το 1422, από τον σουλτάνο Μουράτ Β'. Παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στις μεσαιωνικές πηγές, ο οθωμανικός στρατός φαίνεται πως υπερτερούσε κατά πολύ αριθμητικά[56]. Η τελική επίθεση, κατά την οποία σκοτώθηκε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, πραγματοποιήθηκε στις 29 Μαΐου, όταν, παρά την αντίσταση των αμυνόμενων, οι Οθωμανοί εισέβαλαν στην πόλη και την κατέλαβαν. Είχαν προηγηθεί συνολικά 54 ημέρες πολιορκίας[57]. Μετά από τριήμερη λεηλασία της πόλης[58], ο σουλτάνος, επιθυμώντας να περιορίσει την περαιτέρω καταστροφή της μελλοντικής πρωτεύουσάς του[59], διέταξε την παύση της και πραγματοποίησε την εθιμοτυπική και μεγαλοπρεπή είσοδό του στην πόλη. Ο Μωάμεθ Β' επιχείρησε να ενισχύσει τον πληθυσμό της πόλης, μετακινώντας αναγκαστικά κατοίκους από άλλες περιοχές που είχε κατακτήσει, όπως την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλονίκη και ελληνικά νησιά[60]. Πριν την αναχώρησή του από την Κωνσταντινούπολη, εξέδωσε φιρμάνια για τη μετακίνηση στην πόλη μουσουλμανικών, χριστιανικών και εβραϊκών οικογενειών, από την περιοχή της Ρούμελης και της Ανατολίας[14][61]. Η αναγκαστική μετοίκηση εξυπηρετούσε πληθώρα κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών αναγκών, όπως την αποκατάσταση της ευημερίας σε μια προηγουμένως παρηκμασμένη πόλη, τη δημιουργία πλούτου και την αποτροπή εξεγέρσεων απομονωμένων κοινοτήτων. Σύμφωνα με απογραφή του 1477, η Ιστανμπούλ αριθμούσε εκείνη την εποχή 16.324 νοικοκυριά[62], με το μουσουλμανικό και χριστιανικό στοιχείο να αντιστοιχούν περίπου στο 60% και 22% του συνολικού αριθμού (αρχεία Topkapi Sarayi, D 9524)[14]. Αν και οι εκτιμήσεις για τον πληθυσμό της πόλης διαφέρουν σημαντικά, θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως κατά το 16ο αιώνα είχε αυξηθεί σημαντικά.
Μέλημα του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ ήταν επίσης η οικοδόμηση της πόλης, με χαρακτηριστικά έργα την αποκατάσταση των τειχών, τη δημιουργία μιας οχυρωμένης θέσης (Yedikule), καθώς και την ανέγερση παλατιού στο κέντρο της πόλης. Για το έργο αυτό χρησιμοποίησε Έλληνες δούλους, έναντι σημαντικής αμοιβής με την οποία αργότερα ήταν σε θέση να κερδίσουν την ελευθερία τους και να εγκατασταθούν στην πόλη[63]. Εκτός από το παλάτι, το σημαντικότερο ίσως κτίριο που ανεγέρθηκε από τους Οθωμανούς κατακτητές ήταν το τζαμί του σουλτάνου, που κτίστηκε την περίοδο 1462-70 αλλά καταστράφηκε από σεισμό το 1766. Πληθώρα μεγαλοπρεπών τζαμιών συνέβαλαν σταδιακά στη διαμόρφωση του αρχιτεκτονικού ύφους της Κωνσταντινούπολης. Διοικητικά, η οθωμανική πόλη χωρίστηκε σε τέσσερις ενότητες: το κέντρο της Κωνσταντινούπολης (Σταμπούλ) και τις τρεις περιοχές του Γαλατά, του Εγιούπ (Χάσια) και του Ουσκουντάρ (Σκούταρι). Η αναδιάρθρωση της οθωμανικής Κωνσταντινούπολης βασίστηκε, εν γένει, στην πεποίθηση πως έπρεπε να διαπνέεται από το πνεύμα του Ισλάμ, αποκτώντας τον χαρακτήρα μιας ιερής ισλαμικής πόλης. Συνολικά, τα επόμενα χρόνια, η πόλη γνώρισε μια μακρά περίοδο ανάπτυξης, με μοναδικές εξαιρέσεις τις φυσικές καταστροφές — κατά κύριο λόγο πυρκαγιές και σεισμοί — και τις επιδημίες που την έπληξαν στο πέρασμα του χρόνου. Το εκτεταμένο πρόγραμμα επανεποικισμού και οικοδόμησης έθεσε τα θεμέλια για τη μεταμόρφωση της άλλοτε ερημωμένης πόλης σε μια οικουμενική αυτοκρατορική πρωτεύουσα, η οποία διέφερε σε χαρακτήρα και εμφάνιση από την αντίστοιχη βυζαντινή[64]. Κατά την περίοδο του Σουλεϊμάν Α΄, έφθασε στο απόγειο της αίγλης της[65].
Στις αρχές του 19ου αιώνα χρονολογείται μία ακόμα σημαντική εξέλιξη στην ιστορία της οθωμανικής Κωνσταντινούπολης, συνυφασμένη με την εποχή του τανζιμάτ, δηλαδή της αναδιοργάνωσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία συνοδεύτηκε από σοβαρές αναταραχές, όπως τη σφαγή των Γενιτσάρων στον Ιππόδρομο το 1826. Ενώ με αφορμή την Ελληνική Επανάσταση του 1821 για πρώτη φορά η οθωμανική εξουσία διέταξε την άμεση εκτέλεση προσώπων που διαδραμάτιζαν ισχυρό ρόλο, όπως του Οικουμενικού Πατριάρχη και του Μεγάλου Διερμηνέα, με τους συνεπαγόμενους διωγμούς κατά της ελληνικής κοινότητας της πόλης. Ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται γενικά ως η περίοδος κατά την οποία επιχειρήθηκε ο μετασχηματισμός της πόλης σε μία δυτικού τύπου πρωτεύουσα. Το 1870 επεκτάθηκε έως την Κωνσταντινούπολη ο ευρωπαϊκός σιδηρόδρομος, ενώ και άλλες σημαντικές δημόσιες υποδομές ολοκληρώθηκαν από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ού, όπως η υπόγεια σήραγγα μεταξύ Γαλατά και Πέραν (1873), σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεφωνικό δίκτυο. Την ίδια περίπου περίοδο, και μέχρι το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης σημείωσε σημαντική αύξηση από 385.000 το 1885 σε 560.000 το 1914[66].

Νεότερη ιστορία 

To 1908 η πόλη καταλήφθηκε από τον στρατό του κινήματος των Νεότουρκων, και ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β' εκθρονίστηκε. H Επανάσταση των Νεότουρκων επιτάχυνε τη διαδικασία προσαρμογής της πόλης στα δυτικά πρότυπα[67], η οποία είχε ξεκινήσει ήδη από το 1839 και τον σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄, με τη μεταρρύθμιση που ονομάστηκε Τανζιμάτ. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων (1912-13), αποτράπηκε η κατάληψή της από τον βουλγαρικό στρατό, η πορεία του οποίου ανακόπηκε στα προάστια της πόλης. Στο διάστημα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου βρισκόταν σε αποκλεισμό και με το πέρας του πολέμου ετέθη υπό βρετανική, γαλλική και ιταλική κατοχή μέχρι το 1923[43]. Με την άνοδο του Κεμάλ Ατατούρκ, ο τελευταίος οθωμανός σουλτάνος, Μεχμέτ Στ', εγκατέλειψε την πόλη το 1922. Παράλληλα, η Κωνσταντινούπολη έχασε την ηγεμονία που διατηρούσε για περισσότερο από μία χιλιετία, καθώς πρωτεύουσα της νεοσύστατης Δημοκρατίας της Τουρκίας ανακηρύχθηκε η Άγκυρα. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης είχε μειωθεί δραστικά, φθάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων εκατό ετών[68]. Παρέμεινε αλώβητη κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, χωρίς να υποστεί ζημιές, χάρη στην ουδέτερη στάση της Τουρκίας. Την περίοδο που ακολούθησε, ο πληθυσμός της σημείωσε πολύ μεγάλη αύξηση, λόγω της μετακίνησης μεγάλου τμήματος αγροτικού πληθυσμού στην πόλη προς εύρεση εργασίας. Από την άλλη πλευρά η ελληνική κοινότητα της πόλης συρρικνώθηκε δραματικά ύστερα από διαδοχικούς διωγμούς, με πιο αξιοσημείωτο από αυτούς τα Σεπτεμβριανά του 1955. H Ισταμπούλ μεταμορφώθηκε με την κατασκευή της πρώτης κρεμαστής γέφυρας του Βοσπόρου (1973), η οποία ένωσε τις ευρωπαϊκές με τις ασιατικές συνοικίες της πόλης μέσα από ένα νέο δίκτυο αυτοκινητοδρόμων, επιτρέποντας παράλληλα μεγάλες μετακινήσεις μεταναστών από την Ανατολία. Η πληθυσμιακή έκρηξη που παρατηρήθηκε κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, συνοδεύτηκε από προβλήματα μόλυνσης, υπερπληθυσμού ανά περιοχές, πολεοδομικής αναρχίας και ανεπάρκειας υπηρεσιών[43].

Πολεοδομική διάρθρωση 


Άποψη της Κωνσταντινούπολης από τον Βόσπορο.
Η Κωνσταντινούπολη είναι η πρώτη σε πληθυσμό πόλη της Τουρκίας με περίπου 12.000.000 κατ. Βρίσκεται ακριβώς επί του 41ου βόρειου παραλλήλου και χωρίζεται σε τρεις κύριες περιοχές. Η πρώτη αποτελεί ουσιαστικά την παλαιά πόλη — γνωστή και ως Σταμπούλ [Stamboul] — που εκτείνεται στην ιστορική τριγωνική χερσόνησο του Βυζαντίου και περιλαμβάνει τις περιοχές Εμινονού (τουρκ. Eminönü) και Φατίχ (τουρκ. Fatih). Βρίσκεται νότια του Κεράτιου κόλπου, στη λεγόμενη ευρωπαϊκή πλευρά, και αποτελεί το πλέον πυκνοκατοικημένο τμήμα της πόλης. Η χερσόνησος περιβάλλεται από τη θάλασσα του Μαρμαρά στα νότια, και από τον πορθμό του Βοσπόρου στα ανατολικά. Κτισμένη σε λοφώδες έδαφος, διαιρείται σε πολυάριθμες συνοικίες. Οι επτά λόφοι που της έδωσαν και την ονομασία Επτάλοφος υψώνονται κλιμακωτά και χωρίζονται με μικρές κοιλάδες, ενώ στις κορυφές τους ξεχωρίζουν σπουδαία τζαμιά.
Η δεύτερη κύρια περιοχή της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται στα βόρεια/ανατολικά του Κεράτιου κόλπου, επίσης στο ευρωπαϊκό τμήμα της πόλης, και περιλαμβάνει τις ιστορικές συνοικίες Μπέηογλου και Μπεσικτάς. Διακρίνεται για τα σύγχρονα οικοδομήματά της και ειδικότερα η περιοχή του Μπέηογλου χαρακτηρίζεται ως η μοντέρνα Ισταμπούλ[43]. Οι δύο περιοχές, που χωρίζονται από τον Κεράτιο κόλπο, ενώνονται με δύο γέφυρες: τη νεότερη γέφυρα του Γαλατά και τη γέφυρα Ατατούρκ. Ο Γαλατάς υπήρξε σημαντικό εμπορικό κέντρο της πρωτεύουσας, έδρα εμπορικών και τραπεζιτικών καταστημάτων, του τελωνείου και πρακτορείων ατμοπλοϊκών και ασφαλιστικών εταιριών[69].
Ως τρίτη κύρια περιοχή λογίζονται τα προάστια στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν οι περιοχές Σκούταρι (αρχ. Χρυσόπολις, τουρκ. Uskudar) και Χαλκηδόνα (τουρκ. Kadıköy). Το Σκούταρι διακρίνεται για τα πολυάριθμα τεμένη, τους μενδρεσέδες και τα ασκητήρια των δερβισσών. Στα ευρύτερα όρια του δήμου της Κωνσταντινούπολης υπάγονται επίσης τα Πριγκιπονήσια (τουρκ. Adalar), μια ομάδα εννέα μικρών νησιών που βρίσκονται στη θάλασσα του Μαρμαρά και σε απόσταση περίπου 18-25 χλμ. νοτιοανατολικά του κέντρου της πόλης.

Κλίμα 

Εποχιακές εικόνες Κωνσταντινούπολης
Άνοιξη  
Καλοκαίρι  
Φθινόπωρο  
Χειμώνας  
To κλίμα της Κωνσταντινούπολης είναι τύπου Cfb και Csb στην ταξινόμηση κατά Köppen και χαρακτηρίζεται γενικά ως ήπιο, με υψηλή υγρασία. Είναι εύκρατο κλίμα που διαμορφώνεται σε ωκεάνιο στα βορειοδυτικά. Η μέση θερμοκρασία είναι 5,5 °C το μήνα Ιανουάριο, 22 °C τον Ιούλιο και 13,6 °C ετησίως[70][71]. Η μέση ατμοσφαιρική κατακρήμνιση είναι αντίστοιχα 124, 34 και 844 mm[72]. Οι βροχοπτώσεις είναι συχνές καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου ενώ από τον Δεκέμβριο ως και τον Μάρτιο καταγράφεται επίσης περιστασιακή χιονόπτωση, αλλά γενικά η κάλυψη χιονιού είναι πρόσκαιρη[73]. Λόγω της μεγάλης έκτασής της, η Κωνσταντινούπολη χαρακτηρίζεται από κλιματική ποικιλομορφία. Η χαμηλότερη θερμοκρασία που έχει ποτέ καταγραφεί στην πόλη είναι -16.1 °C (9 Φεβρουαρίου 1927) και η υψηλότερη 40,5 °C (12 Ιουλίου 2000)[74].
Κωσταντινούπολη,  Τουρκία
Μήνας Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μάι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ Έτος
Μέγιστη καταγεγραμμένη θερμοκρασία (°C) 18,3 24,0 26,2 32,9 33,0 40,2 40,5 38,8 33,6 34,2 27,2 21,2 40,5
Μέγιστη θερμοκρασία (°C) 8,7 9,1 11,2 16,5 21,4 26,0 28,4 28,5 25,0 20,1 15,2 9,7 18,3
Μέση θερμοκρασία (°C) 5,8 5,9 7,6 12,1 16,7 21,0 23,4 23,6 20,2 16,0 11,9 8,2 14,3
Ελάχιστη θερμοκρασίας (°C) 2,9 2,8 3,9 7,7 12,0 16,0 18,5 18,7 15,2 12,0 8,5 5,3 10,3
Ελάχιστη καταγεγραμμένη θερμοκρασία (°C) -10,4 -16,1 -7,0 -0,6 3,6 8,0 10,5 8,2 5,2 1,0 -4,0 -9,4 -16,1
Βροχόπτωση (mm) 102,4 80,2 69,9 45,8 36,1 34,0 38,8 47,8 61,4 100,9 110,7 123,9 843,9
Μέση Μηνιαία Υγρασία (%) 77 75 74 71 72 70 67 68 68 72 74 76 72
Μέση ημέρες με το χιόνι 6 6 3 0 0 0 0 0 0 0 0 4 19
Μέση ημέρες με την βροχοπτώσεις 20 17 16 14 12 8 5 6 7 12 16 19 152
Fonto: Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός (OHE)[70] Türkiye Meteoroloji Genel Müdürlüğü (DMI)[72] BBC Weather Centre[75] και Historical Weather Information for Istanbul[76]

Οικονομία 


Η περιοχή Λεβέντ της Κωνσταντινούπολης, επιχειρηματική συνοικία στη Μπεσικτάς.
Ευνοημένη από ποικίλους παράγοντες, όπως η γεωγραφική θέση της, η ιστορία της και η ολοένα μεγαλύτερη σύνδεσή της με τις αγορές της Ευρώπης, της Ασίας και των Βαλκανίων, η Κωνσταντινούπολη έχει καθιερωθεί ως βιομηχανικό και οικονομικό κέντρο της Τουρκίας. Παράγει το 27% του ΑΕΠ, το 38% επί της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής και περισσότερο από 50% των υπηρεσιών, αντιπροσωπεύοντας το 40% των φορολογικών εσόδων[77]. Το 2004 η συμμετοχή της Κωνσταντινούπολης επί του συνόλου των τουρκικών εξαγωγών και εισαγωγών ήταν περίπου 50% και 40% αντίστοιχα, αναδεικνύοντας τον σημαντικό οικονομικό ρόλο της πόλης[78].
Από τη δεκαετία του 1980, η Κωνσταντινούπολη υπήρξε έδρα μεγάλων εταιρειών του εξωτερικού, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών, με το ποσοστό τους να αυξάνει από 8,49% (1980) σε 28,91% (1990), και συμβάλλοντας έτσι με ποσοστό 80% επί των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Τουρκία[79]. Την περίοδο 1987-2004, σημείωσε μέση ετήσια ανάπτυξη σε ποσοστό 3,7%, έναντι 3,2% της Τουρκίας. Η οικονομία της Κωνσταντινούπολης παραμένει ωστόσο ευάλωτη σε οικονομικούς κύκλους, με αυξομειώσεις και κατά περιόδους αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης (1994, 1999, 2001)[80]. Τα υφαντά, το αλεύρι, ο καπνός, το τσιμέντο και το γυαλί είναι μεταξύ των κύριων προϊόντων που παράγονται. Οι σημαντικότερες βιομηχανίες είναι τα ενδύματα, δερμάτινα είδη, προϊόντα γυαλιού, ηλεκτρονικά, προϊόντα χάρτου, μηχανολογικός εξοπλισμός, τρόφιμα και χημικά. Σημαντική πηγή εισοδήματος αποτελεί συγχρόνως ο τουρισμός.

Εκπαίδευση 

Στην Κωνσταντινούπολη εδρεύουν ορισμένα από τα κορυφαία ιδρύματα ανώτατης και μέσης εκπαίδευσης της Τουρκίας, δημόσια και ιδιωτικά. Το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, με έτος ίδρυσης το 1453, είναι το παλαιότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Τουρκίας και ένα από τα παλαιότερα στον κόσμο, ενώ υπήρξε και το μοναδικό κέντρο ανώτερης εκπαίδευσης κατά τη θεμελίωση της Δημοκρατίας της Τουρκίας[81]. Φημισμένο είναι επίσης το Τεχνικό Πανεπιστήμιο Κωνσταντινούπολης (τουρκ. İstanbul Teknik Üniversitesi), προσανατολισμένο στις πολυτεχνικές επιστήμες. Άλλα επιφανή δημόσια πανεπιστήμια είναι το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου (τουρκ. Boğaziçi Üniversitesi), η Σχολή Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν, το Τεχνικό Πανεπιστήμιο Γιλντίζ και το Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά. Στα σημαντικότερα ιδιωτικά συγκαταλέγονται τα πανεπιστήμια Κοτς (Koç University), Σαμπάντζι (Sabancı Üniversitesi) και Μπιλγκί (İstanbul Bilgi Üniversitesi). Στην πλειοψηφία των ιδιωτικών σχολείων μέσης εκπαίδευσης και πανεπιστημίων, η διδασκαλία γίνεται στην αγγλική, γαλλική ή γερμανική γλώσσα. Επιφανή ιδρύματα της μέσης εκπαίδευσης είναι το δημόσιο Λύκειο Γαλατασαράι (τουρκ. Galatasaray Lisesi), που ιδρύθηκε το 1481 και αποτελεί τον δεύτερο αρχαιότερο εκπαιδευτικό θεσμό της χώρας, το διεθνώς αναγνωρισμένο δημόσιο λύκειο Ισταμπούλ Ερκέκ (τουρκ. İstanbul Erkek Lisesi), καθώς και το ιδιωτικό κολέγιο Ρόμπερτ. Στην πόλη εδρεύει επίσης η στρατιωτική σχολή Κουλελί.

Πολιτισμός 


Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης (İstanbul Arkeoloji Müzeleri)
Η Κωνσταντινούπολη είναι το σημαντικότερο πολιτιστικό και καλλιτεχνικό κέντρο της Τουρκίας. Η ιδέα της συλλογής και διατήρησης αρχαιοτήτων αναπτύχθηκε στην πόλη κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, με την ίδρυση των πρώτων ανάλογων μουσείων, που ακολούθησαν τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Το 1876, ο οικίσκος Τσινιλί (τουρκ. Çinili Köşk) στο ανάκτορο του Τοπκαπί μετατράπηκε σε αρχαιολογικό μουσείο, υπό τη διεύθυνση του Φιλίπ Αντον Ντετιέρ. Τον διαδέχτηκε ο Οζμάν Χαμντί μπέης, ο οποίος οργάνωσε και τις πρώτες αρχαιολογικές ανασκαφές στην πόλη[82]. Το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο της Ισταμπούλ, που περιλαμβάνει επίσης συλλογές ισλαμικής τέχνης, είναι ένα από τα μεγαλύτερα μουσεία του είδους στον κόσμο, και διαθέτει περισσότερα από 1.000.000 εκθέματα[83], από τον γεωγραφικό χώρο της Μεσογείου, των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και της Κεντρικής Ασίας. Στη νεότερη ιστορία της, η καλλιτεχνική ζωή της Ισταμπούλ δέχθηκε σημαντικές ευρωπαϊκές επιρροές, με ορόσημο τη μεταρρύθμιση του Τανζιμάτ. Οι ευρωπαϊκές αντιλήψεις για την τέχνη και τη διδασκαλία της ξεκίνησαν να υιοθετούνται το 1883, με την ίδρυση της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών από τον Χαμντί, κατά τα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών ιδρυμάτων όπως η σχολή καλών τεχνών του Παρισιού. Η Αυτοκρατορική Ακαδημία υπήρξε το επίκεντρο της καλλιτεχνικής ζωής της πόλης, ενώ μέχρι το 1932 αποτελούσε το μοναδικό καλλιτεχνικό κέντρο με ευρωπαϊκό προσανατολισμό στην Τουρκία[82].
Στον 20ό αιώνα, αυξήθηκε ο αριθμός των Τούρκων ζωγράφων και γλυπτών που εκπαιδεύτηκαν στην Ευρώπη, ενώ παράλληλα ευρωπαίοι καλλιτέχνες συνέχισαν να επισκέπτονται την Ισταμπούλ και να αναλαμβάνουν την οργάνωση και διεύθυνση τμημάτων σε ακαδημίες. Την ίδια περίοδο, η ευρωπαϊκή τέχνη προωθήθηκε σε εθνικό επίπεδο περισσότερο από παραδοσιακές μορφές τέχνης, όπως η αραβική καλλιγραφία, η οποία δέχθηκε πλήγμα με την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου το 1928. Τα μνημεία και οι συλλογές της πόλης αναζωογονήθηκαν όταν πρωτεύουσα της Τουρκίας ανακηρύχθηκε η Άγκυρα. Το 1924, οι πλούσιες συλλογές του Τοπκαπί έγιναν προσβάσιμες στο ευρύ κοινό, ενώ το 1935 η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε μουσείο. Ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αναστύλωσης της Μονής της Χώρας, με αποκατάσταση των περίφημων ψηφιδωτών της, διήρκεσε από το 1948 μέχρι το 1958, όταν και μετατράπηκε επίσης σε μουσείο.
Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Κωνσταντινούπολης (τουρκ. İstanbul Modern Sanat Müzesi) εγκαινιάστηκε το 2004 και φιλοξενεί σήμερα σημαντικά έργα μοντέρνας τέχνης, στη ζωγραφική, στη γλυπτική και στη φωτογραφία. Το κίνημα του μοντερνισμού ενισχύθηκε αρχικά το 1937 με την ίδρυση του Μουσείου Ζωγραφικής και Γλυπτικής στο παλάτι Ντολμάμπαχτσε. Η τέχνη της φωτογραφίας έκανε την εμφάνισή της στην Ισταμπούλ κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1840, με τη λειτουργία των πρώτων εργαστηρίων φωτογραφίας από τον Καργόπουλο (1850) και τον γαλλικής καταγωγής Πασκάλ Σεμπά (1857)[82].
Ως το πρώτο πραγματικό οθωμανικό θέατρο[84], καταγράφεται το Γαλλικό Θέατρο (τουρκ. Franciz Tiyatrosu), που χτίστηκε το 1840 στην περιοχή Μπέηογλου από τον ιταλικής καταγωγής Τζουστινιάνι, τη διεύθυνση του οποίου ανέλαβε αργότερα ο ιταλός ταχυδακτυλουργός Μπόσκο. Την ίδια περίοδο, στο θέατρο εκτελέστηκαν γαλλικές παραγωγές και έργα όπερας για μικτό κοινό, αποτελούμενο τόσο από οθωμανούς όσο και ξένους[85]. Το 1844, τη διεύθυνσή του ανέλαβε ο συριανής καταγωγής ηθοποιός και επιχειρηματίας Μιχάιλ Ναούμ και μετονομάστηκε σε Θέατρο Ναούμ. Καταστράφηκε από φωτιά το 1846 και αποκαταστάθηκε με συνεισφορά του σουλτάνου[86] Θεατρικές παραστάσεις, όπερες και άλλα έργα συνέχισαν να παίζονται στο ίδιο θέατρο μέχρι το 1870, όταν καταστράφηκε για δεύτερη φορά από φωτιά. Με τη μεταρρύθμιση του Τανζιμάτ, αρκετοί ακόμα θεατρικοί χώροι έκαναν την εμφάνισή τους. To πρώτο θέατρο με παραστάσεις στην οθωμανική τουρκική γλώσσα, που ονομάστηκε Οθωμανικό Θέατρο (τουρκ. Tiyatro-i Osmani), ιδρύθηκε το 1867 και λειτούργησε μέχρι το 1885, όταν κάηκε ολοσχερώς[85]. Ιδιωτική όπερα λειτούργησε επίσης στο παλάτι Ντολμάμπαχτσε του σουλτάνου, με έργα κυρίως του ιταλικού ρεπερτορίου, μέχρι το 1864. Οπερατικές παραγωγές παρουσιάστηκαν ακόμα, από το 1889 μέχρι το 1908, σε θέατρο που ίδρυσε ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ στο ανάκτορο Γιλντίζ. Η νεότερη δημοτική όπερα άρχισε να λειτουργεί το 1968 ως τμήμα του Παλατιού Πολιτισμού της Ισταμπούλ (τουρκ. Istanbul Kültür Sarayi), ωστόσο καταστράφηκε από φωτιά δύο χρόνια αργότερα. Το θέατρο λειτούργησε ξανά το 1977, ως Πολιτιστικό Κέντρο Ατατούρκ (τουρκ. Atatürk Kültür Merkezi). Στο ετήσιο πρόγραμμα της σύγχρονης δημοτικής συμφωνικής ορχήστρας της Ισταμπούλ περιλαμβάνεται τουλάχιστον μία τουρκική όπερα[86].
Η πόλη διοργανώνει ορισμένες αξιοσημείωτες διεθνείς εκθέσεις και φεστιβάλ, όπως είναι η Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης, το διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κωνσταντινούπολης, το διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής και το διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ. Το 2010 έγινε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, από κοινού με το Πεκς της Ουγγαρίας και το Έσσεν της Γερμανίας.

Πανοραμική εικόνα της Κωνσταντινούπολης από τον πύργο του Γαλατά κατά το τέλος της 
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η φωτογραφία  έχει ληφθεί από την φωτογραφική εταιρία 
 Sébah & Joaillier από τον Πύργο, πιθανότατα κατά την δεκαετία του 1880.

Σημαντικότερα αξιοθέατα 


H Αγία Σοφία σήμερα
Βίντεο με το εσωτερικό του Μπλέ Τζαμιού.
Επί της παλαιάς πόλης και της περιοχής Εμινονού (τουρκ. Eminönü) βρίσκεται το περίφημο ανάκτορο Τοπ Καπί, που υπήρξε επίσημη κατοικία σουλτάνων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Βορειότερα βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο και ανατολικά το Τσινιλί Κιοσκ που στεγάζει σήμερα μουσείο κεραμικής. Σε μικρή απόσταση από το Τοπ Καπί δεσπόζει η Αγία Σοφία (τουρ. Ayasofya Müzesi) με τους τέσσερεις μιναρέδες, δίπλα από την περιοχή του παλαιού ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης (At Meydanı) που σήμερα αποτελεί δημόσιο πάρκο και ονομάζεται επίσης πλατεία Σουλτάν Αχμέτ. Στον χώρο ξεχωρίζουν οι οβελίσκοι του Θεοδόσιου Α' και του Κωνσταντίνου Ζ', καθώς και η Στήλη των Όφεων. Στη βόρεια είσοδο του ιπποδρόμου είναι κτισμένο το λεγόμενο Γερμανικό Συντριβάνι, με στοιχεία νεοβυζαντινής αρχιτεκτονικής, που υπήρξε έργο της γερμανικής κυβέρνησης για τον εορτασμό της επίσκεψης του αυτοκράτορα Βίλχελμ Β' στην πόλη. Έναντι του συντριβανιού, και νοτιοδυτικά της Αγίας Σοφίας, βρίσκεται το τζαμί του Σουλτάνου Αχμέτ, κοινώς γνωστό ως Μπλε Τζαμί, που συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα της ισλαμικής αρχιτεκτονικής. Σημαντικό τέμενος είναι επίσης αυτό του Σουλεϊμάν, αφιερωμένο στον Σουλεϊμάν Α' τον Μεγαλοπρεπή. Βόρεια της Αγίας Σοφίας συναντάται ο ναός της Αγίας Ειρήνης, με τυπικά χαρακτηριστικά ρωμαϊκής βασιλικής, που λειτουργεί επίσης ως μουσείο. Στη συνοικία Εντιρνέ Καπού (τουρκ. Edirnekapı), σε απόσταση περίπου 150 μ. από το Θεοδοσιανό τείχος, βρίσκεται η Μονή της Χώρας (Καριγιέ Τζαμί), που ανήκει στα σημαντικότερα μνημεία βυζαντινής τέχνης, της μέσης και ύστερης περιόδου της. Άλλοι αξιοσημείωτοι ναοί είναι η Μονή Παμμακάριστου (Φετιγιέ Τζαμί - σήμερα μέρος του μνημείου είναι και μουσείο με σημαντικά ψηφιδωτά), πλησίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και η Μονή των Αγίων Σεργίου και Βάκχου (Κιουτσούκ Αγιασοφιά Τζαμί). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι δύο αγορές: η αιγυπτιακή Μισίρ τσαρσί (τουρκ. Mısır Çarşısı) και η σκεπαστή Καπαλί τσαρσί (τουρκ. Kapalıçarşı) που με έκταση περίπου 200.000 τετραγωνικών μέτρων αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αγορές του κόσμου[88].
Σημαντικά αξιοθέατα συναντώνται επίσης στη μοντέρνα πόλη, που οριοθετείται από την περιοχή του Μπέηογλου (παλαιά συνοικία Πέρα). Η γέφυρα του Γαλατά συνδέει την περιοχή αυτή με την παλαιά πόλη, ενώ στη συνοικία του Γαλατά δεσπόζει ο ομώνυμος πύργος (τουρκ. Galata Kulesi), ύψους περίπου 70 μέτρων. Επίκεντρο της μοντέρνας πόλης είναι η πλατεία Ταξίμ, ή Πλατεία Ανεξαρτησίας, που αποτελεί συγκοινωνιακό κόμβο με πολυάριθμα κέντρα διασκέδασης. Στη συνοικία Χαρμιγιέ (τουρκ. Harbiye), σε σχετικά μικρή απόσταση από την πλατεία Ταξίμ, βρίσκεται το Στρατιωτικό Μουσείο (τουρκ. Askeri Müze), με εκθέματα από όλες τις περιόδους της στρατιωτικής ιστορίας της Τουρκίας. Στην περιοχή Μπέιογλου βρίσκεται το σύμπλεγμα του Κιλίτς Αλί Πασά (τουρκ. Kılıç Ali Paşa Külliyesi), που περιλαμβάνει τζαμί, μεντρεσέ, χαμάμ, μικρό μαυσωλείο και συντριβάνι, χτισμένο κατ' εντολή του Κιλίτζ Αλή Πασά. Σημαντικότερο ίσως αξιοθέατο της περιοχής είναι το παλάτι Ντολμάμπαχτσε, μαζί με το ομώνυμο τζαμί και τον μπαρόκ ρυθμού Πύργο του Ρολογιού. Αξιόλογα ανάκτορα είναι επίσης το Μπεηλέρμπεη, στην ομώνυμη συνοικία, και το Κιουτσιουκσού στη συνοικία Μπεϊκόζ, που βρίσκονται επί της ασιατικής πλευράς του Βοσπόρου, όπως και τα παλάτια Γιλντίζ, στην περιοχή Μπεσικτάς, και Σιραγάν, μεταξύ της Μπεσικτάς και της συνοικίας Ορτάκιοϊ.
Άξια αναφοράς είναι επίσης τα κάστρα κατά μήκος του Βοσπόρου, όπου κυριαρχούν το Ρούμελι Χισάρ στην ευρωπαϊκή Τουρκία, και το Κάστρο της Ανατολίας ή Ανάντολου Χισάρ στην ασιατική ακτή.

Αθλητισμός 

Στη σύγχρονη Κωνσταντινούπολη, το ποδόσφαιρο, η καλαθοσφαίριση και το βόλεϊ είναι τα πλέον δημοφιλή αθλήματα. Στους κυριότερους αθλητικούς συλλόγους της πόλης ανήκουν ο Γυμναστικός Σύλλογος Μπεσίκτας, η Γαλατασαράι και η Φενέρμπαχτσε, σωματεία που διατηρούν τμήματα σε διάφορα αθλήματα. Στην καλαθοσφαίριση, επιτυχίες έχουν να επιδείξουν σύλλογοι όπως η Εφές Πίλσεν και η Φενερμπαχτσέ Ούλκερ, ενώ στο βόλεϊ διακρίνονται σύλλογοι Eczacıbaşı, Vakıfbank και Φενερμπαχτσέ.
Μεγαλύτερο σε χωρητικότητα στάδιο της πόλης είναι το Ολυμπιακό Στάδιο Ατατούρκ και εξυπηρετεί αθλήματα του στίβου και ποδοσφαιρικούς αγώνες, έχοντας χαρακτηριστεί ως γήπεδο πέντε αστέρων κατά τα πρότυπα της UEFA. Εκεί φιλοξενήθηκε το 2005 ο τελικός του UEFA Champions League, ενώ στην έδρα της Φενερμπαχτσέ, το στάδιο Σουκρού Σαράτζογλου, έλαβε χώρα το 2009 ο τελευταίος τελικός του UEFA Cup, πριν αντικατασταθεί από τη διοργάνωση του UEFA Europa League. Σημαντικοί αθλητικοί χώροι είναι ακόμα το γήπεδο Σινάν Ερντέμ (τουρκ. Sinan Erdem Olimpik Spor Salonu), όπου φιλοξενούνται αγώνες καλαθοσφαίρισης αλλά και συναυλίες, καθώς και η Αρένα Αμπντί Ιπεκτσί που φιλοξένησε τον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Μπάσκετ το 2001.
Στην πόλη φιλοξενούνται επίσης διοργανώσεις του μηχανοκίνητου αθλητισμού, όπως το πρωτάθλημα Φόρμουλα 1, το πρωτάθλημα MotoGP, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Αυτοκινήτων Τουρισμού (WTCC), κ.α., στην πίστα Ιστάνμπουλ Παρκ που εγκαινιάστηκε το 2005. Ορισμένοι αγώνες ιστιοπλοΐας διεξάγονται ακόμα στον Βόσπορο και τη θάλασσα του Μαρμαρά. Ιπποδρομίες πραγματοποιούνται στον ιππόδρομο που βρίσκεται στη συνοικία Ζεϊτίνμπουρνού, ενώ ετησίως λαμβάνει χώρα στην πόλη ο διεθνής Μαραθώνιος της Ευρασίας.

Παραπομπές 

  1. Τουρκική Στατιστική Υπηρεσία
  2. Freely, 3
  3. UNESCO | Historic Areas of Istanbul
  4. "Istanbul." Encyclopædia Britannica. 2009. Encyclopædia Britannica Online. 2009
  5. Cyril Mango, The Oxford history of Byzantium, Oxford University Press, 2002, σ. 1
  6. Freely, 5
  7. Jennifer Speake, Literature of Travel and Exploration, Taylor & Francis, 2003, σ. 160
  8. Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ι.16
  9. Dagron, 51-52
  10. Gilles, Pierre [Petrus Gyllius]. The antiquities of Constantinople [De topographia Constantinopoleos] (μτφρ. John Ball), London: 1729
  11. Lewis, ix
  12. D. J. Georgacas, The names of Constantinople, American Philological Association: Transactions, Ixxviii (1947), 347-67. Πρβλ. Edward G. Bourne, The Derivation of Stamboul, Τhe American Journal of Philology, Vol. 8, No. 1 (1887), σσ. 78-82
  13. 13,0 13,1 Adrian Room, Placenames of the world, McFarland, 2006, σ. 177
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 14,4 "Istanbul", The Encyclopedia of Islam, Vol. IV, E.J. Brill, Leiden: 1997, σ. 224
  15. Alain Servantie, Le voyage à Istanbul, Editions Complexe, 2003, σ. 4
  16. Christiane J. Gruber, The Islamic Manuscript Tradition, Indiana University Press, 2009, σ.190
  17. 17,0 17,1 17,2 Alexander P. Kazhdan (ed.), The Oxford Dictionary of Byzantium, Vol. I, Oxford University Press, USA, 1991, λήμμα "Byzantion", σ. 344
  18. Προκόπιος, Περί Κτισμάτων, Α. 5
  19. Στράβων, Γεωγραφικά, 7.6· ανάλογη αναφορά συναντάται και στον Ηρόδοτο (Ιστορίαι, Βιβλίο Δ'), ο οποίος αποδίδει τον χαρακτηρισμό περί τυφλών στον Πέρση στρατηγό Μεγάβαζο.
  20. Βασικό πλεονέκτημα της τοποθεσίας, σε σχέση με εκείνη της Χαλκηδόνας, ήταν η μεγαλύτερη δυνατότητα υπεράσπισής της, καθώς η ακρόπολη του Βυζαντίου στη συμβολή του Κεράτιου κόλπου και του Βοσπόρου, προστατευόταν σχεδόν ολοκληρωτικά από θάλασσα, με εξαίρεση μόνο το δυτικό τμήμα, στο οποίο όμως ήταν εφικτή η ανέγερση τειχών. (Freely, 4)
  21. Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, 4.31.5
  22. Ηρόδοτος, Ιστορίαι, 6.33
  23. Θουκυδίδης, 1.94
  24. Θουκ. 1. 128-131
  25. Ξενοφών, Ελληνικά, 1.1.35
  26. Διόδ. Σ., 66.4-6
  27. Ξενοφών, 2.2.1
  28. William Smith, Dictionary of Greek and Roman geography, Vol. I, Boston: Little, Brown and Co., 1854, σ. 658
  29. Διόδ. Σ., 16.77.2
  30. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβαση, 1.3.3
  31. Διόδ. Σ., 19.77.7
  32. Smith, ό.π., 658
  33. Πλίνιος, Επιστολές
  34. 34,0 34,1 Σούδα, Σεβήρος
  35. Michael R. T. Dumper and Bruce E. Stanley (ed.), Cities of the Middle East and North Africa: a historical encyclopedia, ABC-CLIO, 2007, σ.181
  36. Η Θεσσαλονίκη και η Σαρδική αναφέρονται ως υποψήφιες πόλεις, πριν την επιλογή του Βυζαντίου, από τους χρονογράφους Κεδρηνό και Ζωναρά αντίστοιχα (βλ. Gibbon, Edward. The History of the Decline and Fall of the Roman Empire, Vol. III, New York: 1906, σ.97). Όπως παραδίδεται από τον Ζώσιμο, ο Κωνσταντίνος επέλεξε αρχικά μια περιοχή κοντά στο Ίλιον όπου ύψωσε επίσης τείχη (Ζώσ. ΙΙ, 30-31).
  37. Concina, 15
  38. Ζώσιμος, ΙΙ.30-31
  39. Concina, 16
  40. Ζώσιμος, ΙΙ.55
  41. J. B. Bury, History of the Late Roman Empire, Macmillan & Co., London: 1923, σ. 74
  42. Concina, 24
  43. 43,0 43,1 43,2 43,3 43,4 43,5 43,6 43,7 "Istanbul." Encyclopædia Britannica. 2009. Encyclopædia Britannica Online. 10 Apr. 2009
  44. 44,0 44,1 J. B. Bury, ό.π. 70
  45. Concina, 28
  46. H καινοτόμος παρέμβαση περιλάμβανε την κατασκευή διπλών τειχών. Το εσωτερικό, που αποτελούσε και την κύρια άμυνα, ήταν ύψους περίπου 11 μέτρων και ενισχυμένο με πύργους ύψους περίπου 20 μέτρων, τοποθετημένους ανά τακτά διαστήματα περίπου 65 μέτρων. Ένα δεύτερο προωθημένο τείχος, πάχους 0.5-2 μέτρων και ενισχυμένο επίσης με πύργους, προστατευόταν από εξωτερικά αναχώματα και συνεχή τάφρο (βλ. J.B. Bury, 70-71)
  47. Concina, 33-34
  48. Michael Maas (εκδ.), The Cambridge Companion to the Age of Justinian, Cambridge University Press, 2005, σ. 79
  49. Steven Runciman, A History of the Crusades, Vol. III, Cambridge Univeristy Press, 1995, σ.123
  50. Nicetas Choniata, Historia, C.S.H.B., Bonn, 1835, σσ. 757-63
  51. 51,0 51,1 Concina, 62
  52. Necipoğlu, 280
  53. Necipoğlu, 290
  54. Bertrandon de La Brocq́uière (μτφρ. Thomas Johnes), The Travels of Bertrandon de La Brocq́uière, to Palestine: And His Return from Jersulem Overland to France, During the Years 1432 & 1433, J. Henderson (εκδ.), 1807, σ. 220
  55. Ruy González de Clavijo (μτφρ. Clements Robert Markham). Narrative of the embassy of Ruy Gonzalez de Clavijo to the court of Timour at Samarcand, A.D. 1403-6, Λονδίνο, 1859, σ. 46
  56. βλ. Bartusis, Mark C., The late Byzantine Army: Arms and Society, 1204-1453, University of Pennsylvania Press, 1997, σσ. 129-132
  57. Shaw, 57
  58. Όπως παραδίδει ο Γεώργιος Φραντζής. Άλλες πηγές αναφέρουν πως ουσιαστικά η λεηλασία της πόλης έληξε μετά την πρώτη ημέρα. Bλ. λήμμα "Istanbul" στο The Encyclopedia of Islam, Vol. IV, E.J. Brill, Leiden: 1997, πρβλ. S. Runciman, The Fall of Constantinople 1453, Cambridge, 1965, σ. 148
  59. O ιστορικός Μιχαήλ Δούκας παραδίδει πως ο Μεχμέτ Β' επιφύλαξε για τον εαυτό του τα οικοδομήματα και τα τείχη της πόλης, αφήνοντας τα υπόλοιπα αγαθά, τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στη διάθεση των στρατευμάτων. Βλ. Μιχαήλ Δούκα, Historia Byzantina, CSHB, Vol. 20, Bonn, σ. 281.
  60. Μιχαήλ Κριτόβουλος, βλ. H.G. Beck, A. Kambylis, R. Keydell (ed.),Critobuli Imbriotae historiae, Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Vol. 22, Berlin: W. de Gruyter 1983, σ.83
  61. Κατά τον Μιχαήλ Δούκα, διατάχθηκε η μετακίνηση πέντε χιλιάδων οικογενειών μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1453. Βλ. Historia Byzantina, CSHB, Vol. 20, Bonn, σ. 313
  62. Δεν περιλαμβάνονται στρατιώτες, μαθητές και δούλοι. Διαφορετικές εκτιμήσεις ως προς το ποσοστό τους, αλλά και σχετικά με τον μέσο αριθμό των μελών των οικογενειών, οδηγούν σε υπολογισμό του συνολικού πληθυσμού που κυμαίνεται από 60.000-175.000.
  63. Halil Inalcik, "The Policy of Mehmed Towards the Greek Population of Istanbul and the Byzantine Buildings of the City", Dumbarton Oaks Papers, vol. 23, 1969-1970, pp. 229-249
  64. Γερασίμου, Σ., «Η επανοίκηση της Κωνσταντινούπολης μετά την Άλωση», στο Κιουσοπούλου, Τ. (επιμ.), 1453: Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης και η μετάβαση από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους (Ηράκλειο 2005), σελ. 3-21.
  65. Lewis, 105
  66. Alan Duben, Cem Behar, Istanbul Households: Marriage, Family and Fertility, 1880-1940, Cambridge University Press, 2002, σ. 25
  67. Duben, Behar, ό.π., σ. 26
  68. Duben, Behar, ό.π., σ. 23
  69. Απόστολος Βασακόπουλος, Τοπογραφία της Κωνσταντινουπόλεως, ήτοι σύντομος τοπογραφική και ιστορική περιγραφή της Κωνσταντινουπόλεως και των προαστείων αυτής μετά μακράς επιστημονικής εισαγωγής εις την πατριδογραφίαν, Κωνσταντινούπολη: 1891, σ. 84
  70. 70,0 70,1 Weather Information for Istanbul. http://www.worldweather.org/014/c00047.htm. 
  71. Eisma, D. Climate change: impact on coastal habitation,CRC Press, 1995, σ.174.
  72. 72,0 72,1 Yıllık Toplam Yağış Verileri - Meteoroloji Genel Müdürlüğü. Meteor.gov.tr. http://www.meteor.gov.tr/veridegerlendirme/yillik-toplam-yagis-verileri.aspx?m=ISTANBUL. Ανακτήθηκε στις 2010-05-19.  Ölçülen En Düşük Sıcaklıklar: 30.01.2012 06:00 - 31.01.2012 06:00 (UTC) - Meteoroloji Genel Müdürlüğü. Meteor.gov.tr. http://www.dmi.gov.tr/sondurum/en-dusuk-sicakliklar.aspx?t=t&gun=120131&ind=1&s=NM&f=. Ανακτήθηκε στις 2011-01-31. 
  73. Istanbul climate and weather Turkey, Istanbul Rainfall Temperature Climate and Weather. Wordtravels.com. 2009-04-28. http://www.wordtravels.com/Cities/Turkey/Istanbul/Climate/. Ανακτήθηκε στις 2009-05-05. 
  74. Extreme Temperature Records Worldwide - Istanbul
  75. BBC Weather Centre - World Weather - Average Conditions - Istanbul
  76. Statistics: Historical Weather Information for Istanbul
  77. Organisation for Economic Co-operation and Development (OECD), OECD Territorial Reviews Istanbul, Turkey, OECD Publishing, 2008, σ. 13
  78. OECD, ό.π., σ. 70
  79. OECD, ό.π., 71
  80. OECD, ό.π., σ. 47
  81. İ.Ü. Bilgisayar Bilimleri. History of Istanbul University (Turkish). Istanbul.edu.tr. http://www.istanbul.edu.tr/english/history.php. Ανακτήθηκε στις 2009-06-20. 
  82. 82,0 82,1 82,2 Paul Magdalino, et al. "Istanbul." Grove Art Online. Oxford Art Online. 2009
  83. Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού Τουρκίας
  84. Θεατρικές παραστάσεις εκτελούνταν ήδη από την περίοδο της γαλλικής επανάστασης σε πρεσβείες, για ξένους μη μουσουλμάνους θεατές.
  85. 85,0 85,1 Shaw, 129
  86. 86,0 86,1 Faruk Yener. "Istanbul." The New Grove Dictionary of Opera. Ed. Stanley Sadie. Grove Music Online. Oxford Music Online. 2009.
  87. Sébah & Joaillier. Panorama of Constantinople, Taken from the Galata Tower. Library of Congress. World Digital Library. http://www.loc.gov/pictures/resource/pan.6a35826/. Ανακτήθηκε στις 2011-12-31. 
  88. Peter Coleman, Shopping environments: evolution, planning and design, Architectural Press, 2006, σ.23

Επιπλέον βιβλιογραφία 

  • Çelik, Zeynep. The Remaking of Istanbul: portrait of an Ottoman city in the nineteenth century, University of California Press, 1986
  • Concina, Ennio. Η Βυζαντινή Πόλη [La città bizantina], Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2009
  • Dagron, Gilbert. Η γέννηση μιας πρωτεύουσας: η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451 [Naissance d' une capitale: Constantinople et ses institutions de 330 a 451], Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000
  • Freely, John. The Companion Guide to Istanbul and Around the Marmara, Vol. I, Companion Guides,Boydell & Brewer Ltd, 2000
  • Gilles, Pierre [Petrus Gyllius]. The antiquities of Constantinople [De topographia Constantinopoleos] (μτφρ. John Ball), London: 1729
  • Lewis, Bernard. Istanbul and the Civilization of the Ottoman Empire Centers of Civilization, University of Oklahoma Press, 1972
  • Necipoğlu, Nevra (ed.). Byzantine Constantinople: Monuments, Topography and Everyday Life, Brill Academic Publishers, 2001
  • Shaw, Ezel Kural. History of the Ottoman Empire and modern Turkey, Cambridge University Press, 1977
  • Βασίλειος Κυδωνόπούλος, «Η τύχη των κτιρίων της Κωνσταντινούπολης στο διάστημα 1203/4-1261», Βυζαντιακά τομ.22 (2002), σελ.115-123
  • Ιωάννης Α. Μελισσείδης, " Η Επιβίωση, Οδοιπορικό σε χρόνους μετά την άλωση της Βασιλεύουσας (1453-1605 περίπου) ", επιμέλεια:Πουλχερία Ζαβολέα Μελισσείδη, έκδ.1η, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2010. ISBN 9608280079 (βάση δεδομένων ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)

Εξωτερικές συνδέσεις [Επεξεργασία]

Τα Κοινά έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg