Το δικό μου κανάλι

Το δικό μου κανάλι
You tube

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

ΘΑΣΟΣ το νησί με τα πολλά πρόσωπα





ΘΑΣΟΣ το νησί με τα πολλά πρόσωπα  


Παύλος ο καλός ο μαθητής……..


Η Μανίνα Ζουμπουλάκη γράφει..

Έχω γράψει χίλιες φορές για τη Θάσο και πάντα ψάχνω καινούργιους τρόπους να μπω στο θέμα: το θέμα είναι ένα καταπράσινο πολύ ορίτζιναλ νησί με καταγάλανη θάλασσα.
Και πώς να το περιγράψω χωρίς πολλά κοσμητικά επίθετα… Όταν ήμουν μικρή νοικιάζαμε ένα σπίτι στον Ποτό, στη νότια Θάσο κοντά στο σπίτι του Βασίλη Βασιλικού: πάνω στη θάλασσα, με άσπρη πλατειά παραλία μπροστά σπαρμένη στρόγγυλα βότσαλα.
Ο Ποτός ήταν μικρό χωριό, καμιά τριανταριά σπίτια, με ένα θερινό σινεμά
στη μέση που έφερνε όλες τις ελληνικές κωμωδίες της δεκαετίας του ΄60 και πότε-πότε ιταλικές ταινίες
Τσίτσο-Φράνκο («Τσίτσοοοοο, το λιμάνι φεύγει!»). Είχε ψαροταβέρνες, ροδάκινα, καφενεία και τις ωραιότερες παραλίες του κόσμου.


Το Καζαβίτι,ρομαντικό χωριό μέσα στο βουνό με γηραλέο πλάτανο στην πλατεία που τον έχουνε σκαρφαλώσει γενιές και γενιές παιδιών.
Πλατάνα  Καζαβίτι
Τα ίδια πάνω-κάτω μπορεί να πει κανείς και σήμερα για τη Θάσο: οι παραλίες είναι αμέτρητες και σούπερ. Το βουνό στη μέση (Υψάριον) έχει γραφικά χωριουδάκια με ακόμα πιο γραφικά καφενεία. Ο περιμετρικός δρόμος (160χλμ.) ενώνει οκτακόσια διαφορετικά τοπία, από δάση με πεύκα μέχρι ξεραΐλα κυκλαδίτικου τύπου, από καστανιές και πλατάνια μέχρι σεληνιακά βράχια. Έχουν χτιστεί ξενοδοχεία κάθε είδους, παντού. Τα τουριστικά κομμάτια του νησιού έχουν τον χαρακτήρα όλων των τουριστικών κομματιών της Ελλάδας – αλλά λίγο να την ψάξει κανείς, η Θάσος έχει συγκλονιστικά μέρη.

 Πριν μερικά χρόνια έγραψα ένα μυθιστόρημα («Το Μεγάλο Καλοκαίρι») που εκτυλίσσεται στη Θάσο – όχι όλο, γιατί οι ήρωες έπρεπε να φύγουν από το νησί για να το εκτιμήσουν, όπως όλοι οι ήρωες. Επειδή είναι μυθιστόρημα και όχι τουριστικός οδηγός άφησα απ΄ έξω πολλά πράγματα που βρίσκεις στο νησί λίγο-λίγο, όταν περνάς εκεί κάμποσες μέρες. Έχει μια ατμόσφαιρα εντελώς δική του που περιγράφεται ωραία με ιστορίες και λειτουργεί σαν μπακράουντ. Όπως για παράδειγμα, η πρασινάδα και η παλιακιά υγρασία του Λιμένα, κάτω από το αρχαίο Θέατρο κι ανάμεσα στα ερείπια του 5ου – 6ου π.Χ. αιώνα, με σπίτια και αυλές γεμάτα αρχαία μάρμαρα. Ή η μυρωδιά πεύκου, νερού και ρίγανης όταν φτάνεις με φέριμποτ στο νησί.  Το οποίο νησί έχει πολλά τρικ, κόλπα και μυστήρια για να σε κρατήσει. Αποκλείεται να τα χωρέσω όλα αλλά ξεκινάμε με όσα θυμάμαι τώρα:


Μακρύαμμος

Το Παλιό Λιμάνι στο Λιμένα, την πρωτεύουσα, με ταβερνάκια, καφέ και beach bar μέχρι το όντως αρχαίο καρνάγιο. Η θάλασσα είναι ωραία ακόμα κι εδώ – πηγαίνουμε για μπάνιο στο Island Beach Bar και για φαγητό στην Ωραία Σύμη.
• Οι Αλυκές, δύο παραλίες στις δύο πλευρές μιας μικρής χερσονήσου, με κλειστούς γαλαζοπράσινους κι αλλού τιρκουάζ κολπίσκους. Με καφενεία και ψαροταβέρνες στη μία μεριά και τα ερείπια ενός αρχαίου ιερού στην άλλη.
• Τα
Μεταλλεία στα Λιμενάρια
, μια παραλία με μαύρη άμμο που λένε ότι έπεσε από τον Άρη.
• Τα
Λιμενάρια, με νυχτερινή ζωή και καφέ-μπαρ όσο φτάνει το μάτι σου –  και με τέλεια θάλασσα για βουτιές μπροστά σου.• Ο Παράδεισος
, κάποτε «παράδεισος» των γυμνιστών και αγαπημένων φρικιών αλλά σήμερα ατέλειωτη οργανωμένη πλαζ με κύματα τύπου-Χαβάη.
• Το
Πευκάρι
, με βαθιά μπλε θάλασσα στο ανοιχτό Αιγαίο και πεύκα που κατεβαίνουν στην άμμο.
Τρυπητή
Η Γκιόλα, μυστήρια λίμνη-πισίνα κοντά στο νησάκι Αστρίς – μόνο με κάποιο ντόπιο θα καταφέρετε να την ανακαλύψετε, θα σας φάει ο ήλιος πάνω σε επίπεδες πλάκες και απότομα βράχια, αλλά αξίζει τον κόπο.

Η Γκιόλα, μυστήρια λίμνη-πισίνα κοντά στο νησάκι Αστρίς
• Η Πευκοσπηλιά, για μεζεδάκια στην άμμο με πεύκα πάνω απ΄ το κεφάλι σου.
• Ο
Γερμανός
, μίνι-πλαζ με μια παγωμένη πηγή μέσα στη θάλασσα να ρίχνει τη  θερμοκρασία του νερού.
• Οι
Μαριές, Θεολόγος, Παναγία, Ποταμιά
: ορεινά χωριά με πηγές, νερά, πλατάνια και θέα.
Χωριό Παναγία
αλλά το καλύτερο στη Θάσο είναι η θάλασσα, που δεν προλαβαίνεις να την βαρεθείς: ζεστή και ήσυχη στο βόρειο μέρος του νησιού, γαλήνια στο δυτικό, με πλατειά κύματα στο ανατολικό κομμάτι, κρύα και πεντακάθαρη στο νότιο. Κάτω από το Μοναστήρι του Αρχάγγελου είναι μαύρη-μπλε, με κάθετα βράχια να την κόβουν λες κι είναι το Ντόρσετ ή άλλη ακτή της Αγγλίας. Δηλαδή, δεν υπάρχει νησί με μεγαλύτερη ποικιλία σε θάλασσες.
• Αφήστε που δεν φυσάει σχεδόν ποτέ, τα βράδια κάνει ψύχρα, το σηκώνει το ζακετάκι/μπουφανάκι/καλτσάκι του… Το μόνο κακό με τη Θάσο είναι ότι με πιάνει κατάθλιψη κάθε σεζόν όταν τελειώνουν οι διακοπές κι αρχίζουμε να τα μαζεύουμε…
ΑΝ ΤΟ ΠΡΩΤΟ που σας έρχεται στο μυαλό σχετικά με τη Θάσο είναι το ερώτημα, «μα δεν κάηκε;», είστε εντός θέματος: πρόκειται για ένα νησί που κάηκε πολλές φορές (και με πολλούς τρόπους), αλλά ακόμα αντέχει. Ο,τι και να του κάνουν οι άνθρωποι, δεν χάνει τη γοητεία του. Κι αυτό κάτι σημαίνει, από φιλοσοφική -και εμμέσως, τουριστική- άποψη.
H Xρυσή Aμμουδιά στον όρμο της Ποταμιάς. Eίναι ίσως η ωραιότερη παραλία του νησιού, με 3,5 χλμ. λεπτής άμμου δίπλα σε πλούσια βλάστηση (φωτ.: Θ. Παπαδόπουλος).
Ποταμιά
H Xρυσή Aμμουδιά στον όρμο της Ποταμιάς.
Στη διάρκεια του Εμφυλίου η Θάσος ήταν τόπος εξορίας και φυγής: ένα νησί απέναντι από την Καβάλα χωρίς τακτική επικοινωνία με την υπόλοιπη Μακεδονία, ξεκομμένο, μισο-άδειο, με μικρά χωριά σπαρμένα μέσα σε πυκνά δάση. «Θέρετρο», όπως εννοούμε σήμερα τα θέρετρα, δεν άρχισε να γίνεται πριν από τη δεκαετία του '60, και ώς τότε η μεταφορά των ταξιδιωτών από την Καβάλα ή την Κεραμωτή γινόταν με καΐκια. Ναι, δεν θα κάτσω να γράψω την Ιστορία της Θάσου τώρα, γιατί σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που την ξέρουν καλύτερα από μένα και θα τσαντιστούν. Στα μέσα της δεκαετίας του '70 κάποιοι επιχειρηματίες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο πατέρας μου Πέτρος Ζουμπουλάκης, έφεραν στην Καβάλα φέρρυ-μπόουτς και καθιέρωσαν σιγά σιγά τη γραμμή επικοινωνίας με τη Θάσο σε μόνιμη βάση, και η ιστορία που ξέρω πολύ καλά ξεκινάει από 'κει κι ύστερα.
Στα Sixties οι γονείς μου νοίκιαζαν ένα πολύ μικρό σπιτάκι στον Ποτό, στα νότια του νησιού, όπου περνούσαμε τα καλοκαίρια. Παραδίπλα είχε σπίτι η μαμά του συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού - τον είχα δει μια φορά μόνο, ήταν ένας παχουλός κύριος με χοντρά γυαλιά. Δηλαδή δεν έμοιαζε καθόλου με αυτό που είναι σήμερα. Κι αυτός κατά κάποιον τρόπο έχει ζήσει πολλές ζωές σε μία, όπως το νησί. Τη δεκαετία του Εβδομήντα οι γονείς μου έχτισαν ένα μεγαλύτερο σπίτι στην περιοχή Γλυκάδι, επτά χιλιόμετρα έξω από τον Λιμένα. Ηταν ένα σπίτι εντελώς Seventies, σαν να είχε βγει από αμερικάνικη ταινία, και κατεβαίναμε τα πρωινά με τον πατέρα μου ώς τον Λιμένα με τα πόδια. Μία ώρα βήμα ταχύ μέσα από μυρωδάτες κοιλάδες, τίγκα στο πεύκο. Ξεκινούσαμε στις 5.30, γιατί στις 6.00 αρχίζαν να κελαηδούν τα αηδόνια σ' ένα συγκεκριμένο κομμάτι της διαδρομής κι ήταν ζημιά να τα χάσουμε. Ακούγαμε τις μέλισσες να βουίζουν (μα πώς λέγεται ο ήχος που κάνουν οι μέλισσες;) και τα κλαδιά των πεύκων να σέρνονται στο πρωινό αεράκι. Μια φορά
πετύχαμε έναν σκαντζόχοιρο πάνω στον δρόμο κι επειδή μάλλον δεν είχε ξαναδεί ανθρώπους, στεκόταν ακίνητος και μας κοίταζε με κάτι μπιρμπιλωτά μάτια, πολύ περίεργα.
Τέλοσπάντων. Το σπίτι-Seventies δεν υπάρχει πια εδώ και χρόνια, όπως δεν υπάρχει και κανένα άλλο σπίτι στο νησί - σπίτια υπάρχουν χιλιάδες, αλλά κανένα δεν ανήκει έστω και vaguely στην οικογένεια. Πολλοί φίλοι που ήταν έφηβοι στα Seventies έχουν πεθάνει, και είναι παράξενο κάθε καλοκαίρι που πηγαίνω εκεί γιατί έχω πάντα την αίσθηση ότι θα τους συναντήσω. Πέθαναν ή σκοτωθήκαν αλλού, όμως έχουν αφήσει μια σκιά στη Θάσο - πόσο κουλό ακούγεται τώρα αυτό; Οι σκιές μένουν μέσα μας, όχι σε τόπους. Οι τόποι μάς δίνουν το έναυσμα (μυρωδιές, ήχοι, εικόνες), το εναρκτήριο λάκτισμα, κι από 'κει κι ύστερα πώς ξεσηκώνουμε τις σκιές είναι δικό μας ζήτημα...
«H Θάσος έχει παραλίες πιο γαλάζιες απ’ ό,τι γαλάζιο υπάρχει σε θάλασσα..». Kαλοκαιρινή εικόνα από το νησί (φωτ.: E. Δαρόγλου)
Νυστέρι

Πέτρα

Ραχώνι
Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '80 η Θάσος καιγόταν κατά καιρούς και χτιζόταν με τους τρελούς ρυθμούς της ελληνικής επαρχίας. Η πυρκαγιά του '87: η φρίκη ενός ολόκληρου δάσους που γίνεται μηδέν, που είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ, μένει μουντζούρα, μια μαυρισμένη κηλίδα στον χάρτη. Σκεφτόμουν τότε ότι δεν θα ξαναπάω ποτέ στη Θάσο, με την ίδια λογική που μερικοί άνθρωποι δεν πηγαίνουν σε κηδείες για να μην στεναχωριούνται.
Πήγα, ωστόσο: την επόμενη χρονιά, και τη μεθεπόμενη, και κάθε χρονιά από το '87 μέχρι σήμερα. Περάσαμε τρία καλοκαίρια σε αυτοσχέδιο κάμπινγκ με τον πατέρα και το γιό μου (η ΑΕΚ ζει/αυτή μας οδηγεί) κι έπειτα, όταν ο γιος μου γράφτηκε στην περήφανη Ευρωκατασκήνωση Θάσου κι ο πατέρας κουράστηκε να στήνει στρατιωτικά αντίσκηνα στις ερημιές, άρχισα να πηγαίνω σε ξενοδοχεία. Η «Μακρύαμμος» είναι συγκρότημα μπάνγκαλοουζ που θα ήταν κυριλέ αν ήμασταν ακόμα στα Seventies, αλλά τώρα είναι απλώς ωραία, απλή και πράσινη πάνω στην αμμουδιά της. Η «Αμφίπολις» είναι μέσα στην πρωτεύουσα (που τώρα λέγεται Θάσος) και μοιάζει τόσο με σπίτι -νεοκλασσικό, υπέροχο διατηρητέο- που τη θεωρώ σχεδόν σπίτι μου. Εχει μεγάλα παλαιακά παράθυρα που βλέπουν τη «βόλτα» της αγοράς, κι όσο γεμίζει η «βόλτα» τόσο δεν θες να αφήσεις το παράθυρο. Η «βόλτα» αδειάζει μετά τον Δεκαπενταύγουστο, και οι σκιές μεγαλώνουν. Γίνονται περισσότερες. Ολο λέω ότι θα φύγουν και μένουν εκεί, ούτε καν φεύγουν μαζί με μένα τον Σεπτέμβριο, είναι σκιές με ονόματα και ημερομηνίες απάνω τους, σόρι που είπα πριν ότι τις κουβαλάς μαζί σου, τελικά, όχι, η Θάσος έχει ένα σύστημα και τις κρατάει στο τελευταίο ηλιοβασίλεμα που θα δεις από το αρχαίο θέατρο με τις πευκοβελόνες να ευωδιάζουν σα να αφήνουν την τελευταία τους πνοή. Εκατομμύρια πευκοβελόνες κάνουν το ίδιο πράγμα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Δεν υπάρχει τρόπος να αναχαιτισθούν.
Οκέι, το νησί το ίδιο έχει παραλίες πιο γαλάζιες απ' ό,τι γαλάζιο υπάρχει, σε θάλασσα. Εχει μυστικά σημεία, σπηλιές, κρυφές αμμουδιές πίσω από μυστήριους βράχους. Εχει κομμάτια που σου κόβουν την ανάσα και άλλα, που δεν στην κόβουν καθόλου επειδή είναι καρα-χτισμένα σαν τη Χερσόνησο της Κρήτης, σαν τη Ρόδο, ή σαν οποιοδήποτε τουριστικό μέρος της Ελλάδας. Ενας κολλητός μου στη Θάσο έχει το μπαρ Edem, όπου μαζευόμαστε όλο γνωστοί και πίνουμε μπίρες σα να μη μεγαλώσαμε ποτέ. Ακούμε ωραία μουσική που είναι trendy και δεν μας θυμίζει τίποτα. ΄H, όλο και κάτι μας θυμίζει. Αλλά δεν το κάνουμε ζήτημα. Δεύτερος κολλητός έχει την ντίσκο La Scala, πάνω στη θάλασσα (τύφλα να΄χει η Ιμπιζα). Τρίτος, το παραδοσιακό εστιατόριο «η Ωραία Σύμη» στο Παλιό Λιμανάκι. Τέταρτος, έχει σπίτι στο Καζαβίτι, το γραφικό χωριό πάνω από τον Πρίνο. Μετά έχω κι άλλους φίλους στα Λιμενάρια, ο γιος του Αργύρη Μπακιρτζή είναι κολλητός με τον γιο μου, και ίσως αν δεν είχα φίλους εκεί, ίσως να μην πήγαινα στο νησί. Ισως να 'χα βρει κάτι πιο εξωτικό. Eνα θέρετρο που σερβίρει frapuccino και κρύα σοκολάτα, ας πούμε. Στη Θάσο σερβίρουν ελληνικό καφέ και φραπέ. Τα ψάρια της «Σύμης» είναι στη σχάρα και όχι μαγειρεμένα με πέστο ή φινόκιο. Τα κρέατα στα ταβερνάκια στο Καζαβίτι είναι παϊδάκια και όχι οσσομπούκο. Δεν υπάρχει γήπεδο γκολφ. Δεν υπάρχει «σκηνή», όπως της Μυκόνου.
Υπάρχουν ορεινά χωριά με πλατάνια, νερά και πεύκα - η Ποταμιά, η Παναγία, το Μικρό και Μεγάλο Καζαβίτι, ο Θεολόγος. Σε μερικά από αυτά οι επιγραφές νέον σκίζουν το πράσινο σα να θέλουν να το εκδικηθούν, τα τσιμεντένια μπαλκόνια πετάγονται με μια βιαιότητα μέσ' απ' τα δέντρα. Στις μεγάλες, μακρόστενες παραλίες φυτρώνουν κάθε χρόνο snack bars και beach bars με διαφημιστικές ομπρέλες αναψυκτικών να λεκιάζουν τη λεπτή άμμο. Αλλά αυτό που μένει είναι το ίδιο το νησί, η ατμόσφαιρά του, τα χρώματα, τα κόκκινα ηλιοβασιλέματα, η μπλέ θάλασσα που δεν λέει να σ' αφήσει να βγεις για ανάσα, τα πλατάνια, θυμάρια, ρίγανες, τέλος τα πεύκα -εκατομμύρια πεύκα- που ξαναφύτρωσαν σαν τον μυθικό Φοίνικα μέσ' από τις στάχτες τους...
Αυτό που συμβολίζει η Θάσος είναι η δυνατότητα, η ικανότητα αναγέννησης. Η επιθυμία, το πάθος να ξαναρχίζεις από την αρχή. Η επιμονή και η υπομονή που είναι, τελικά, ό,τι πιο κοντινό στη λεγόμενη «ουσία της ζωής». Θέλω να πω, αν καμιά φορά αναρωτιέμαι ποια είναι η ουσία, κατά πόσον υπάρχει ουσιαστικό νόημα και ποιο να 'ναι άραγες, που μας βγάζει ο αγώνας και τα σχετικά - έρχεται στο μυαλό, ή μάλλον, στις αισθήσεις μου η Θάσος σαν επίγειος παράδεισος, flawed, βλαμμένος όπως όλοι οι παράδεισοι... και ξεχνάω ποια ήταν η ερώτηση. ΄H μάλλον θυμάμαι ότι δεν υπάρχει καθόλου ερώτηση.

ΜANINA ZOYMΠOYΛAKH
Συγγραφέας

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Αφιέρωμα ΘΑΣΟΣ
2003 

Από thassospress.blogspot.gr

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg